Μια ακόμη «θερμή» χρονιά για τον κλάδο τροφίμων και ποτών αποδεικνύεται το 2026, καθώς συνεχίζεται με εντατικούς ρυθμούς η σύναψη μεγάλων επιχειρηματικών συμφωνιών σε έναν από τους πιο σημαντικούς τομείς της ελληνικής επιχειρηματικότητας αλλά και έναν κρίσιμο συνδετικό κρίκο για την επισιτιστική ασφάλεια.
Τα τελευταία χρόνια, η βιομηχανία τροφίμων και ποτών και κατ’ επέκταση και ο κλάδος της εστίασης πρωταγωνιστούν στις μεγάλες επενδύσεις του επιχειρείν, εν μέσω ραγδαίων εξελίξεων τόσο στο εγχώριο όσο και στο διεθνές περιβάλλον. Εξελίξεις που καθιστούν επιτακτική ανάγκη την επίτευξη συνεργασιών και συνεργιών, προκειμένου άλλες επιχειρήσεις να επιτύχουν την ισχυροποίησή τους και την αύξηση των μεριδίων αγοράς, αλλά και αρκετές από αυτές να διασφαλίσουν ακόμη και την ίδια την επιβίωσή τους, την ώρα που οι προκλήσεις για την εγχώρια επιχειρηματικότητα ολοένα και πληθαίνουν.
Κόντρα δε στην αβεβαιότητα που συντηρεί η κρίση στη Μέση Ανατολή, ο εγχώριος κλάδος τροφίμων και ποτών υψώνει «άμυνες» και χαράσσει με σύνεση και μεθοδικότητα τον δρόμο για ένα πιο ισχυρό μέλλον, εκπέμποντας σήμα για ακόμη περισσότερα deals.
Κρίσιμος παράγοντας η σύμπραξη δυνάμεων
«Η ελληνική αγορά μικραίνει και εάν δεν κάνεις εξαγορές σε 5 - 8 χρόνια δεν θα έχεις καλή προοπτική. Η χώρα χρειάζεται μεγαλύτερα και ισχυρότερα επενδυτικά σχήματα για να μπορέσει να αντέξει τον ανταγωνισμό, να γίνει εξωστρεφής, να κάνει τις απαραίτητες επενδύσεις, να προσελκύσει στελέχη που είναι απαραίτητα σε όλα τα επίπεδα και να αφιερώσει και πόρους στην καινοτομία και σε νέα προϊόντα που αναπτύσσουν τη νέα δυναμική», δήλωνε στους δημοσιογράφους τον περασμένο Μάρτιο ο εκτελεστικός πρόεδρος του SMERemediumCap, Νίκος Καραμούζης.
Έκκληση για συνέργειες απηύθυνε εκ νέου – και για πολλοστή φορά – και ο πρόεδρος του ΔΣ του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος. «Στην Ελλάδα έχουμε μόνο 657 επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 250 εργαζόμενους. Δεν μπορεί να ενισχυθεί η παραγωγικότητα της εργασίας με τόσο πολλές μικρές επιχειρήσεις», τόνισε πρόσφατα, εξηγώντας πως «οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει να πειστούν να συγχωνευτούν, ώστε να μεγαλώσουν και να επιταχύνουν τις επενδύσεις».
Όπως άλλωστε επιβεβαιώνει και η τελευταία μελέτη της PwC Ελλάδας «Εξαγορές και Συγχωνεύσεις επιχειρήσεων στην Ελλάδα το 2025» ο κλάδος τροφίμων και ποτών αναμένεται να συνεχίσει να προσελκύει το ενδιαφέρον των επενδυτών και το 2026, αλλά και να πρωταγωνιστήσει στα deals, από κοινού με τον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο, την ενέργεια και τις ΑΠΕ. Το 2025 ήταν άλλωστε για τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών η πιο ενεργή χρονιά της τελευταίας πενταετίας όσον αφορά τον αριθμό των συναλλαγών. Συνολικά πραγματοποιήθηκαν 19 συναλλαγές.
Ένα - ένα τα deals του 2026
Το deal EOS Capital Partners - Φάρμα Κουκάκη
Από τον κλάδο του γάλακτος προήλθε το πρώτο deal της βιομηχανίας τροφίμων για το 2026. Ο λόγος για το deal μεταξύ της Φάρμα Κουκάκη και της EOS Capital Partners, συμφερόντων του Απόστολου Ταμβακάκη, που αλλάζει τα δεδομένα τόσο για την ιστορική εταιρεία από το Κιλκίς όσο και για το σύνολο του κλάδου της εγχώριας γαλακτοβιομηχανίας. Όπως επισημοποιήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2026, EOS Capital Partners και Φάρμα Κουκάκη ανακοίνωσαν την ολοκλήρωση στρατηγικής συμφωνίας, για την είσοδο του EOS Hellenic Renaissance Fund II (EHRF II) με πλειοψηφικό ποσοστό στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός νέου κύκλου ανάπτυξης για αυτήν.
Η Φάρμα Κουκάκη, με έδρα το Κιλκίς, αποτελεί μία από τις πλέον δυναμικές ελληνικές εταιρείες γαλακτοκομικών προϊόντων και διαθέτει ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο προϊόντων, από γάλα και στραγγιστό γιαούρτι, επιδόρπια, κεφίρ, φυσικούς χυμούς, σνακ, μέχρι τυροκομικά και βούτυρο. Οι εξαγωγές αποτελούν το 20% του τζίρου της, με τα προϊόντα της να εξάγονται σε περισσότερες από 30 χώρες και με διαρκώς αυξανόμενη τάση τα τελευταία χρόνια.
Στο επίκεντρο δε της συνεργασίας με την EOS Capital Partners βρίσκεται η υλοποίηση ενός πενταετούς επενδυτικού πλάνου άνω των 20 εκατ. ευρώ, με στόχο την περαιτέρω ενδυνάμωση της επιτυχημένης παρουσίας της εταιρείας στην εγχώρια αγορά, την ενίσχυση και υποστήριξη της αυξανόμενης ζήτησης στις αγορές του εξωτερικού όπου εξάγονται τα προϊόντα της Φάρμα Κουκάκη (Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ασία), την κατασκευή νέων, σύγχρονων παραγωγικών εγκαταστάσεων και την αξιοποίηση των σύγχρονων τάσεων στη διεθνή αγορά γαλακτοκομικών. Το νέο επενδυτικό πλάνο προβλέπει σημαντικές επενδύσεις σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, αύξηση παραγωγικής δυναμικότητας και δημιουργία νέων προϊόντων με στόχο την ισχυρή ανάπτυξη των μεγεθών σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Η επένδυση στη Φάρμα Κουκάκη εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική της EOS Capital για στήριξη δυναμικών ελληνικών επιχειρήσεων με εξαγωγικές προοπτικές και είναι μια από τις μεγαλύτερες μέχρι σήμερα επενδύσεις της. Ο δε κλάδος των τροφίμων συγκεντρώνει εδώ και καιρό το επενδυτικό ενδιαφέρον της EOS Capital Partners, ενώ σύμφωνα με τους καλά γνωρίζοντες τα της αγοράς οι επενδύσεις του fund στη βιομηχανία τροφίμων θα συνεχιστούν.
Το Elikonos 3 «μπήκε» στη Vamvalis Foods
Ζωηρό παραμένει το ενδιαφέρον του Elikonos Capital για την εγχώρια βιομηχανία τροφίμων, όπως επιβεβαιώνεται από τη μακρά λίστα των επενδύσεών του.
Στις 16 Απριλίου 2026 ανακοινώθηκε η ολοκλήρωση επένδυσης του Elikonos 3 στη Vamvalis Foods, μία από τις πιο δυναμικές ελληνικές εταιρείες στον τομέα της επεξεργασίας ξηρών καρπών, αποξηραμένων φρούτων και δημητριακών μπαρών, με ισχυρό εξαγωγικό αποτύπωμα σε περισσότερες από 35 χώρες παγκοσμίως. Η Vamvalis Foods δραστηριοποιείται σε έναν ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο, με αυξανόμενη ζήτηση για υγιεινά και convenient snack προϊόντα, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.
Η εταιρεία αποτελεί παραγωγό -και συνεργάτη- ιδιωτικής ετικέτας για μεγάλους ευρωπαϊκούς ομίλους λιανικής και χονδρικής, ενώ παράλληλα αναπτύσσει τα δικά της brands, μεταξύ των οποίων τα Pellito, Instabar και Terrabites. Η εταιρεία διαθέτει σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα, εξυπηρετώντας πελάτες σε διεθνείς αγορές και αξιοποιώντας ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών.
Η επένδυση της Elikonos 3 αποσκοπεί στην επιτάχυνση της αναπτυξιακής πορείας της εταιρείας. Συγκεκριμένα, τα κεφάλαια θα υποστηρίξουν την περαιτέρω αυτοματοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας, την ενίσχυση των ιδιόκτητων brands και την επέκταση της παρουσίας της εταιρείας τόσο στην εγχώρια όσο και σε νέες γεωγραφικές αγορές, καθώς και την περαιτέρω ενίσχυση των πρακτικών βιωσιμότητας και λειτουργικής αποδοτικότητας της εταιρείας.
To SMERC II απέκτησε τη Βιοϋγεία
Στις 27 Απριλίου 2026 έγινε γνωστό ότι το επενδυτικό ταμείο SMERemediumCap II (SMERC II), μετά την επιτυχή άντληση κεφαλαίων ύψους 200 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025, προχώρησε στην πρώτη του επένδυση και δη σε πλειοψηφική εξαγορά της Βιοϋγεία ΑΕ.
Η Βιοϋγεία ιδρύθηκε το 2000 και με βασικό της brand το Ola Bio, κατέχει σήμερα ηγετική θέση στα βιολογικά προϊόντα ξηρού φορτίου στην Ελλάδα, ενώ αντιπροσωπεύει και κορυφαία διεθνή brands όπως Yogi Tea, Rapunzel, Koko, Holle και Ecomil. Τα προϊόντα της διανέμονται μέσω των μεγαλύτερων αλυσίδων λιανικής και εξειδικευμένων δικτύων βιολογικών προϊόντων, ενώ η εταιρεία αναπτύσσει και εξαγωγική δραστηριότητα. Ο κύκλος εργασιών της ανήλθε σε 23 εκατ. ευρώ το 2025, με EBITDA 2,8 εκατ. ευρώ, ενώ η εταιρεία διατηρεί μηδενικό δανεισμό.
Οι σημερινοί μέτοχοι της εταιρείας θα διατηρήσουν μικρή, μειοψηφική συμμετοχή στο νέο σχήμα και θα εκπροσωπούνται στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας. Η σημερινή εκτελεστική διοίκηση θα παραμείνει ενεργή και θα ηγηθεί της επόμενης φάσης ανάπτυξης της εταιρείας, σε στενή συνεργασία με το SMERC II. Στόχος της επένδυσης είναι η δημιουργία ενός ισχυρού και ανθεκτικού επιχειρηματικού σχήματος στον χώρο των βιολογικών προϊόντων, μέσω οργανικής ανάπτυξης και στρατηγικών συγχωνεύσεων και εξαγορών.
Το επενδυτικό ταμείο SMERemediumCap (SMERC) του Νίκου Καραμούζη έχει αντιληφθεί από καιρό την τεράστια δυναμική που παρουσιάζει η αγορά βιολογικών τροφίμων στην Ελλάδα σε μια περίοδο ραγδαίων αλλαγών στις καταναλωτικές συνήθειες. Η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση των καταναλωτών για υγιεινή διατροφή και βιώσιμα προϊόντα, σε συνδυασμό με τη σταδιακή σύγκλιση τιμών μεταξύ συμβατικών και βιολογικών προϊόντων, καθώς και το ευνοϊκό ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο για διάθεση βιολογικών προϊόντων, δημιουργούν ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης για τον κλάδο.
Νέο κεφάλαιο ανοίγει για την Avramar
Ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει επισήμως για την Avramar, τον ισχυρότερο «παίκτη» της εγχώριας ιχθυοκαλλιέργειας, βάζοντας τέλος σε ένα από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά σήριαλ των τελευταίων ετών.
Όπως δήλωσε στα μέσα Μαΐου ο αντιπρόεδρος Δημοσίων Σχέσεων της καναδικής Cooke, ολοκληρώνεται αυτό το διάστημα η εξαγορά της Avramar από την Cooke. Υπενθυμίζεται ότι στα μέσα του περασμένου Μαρτίου ανακοινώθηκε η προκαταρκτική συμφωνία της καναδικής Cooke για την απόκτηση των δανειακών υποχρεώσεων της Avramar Ελλάδας, έναντι τιμήματος περίπου 200 εκατ. ευρώ.
Ο Joel Richardson αποκάλυψε και τα σχέδια του καναδικού ομίλου για την επόμενη μέρα της Avramar. «Είμαστε διατεθειμένοι να επενδύσουμε πολλά στην Ελλάδα. Θέλουμε να αγκαλιάσουμε την Avramar και να την πάμε στην επόμενη ‘πίστα’. Τους τελευταίους μήνες στείλαμε πολλά δικά μας άτομα εδώ στην Ελλάδα να δουν από κοντά πως λειτουργεί η εταιρεία», σημείωσε. Αναφερόμενος πιο συγκεκριμένα στο επενδυτικό πλάνο που σχεδιάζεται, έκανε λόγο για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, με στόχο τη βελτίωση υποδομών, εξοπλισμού και συστημάτων τροφοδοσίας, αλλά και την περαιτέρω ανάπτυξη των εξαγωγών. «Υπάρχουν ευκαιρίες στην Ελλάδα για περαιτέρω αύξηση παραγωγής. Θέλουμε να δούμε πού μπορούμε να εφαρμόσουμε καινοτομία και τεχνολογία», πρόσθεσε ο ίδιος, αποκαλύπτοντας ότι «η Cooke θα φέρει κι άλλο κόσμο στην Ελλάδα από άλλα κράτη με στόχο την παροχή τεχνογνωσίας».
Υπενθυμίζεται εδώ ότι η Cooke Aquaculture είναι ένας από τους μεγαλύτερους «παίκτες» του κλάδου της ιχθυοκαλλιέργειας παγκοσμίως. Πρόκειται για μια οικογενειακή εταιρεία που ξεκίνησε το 1985 με μόλις τρεις υπαλλήλους. Ιδρυτής και επικεφαλής του ομίλου Cooke είναι ο Γκλεν Κουκ. Σήμερα η εταιρεία είναι ένας κολοσσός με 13.000 εργαζόμενους σε ολόκληρο τον κόσμο, δραστηριοποιείται ήδη σε 15 αγορές, ενώ η ελληνική αγορά είναι η 16η στην οποία «μπαίνει». Η Cooke πραγματοποιεί πωλήσεις σε 75 χώρες του κόσμου.
Το mega deal Νιτσιάκου – MHP
Ένα εντελώς νέο τοπίο στην αγορά κοτόπουλου στην Ελλάδα δημιουργεί το mega deal που ανακοινώθηκε πριν από μερικά 24ωρα και αφορά στην εξαγορά της Νιτσιάκος, του μεγαλύτερου παραγωγού πουλερικών στην Ελλάδα και ενός από τους σημαντικότερους καθετοποιημένους ομίλους τροφίμων της χώρας, από την MHP SE, τον κορυφαίο παραγωγό πουλερικών στην Ευρώπη.
Η συναλλαγή προβλέπεται να ολοκληρωθεί σε τρεις διαδοχικές φάσεις κατά τα επόμενα χρόνια, με την ουκρανική MHP να αποκτά σταδιακά το 70% της Νιτσιάκος. Η ολοκλήρωση της πρώτης φάσης τελεί υπό την αίρεση της λήψης των απαιτούμενων εγκρίσεων από τις αρμόδιες αρχές, ενώ η MHP δύναται να αυξήσει τη συμμετοχή της έως και το 100% σε μεταγενέστερο στάδιο.
Το deal Νιτσιάκου – MHP δεν είναι ούτε μικρό, ούτε τυχαίο. Αντίθετα, δύναται να συνδυάσει την ισχυρή παραγωγική βάση, την ηγετική θέση στην αγορά και τη μακρόχρονη παρουσία της Νιτσιάκος στην Ελλάδα με τη διεθνή τεχνογνωσία της MHP και την εμπειρία της στην ανάπτυξη επιχειρήσεων τροφίμων στις ευρωπαϊκές αγορές. Στόχος δε της συμφωνίας είναι η Νιτσιάκος να ενισχύσει περαιτέρω τις παραγωγικές και επιχειρησιακές της δυνατότητες, να επιταχύνει την ανάπτυξη νέων προϊόντων και να διευρύνει την παρουσία της στις διεθνείς αγορές, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία της MHP. Το νέο αυτό κεφάλαιο δημιουργεί ισχυρές προϋποθέσεις για την υλοποίηση της μακροπρόθεσμης αναπτυξιακής στρατηγικής και των επενδυτικών σχεδίων της Νιτσιάκος, διατηρώντας την παραγωγική και διοικητική της βάση στην Ήπειρο.
Η ιστορία της Νιτσιάκος είναι μια ιστορία συνεχούς ανάπτυξης, ενώ η ενασχόληση με όλα τα είδη κρέατος, το εύρος των προϊόντων και η σημασία που έχει αποκτήσει η δραστηριότητα των ζωοτροφών την έχουν μετατρέψει από μία πτηνοτροφική επιχείρηση σε έναν μεγάλο οργανισμό τροφίμων και αγροτικών προϊόντων. Για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2025, η Νιτσιάκος κατέγραψε ενοποιημένο κύκλο εργασιών περίπου 540 εκατ. ευρώ.
Η MHP είναι ένας πανίσχυρος όμιλος τροφίμων και αγροδιατροφής με δραστηριότητες στους τομείς της γεωργίας, της παραγωγής τροφίμων, της εφοδιαστικής αλυσίδας και του λιανεμπορίου. Στο τιμόνι της βρίσκεται ο Ουκρανός επιχειρηματίας Yuriy Kosyuk, ιδρυτής, διευθύνων σύμβουλος και βασικός μέτοχος του ομίλου. Μέσω της WTI Trading ελέγχει περίπου το 60% της εταιρείας, ενώ το 2024 στο μετοχικό της κεφάλαιο εισήλθε και η σαουδαραβική SALIC, αποκτώντας ποσοστό 12,6%.
Γεννημένος τον Μάιο του 1968, ο Ουκρανός μεγιστάνας ξεκίνησε τη δραστηριότητά του στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στον τομέα του εμπορίου αγροτικών προϊόντων. Η ίδρυση της MHP ήρθε το 1998. Ο Yuriy Kosyuk θεωρείται ένας από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες της Ουκρανίας, ενώ έχει μπει και στο «κλαμπ» των δισεκατομμυριούχων.
Η MHP ξεκίνησε ως μια αμιγώς πτηνοτροφική επιχείρηση στην Ουκρανία και σήμερα έχει εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους αγροδιατροφικούς ομίλους της Ευρώπης, με παραγωγικές εγκαταστάσεις στην Ουκρανία, την Ισπανία και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς και με θυγατρικές στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία, τη Μέση Ανατολή και άλλες χώρες. Σύμφωνα με το WattPoultry, η MHP είναι ο κορυφαίος παραγωγός πουλερικών στην Ευρώπη. Ο όμιλος εξάγει προϊόντα πουλερικών, επεξεργασμένα προϊόντα κρέατος, δημητριακά, φυτικά έλαια και βιομεθάνιο σε περισσότερες από 80 χώρες παγκοσμίως. Η εταιρεία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου από το 2008, ενώ το 2025 ο κύκλος εργασιών της ανήλθε σε περίπου 3,8 δισ. δολάρια.
Εγένετο Dakos Food Industries
Εγένετο και επισήμως Dakos Food Industries στη βιομηχανία τροφίμων, με τα αποκαλυπτήρια να γίνονται πριν λίγες ώρες στους εκπροσώπους του Τύπου. O λόγος για την ενιαία εταιρική οντότητα που προέκυψε από την ενοποίηση δύο ιστορικών ελληνικών εταιρειών, των Μύλοι Δάκου και της Βιομηχανίας Ζυμαρικών Ήλιος.
Με παρακαταθήκη μια επιχειρηματική διαδρομή 151 ετών, οι αδελφές Αθανασία και Κατερίνα Δάκου, εκπρόσωποι της τέταρτης γενιάς της οικογένειας, ενοποιούν υπό κοινό εταιρικό σχήμα την αλευροβιομηχανία και τη βιομηχανία ζυμαρικών και σχεδιάζουν την επόμενη μέρα, με στόχο την αξιοποίηση συνεργιών στην παραγωγή και την εφοδιαστική αλυσίδα, την ταχύτερη λήψη αποφάσεων και την ενίσχυση της εξωστρέφειας.
Η Dakos Food Industries δρομολογεί ένα φιλόδοξο επενδυτικό πλάνο, ύψους 25 εκατ. ευρώ, έως το 2030, με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας, τη βελτίωση της αποδοτικότητας, καθώς και τη μείωση της παράγωγης ενέργειας. Από αυτά, τα 20 εκατ. ευρώ θα κατευθυνθούν στην αλευροβιομηχανία και αφορούν σε κτηριακές αναβαθμίσεις, αναβάθμιση και εκσυγχρονισμός μύλων, επέκταση αποθηκευτικών χώρων, ανανέωση στα σιλό πρώτης ύλης. Τα υπόλοιπα 5 εκατ. ευρώ αφορούν στη δραστηριότητα των ζυμαρικών και στοχεύουν σε αναβάθμιση συσκευασιών και ψηφιακό μετασχηματισμό. Υπενθυμίζεται εδώ ότι η Μύλοι Δάκοι διαθέτει δύο εργοστάσια ενώ η βιομηχανία ζυμαρικών βρίσκεται στην Εθνική οδό στο ύψος της Μεταμόρφωσης. Μάλιστα, οι εν λόγω επενδύσεις χρηματοδοτούνται σχεδόν αποκλειστικά από ίδια κεφάλαια, καθώς οι διαθέσιμες επιδοτήσεις παραμένουν περιορισμένες λόγω της γεωγραφικής θέσης των εγκαταστάσεων στην Αττική.
Βασικός πυλώνας της στρατηγικής νέας εταιρικής δομής είναι η σημαντική ανάπτυξη των εξαγωγών, οι οποίες σήμερα αντιστοιχούν περίπου στο 21% του κύκλου εργασιών. Στόχος είναι ο διπλασιασμός των εξαγωγών έως το 2030, αξιοποιώντας τόσο την περαιτέρω ανάπτυξη των υφιστάμενων συνεργασιών όσο και τη διείσδυση σε νέες αγορές.
Σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις της εταιρείας το 2025, ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών το 2025 ξεπέρασε τα 21 εκατ. ευρώ, ενώ οι δύο εταιρείες απασχολούν από κοινού 140 εργαζόμενους.
Η ιστορία της οικογένειας Δάκου ξεκινά το 1875 στον χώρο των σιτηρών και της αλευροποιίας. Το 1995 προστέθηκε στον όμιλο η Ήλιος, η οποία σήμερα συμπληρώνει 94 χρόνια παρουσίας στην αγορά, διαθέτοντας παραγωγική δυναμικότητα 29.000 τόνων ετησίως και χαρτοφυλάκιο άνω των 80 κωδικών και σχημάτων ζυμαρικών.
Πρωταγωνιστής και ο κλάδος της εστίασης και καφεστίασης
Το Golden Age Capital εξαγόρασε τον «Πρόεδρο»
Ζωηρό παραμένει το ενδιαφέρον των επενδυτών και για τον ευρύτερο χώρο της εστίασης. Από αυτόν τον κλάδο ξεκίνησε άλλωστε τις επενδυτικές τους κινήσεις και το νεοσυσταθέν fund, Golden Age Capital, δρομολογώντας πρόσφατα την απόκτηση πλειοψηφικού μεριδίου στην γνωστή αλυσίδα εστιατορίων «Ο Πρόεδρος».
Το επενδυτικό ταμείο Golden Age Capital, υπό τον Περικλή Μαζαράκη, έχει υπό διαχείριση κεφάλαια άνω των 200 εκατ. ευρώ και εκδηλώνει σθεναρό ενδιαφέρον για τον ευρύτερο χώρο των τροφίμων και της εστίασης.
Η αλυσίδα εστιατορίων «Κεμπαπτζίδικον Ο Πρόεδρος» δραστηριοποιείται εδώ και περίπου μια δεκαετία στον χώρο της εστίασης, μετρώντας ένα δίκτυο περίπου 20 καταστημάτων σε αρκετές συνοικίες της Αθήνας. Χαρακτηρίζεται δε ως μια από τις πιο σύγχρονες αλυσίδες ψητοπωλείων της πρωτεύουσας. Μάλιστα, η εταιρεία διαθέτει το δικό της πιστοποιημένο Εργαστήριο Κρεάτων, όπου καθημερινά προετοιμάζονται τα προϊόντα και αποστέλλονται στα καταστήματα, με στόχο τη μέγιστη ποιότητα.
Deal Βενέτη - Coffee Lab
Νέα δεδομένα στην αγορά της καφεστίασης φέρνει το deal των εταιρειών Βενέτη και Coffee Lab που ανακοινώθηκε τον περασμένο Μάρτιο και αφορά στην απόκτηση μειοψηφικού ποσοστού στη δεύτερη από την πρώτη. Η σχέση των δύο πλευρών θα περιλαμβάνει μετοχική σύνδεση, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και παροχή προϊόντων Βενέτης προς το δίκτυο της Coffee Lab και το αντίστροφο. Δηλαδή καφέ από τα Coffee Lab στα καταστήματα Βενέτης.
Ταυτόχρονα, η συνεργασία των δύο εταιρειών αναμένεται να οδηγήσει σε ένα νέο επιχειρηματικό concept που αφορά στη δημιουργία ενός πιο ευέλικτου τύπου καταστημάτων καφέ με χαμηλότερο επενδυτικό και λειτουργικό κόστος. Το νέο concept θα αφορά σε μικρότερα καταστήματα, με περιορισμένες ανάγκες προσωπικού και έμφαση στον καφέ και σε βασικά προϊόντα bakery, επιδιώκοντας υψηλότερη κερδοφορία για τους συνεργάτες του δικτύου. Το μοντέλο θα μπορεί να αναπτυχθεί μέσω franchise, απευθυνόμενο τόσο σε νέους συνεργάτες όσο και σε υφιστάμενους franchisees της Coffee Lab. Η ανάγκη για μικρότερα και πιο ευέλικτα καταστήματα πηγάζει από τις συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία χρόνια στην αγορά του καφέ, όπου η υπερπροσφορά σημείων πώλησης έχει συμπιέσει σημαντικά τα περιθώρια κέρδους.
Η στρατηγική συνεργασία των δύο εταιρειών αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αντιληφθεί κανείς τη διαφορετική δυναμική που παρουσιάζουν τη δεδομένη στιγμή. Η Coffee Lab βρίσκεται σε φάση επέκτασης, ιδιαίτερα στις διεθνείς αγορές, όπου ήδη διαθέτει παρουσία σε χώρες όπως η Κύπρος, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Αυστρία, η Γερμανία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία. Μάλιστα μέσα στο 2026 η Coffee Lab θα επεκταθεί και στο Μαρόκο, καθώς πρόσφατα υπέγραψε συμφωνία. Η ανάπτυξη του δικτύου αποτελεί βασικό πυλώνα της στρατηγικής της εταιρείας, η οποία το 2025 κατέγραψε κύκλο εργασιών 8,3 εκατ. ευρώ με EBITDA 747 χιλ. ευρώ (9%). Στην Ελλάδα διαθέτει 91 καταστήματα franchise. Παράλληλα ξεκινά παραγωγική μονάδα καφέ στην Αίγυπτο, προκειμένου να διευκολύνει τη διακίνηση του καφέ στη χώρα, καθώς το καθεστώς είναι ιδιαίτερα αυστηρό από πλευράς νομοθεσίας σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές.
Σε διαφορετικό μήκος κύματος, η Βενέτης έχει φτάσει στα όρια ανάπτυξης του δικού της δικτύου. Η εταιρεία πλέον δεν ανοίγει νέα σημεία πώλησης, παρά μόνο στην περίπτωση που κάποιο κατάστημα franchise κλείσει είτε λόγω μίσθωσης είτε λόγω αποχώρησης συνεργάτη. Μάλιστα, όπως αποκάλυψε ο επικεφαλής της Βενέτης Παναγιώτης Μονεμβασιώτης, φέτος αναμένεται να κλείσουν ακόμη 4-5 καταστήματα λόγω μη ανανέωσης των συμβολαίων μίσθωσης και σε αυτές τις περιπτώσεις θα γίνει προσπάθεια να ανοίξουν νέα σημεία προς αναπλήρωση. «Εγκράτεια». Αυτό δήλωσε χαρακτηριστικά ο ίδιος, σε σχετική ερώτηση για τα επόμενα σχέδια της εταιρείας. Παράλληλα, η Βενέτης δεν σχεδιάζει πλέον επέκταση στο εξωτερικό, πλάνο που είχε βάλει μπροστά πριν από τέσσερα χρόνια, ωστόσο στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε. Όπως τόνισε ο κ. Μονεμβασιώτης, για την επέκταση στο εξωτερικό απαιτούνται τεχνίτες άρτου, ειδικότητα που είναι ήδη δυσεύρετη ακόμη και στην εγχώρια αγορά.
Για το 2025 ο κύκλος εργασιών του ομίλου εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 80 εκατ. ευρώ έναντι 74,04 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 8,04%. Τα κέρδη προ φόρων αναμένεται να φτάσουν τα 5,5 εκατ. ευρώ από 5,32 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ το EBITDA εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 12 εκατ. ευρώ. Ενώ στους πρώτους δύο μήνες του 2026 η αύξηση του τζίρου είναι 4% αλλά έχει στοιχεία εποχικότητας και δεν αποτελεί ασφαλές στοιχείο για το πώς θα κινηθεί η χρονιά.
Η εταιρεία τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει διαφορετικά concept καταστημάτων, όπως τα Veneti Food Hall, Veneti 1948, Veneti Great στο Μπάγκειον, Veneti Go και Cremeria Veneti, ενώ το 2024 προχώρησε στην εξαγορά της εταιρείας Παγωτά Δωδώνη και το 2025 επαναλειτούργησε το ιστορικό Jackson Hall με την επωνυμία Veneti Jackson Hall.
Αλλαγή σελίδας για τα Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο
Στις αρχές Απριλίου ανακοινώθηκε ότι ο όμιλος Alshaya προχώρησε στην απόκτηση των δικαιωμάτων λειτουργίας των καταστημάτων Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο, αναλαμβάνοντας πλέον ως νέος αποκλειστικός ιδιοκτήτης και διαχειριστής της επιχείρησης, η οποία μέχρι πρότινος λειτουργούσε υπό τη διοίκηση της οικογένειας Μαρινόπουλου.
Η αλυσίδα Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο, που ξεκίνησε τη λειτουργία της το 2002, αριθμεί σήμερα 30 σημεία στην Ελλάδα και 18 στην Κύπρο, απασχολώντας περίπου 500 εργαζομένους.
Ο Όμιλος Alshaya συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους και μακροβιότερους αδειοδοτημένους συνεργάτες της εταιρείας παγκοσμίως. Από το άνοιγμα του πρώτου καταστήματος στο Κουβέιτ το 1999, λειτουργεί σήμερα περισσότερα από 2.000 καταστήματα σε 13 χώρες, εξυπηρετώντας καθημερινά πάνω από ένα εκατομμύριο πελάτες.
Υπό τη νέα ηγεσία της Jacqueline Delpippo, Business Manager της Starbucks Ελλάδας και Κύπρου στον όμιλο Alshaya, άμεση προτεραιότητα αποτελεί η διασφάλιση μίας ομαλής μετάβασης και η απρόσκοπτη εξυπηρέτηση των πελατών του δικτύου καταστημάτων Starbucks. Σε επόμενο στάδιο, το δίκτυο Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο του ομίλου Alshaya θα επικεντρωθεί στην περαιτέρω αναβάθμιση της εμπειρίας πελάτη, εξετάζοντας παράλληλα ευκαιρίες για την ανάπτυξη της παρουσίας της στην περιοχή. Η νέα λειτουργική οντότητα θα φέρει την επωνυμία «Alshaya Hellas SMSA» στην Ελλάδα, ενώ στην Κύπρο θα λειτουργεί υπό την επωνυμία «Murgab Cyprus Ltd».
Ποια deals ναυάγησαν, ποια εκκρεμούν και τι φέρνει η επόμενη μέρα
Τον περασμένο Απρίλιο βρέθηκε εκ νέου στο προσκήνιο η τρικαλινή μπισκοτοποιία Βιολάντα. Λίγους μήνες μετά την έκρηξη και τη μεγάλη πυρκαγιά στις εγκαταστάσεις της που οδήγησε σε τραγωδία και στοίχισε τη ζωή σε πέντε εργαζόμενες, φούντωσαν τα σενάρια για το μέλλον της εταιρείας. Στο παρασκήνιο, οι διεργασίες ήταν έντονες, με την αγορά να επιβεβαιώνει πως βρίσκονταν σε εξέλιξη συζητήσεις με την αρτοβιομηχανία Καραμολέγκος για πιθανή εξαγορά της Βιολάντα. Ωστόσο, κατά τις πληροφορίες, οι συζητήσεις οδηγήθηκαν σε ναυάγιο, χωρίς να υπάρχει τελικό deal για την εξαγορά της Βιολάντα από την Καραμολέγκος.
Την ίδια ώρα, κορυφώνονται οι διαβουλεύσεις για την πώληση της Ελληνικής Ζυθοποιίας Αταλάντης, που βρίσκεται ήδη σε τροχιά εξυγίανσης από το 2023. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι για την ΕΖΑ είναι τρεις, ενώ σε αυτούς συγκαταλέγεται και η Shamshoum Fauzi & Sons Ltd, ένας από τους βασικούς παραγωγούς και διανομείς ποτών στο Ισραήλ. Υπενθυμίζεται εδώ ότι το fund Diorama Investments Sicar έχει ήδη ολοκληρώσει από τα τέλη του 2024 τον δεκαετή επενδυτικό του κύκλο και αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα προχωρήσει σε πώληση των συμμετοχών του στις εταιρείες που έχει τοποθετηθεί. Σήμερα το fund Diorama κατέχει ποσοστό λίγο υψηλότερο από το 40% των μετοχών της ΕΖΑ, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος μέσω εταιρείας συμφερόντων του κατέχει επίσης ένα ποσοστό άνω του 40%, ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 16-17% ανήκει στον Θανάση Συριανό. Η Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης ιδρύθηκε το 1989 και αποτελεί τη μεγαλύτερη ανεξάρτητη ελληνική ζυθοποιία, η οποία εξελίχθηκε δυναμικά την τελευταία δεκαετία. Σήμερα, παράγει τις μπύρες EZA Lager, EZA Pilsener, EZA Alcohol Free, PILS Hellaw, Odyssey Red, Odyssey Dark, Odyssey White.
Θετική σε εξαγορές που να προσφέρουν απόδοση για τους μετόχους εμφανίζεται, την ίδια στιγμή και η Ideal Holdings που έχει υπό τη σκέπη της την εμβληματική εταιρεία Μπάρμπα Στάθης. «Το ψάχνουμε, δεν βιαζόμαστε», δήλωσε πριν από μερικά 24ωρα ο Λάμπρος Παπακωνσταντίνου, μεταθέτοντας για το 2027 τις όποιες κινήσεις εξαγορών. «Δεν έχουμε βρει το σωστό σημείο εισόδου με τις κατάλληλες συνθήκες και αυτός είναι ο λόγος που συνεχίζουμε να κοιτάμε και δεν βιαζόμαστε. Ευκαιρίες θα υπάρχουν πάντα στην αγορά», τόνισε χαρακτηριστικά. Να σημειωθεί εδώ ότι η Ideal Holdings, κατά τους πρώτους μήνες του 2026, ήταν σε διαπραγματεύσεις με την εταιρεία Ροδούλα. Οι διαπραγματεύσεις ωστόσο δεν καρποφόρησαν.
Παράλληλα, με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολουθεί η αγορά τις κινήσεις του αμερικανικού fund CVC αναφορικά με την πώληση της ΔΕΛΤΑ, καθώς είναι γνωστό εδώ και καιρό ότι οι Αμερικανοί επιθυμούν να αποεπενδύσουν. Ωστόσο, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, το τίμημα που ζητούν δεν είναι μικρό, καθώς φέρεται να ξεπερνά τα 300 εκατ. ευρώ. Ενδιαφέρον σίγουρα υπάρχει, αλλά μένει να φανεί ποιος τελικά προτίθεται να καταβάλλει ένα ιδιαίτερα υψηλό τίμημα…



