Στον πάτο της ευρωπαϊκής κατάταξης βρίσκεται η Ελλάδα σε συνάρτηση με την αγοραστική δύναμη των μισθών της, παρά την αύξηση του κατώτατου στα 920 ευρώ τον Απρίλιο του 2026 και τη διαμόρφωση του μέσου ονομαστικού μισθού στα 1.362 ευρώ.
Ενώ λοιπόν οι ονομαστικοί μισθοί αυξήθηκαν σημαντικά την τελευταία επταετία, οι πραγματικοί μισθοί υπολείπονται κατά 20% σε σχέση με το 2019 και κατά 32% σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς ο υψηλός πληθωρισμός περιορίζει την αγοραστική δύναμη και επιβαρύνει τις συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών.
Έτσι λοιπόν, ένας Έλληνας εργαζόμενος χρειάζεται 60 ώρες εργασίας για να αποκτήσει αγοραστική δύναμη ίση με 1.000 δολάρια, σε αντίθεση με έναν συνάδελφό του στο Ηνωμένο Βασίλειο που χρειάζεται 24 ώρες και έναν άλλον στο Λουξεμβούργο που απαιτείται να δουλέψει μόλις 16 ώρες. Η Πορτογαλία βρίσκεται στις 45 ώρες και η Γερμανία στις 20 ώρες.
Όπως φανερώνουν τα στατιστικά στοιχεία, η σύγκλιση με την Ευρωπαϊκή Ενωση καταγράφεται μόνο στο επίπεδο των τιμών, καθώς σε επίπεδο αγοραστικής δύναμης των μισθών η χώρα μας συγκρίνεται μόνο με τα Βαλκάνια.
Το διάγραμμα, βασισμένο σε στοιχεία του ΟΟΣΑ, δείχνει τις ώρες εργασίας που απαιτούνται για να αποκτήσει κάποιος 1.000 δολάρια αγοραστικής δύναμης, προσαρμοσμένα με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (Purchasing Power Parity – PPP). Το συμπέρασμα είναι ότι οι χώρες με ισχυρούς θεσμούς, διαφανή φορολογικά συστήματα και αποδοτικές κεφαλαιαγορές ανταμείβουν την εργασία πιο γενναιόδωρα απ' ότι οι χώρες στην κορυφή της κατάταξης.
Όταν εργαζόμενοι από τη Νότια Ευρώπη μετακινούνται στη Σιγκαπούρη ή στην Κουάλα Λουμπούρ, η αύξηση του μισθού τους μπορεί να φαίνεται εντυπωσιακή. Στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει είναι μια δομική αλλαγή στην αξία του χρόνου εργασίας τους. Έχουν εισέλθει σε μια αγορά εργασίας όπου η ανταμοιβή για κάθε ώρα εργασίας είναι συντριπτικά διαφορετική από εκείνη που άφησαν πίσω.
Η επαγγελματική μετακίνηση σε άλλη χώρα είναι μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις που μπορεί να πάρει ένας επαγγελματίας. Όχι μόνο λόγω των υψηλότερων απολαβών και των χαμηλότερων φόρων, αλλά κυρίως επειδή η απόδοση κάθε ώρας εργασίας μπορεί να είναι τρεις ή και τέσσερις φορές μεγαλύτερη από ό,τι στη χώρα καταγωγής του.



