Κλιματική κρίση: Πόσο κοστίζει ήδη στην ελληνική οικονομία - Οι κλάδοι στην πρώτη γραμμή

Πένη Χαλάτση
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Κλιματική κρίση: Πόσο κοστίζει ήδη στην ελληνική οικονομία - Οι κλάδοι στην πρώτη γραμμή
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του insider.gr στην Google
Η κλιματική κρίση έχει ήδη κοστίσει στην Ελλάδα 18,3 δισ. ευρώ, ενώ οι αυξανόμενες πιέσεις σε γεωργία, τουρισμό, νερό, υποδομές και δημόσια οικονομικά ανεβάζουν τον λογαριασμό για τα επόμενα χρόνια.

Η κλιματική κρίση έχει ήδη οικονομικό αποτύπωμα δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα και το κόστος δεν περιορίζεται στις αποζημιώσεις μετά από μία πυρκαγιά ή μία πλημμύρα. Απώλειες στην αγροτική παραγωγή, ζημιές σε υποδομές και ακίνητα, αυξημένες ανάγκες για νερό και ενέργεια, επιβάρυνση της παραγωγικότητας από τους καύσωνες και μεγαλύτερος ασφαλιστικός κίνδυνος συνθέτουν έναν λογαριασμό που μεταφέρεται σταδιακά σε επιχειρήσεις, νοικοκυριά και δημόσια οικονομικά.

Η πιο πρόσφατη συνολική αποτίμηση έρχεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην Έκθεση Χώρας για την Ελλάδα του 2026, η Κομισιόν υπολογίζει ότι τα ακραία καιρικά και κλιματικά φαινόμενα προκάλεσαν οικονομικές απώλειες 18,3 δισ. ευρώ την περίοδο 1980 - 2024. Ακόμη πιο κρίσιμο είναι ότι μόλις το 5% των απωλειών αυτών ήταν ασφαλισμένο, γεγονός που σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος του κόστους παραμένει στους ιδιώτες, στις επιχειρήσεις και τελικά, σε πολλές περιπτώσεις, στον κρατικό προϋπολογισμό.

Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται πλέον από την Κομισιόν ως χώρα ιδιαίτερα εκτεθειμένη στην κλιματική αλλαγή, με τις πλημμύρες, τους καύσωνες, τις πυρκαγιές και την ξηρασία να αποτελούν παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν όχι μόνο μεμονωμένες περιοχές αλλά και τη μακροοικονομική σταθερότητα.

Περίπου 1,7 δισ. ευρώ τον χρόνο μόνο για προσαρμογή

Η έκθεση του 2026 προσθέτει ακόμη ένα στοιχείο που δείχνει το μέγεθος της πρόκλησης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η Ελλάδα χρειάζεται κάθε χρόνο επενδύσεις για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή ίσες με περίπου 0,7% του ΑΕΠ, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 0,5%. Πρόκειται για μία από τις υψηλότερες ανάγκες στην ΕΕ, ενώ περίπου 46% των συνολικών αναγκών συνδέεται με κινδύνους που χαρακτηρίζονται επείγοντες.

Με βάση το ελληνικό ΑΕΠ του 2025, το οποίο σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ ανήλθε στα 248,4 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές, το 0,7% αντιστοιχεί ενδεικτικά σε περίπου 1,74 δισ. ευρώ τον χρόνο. Δεν πρόκειται για εκτίμηση των ζημιών, αλλά για το ύψος των επενδύσεων που απαιτούνται προκειμένου να μειωθούν οι μελλοντικές απώλειες. Πρόκειται για αντιπλημμυρικά και ανθεκτικές υποδομές μέχρι διαχείριση υδάτων, προστασία ακτών και προσαρμογή του αγροτικού τομέα.

Σε επίπεδο ΕΕ, νέα μελέτη της Κομισιόν ανεβάζει τις συνολικές ετήσιες ανάγκες προσαρμογής περίπου στα 70 δισ. ευρώ έως το 2050, εκ των οποίων περίπου 30 δισ. αφορούν υποδομές, 21 δισ. οικοσυστήματα και 12 δισ. την επισιτιστική ασφάλεια.

Τι σημαίνουν τα 18,3 δισ. ευρώ

Το ποσό των 18,3 δισ. ευρώ δεν ισοδυναμεί με αντίστοιχη άμεση μείωση του ελληνικού ΑΕΠ. Οι οικονομικές απώλειες από φυσικές καταστροφές περιλαμβάνουν καταστροφή περιουσιακών στοιχείων - κατοικιών, εργοστασίων, γεωργικού εξοπλισμού, δρόμων ή δικτύων - που δεν περνά ολόκληρη ως απώλεια της παραγωγής ενός συγκεκριμένου έτους.

Η πραγματική οικονομική επίπτωση είναι πιο σύνθετη. Ένα πλημμυρικό φαινόμενο καταστρέφει κεφάλαιο, αλλά παράλληλα διακόπτει την παραγωγή, προκαλεί απώλεια εισοδήματος, επιβαρύνει τις μεταφορές, αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες και ανακατευθύνει επενδυτικούς πόρους προς την αποκατάσταση αντί για τη δημιουργία νέας παραγωγικής δυναμικότητας.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το συνολικό οικονομικό κόστος της κλιματικής κρίσης είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των ασφαλιστικών απαιτήσεων ή των αποζημιώσεων που ανακοινώνονται μετά από κάθε καταστροφή.

Γεωργία: Έως 1 δισ. ευρώ άμεσες απώλειες τον χρόνο

Ο κλάδος για τον οποίο υπάρχουν ίσως οι πιο συγκεκριμένες μελλοντικές εκτιμήσεις είναι η γεωργία. Η Τράπεζα της Ελλάδος κατατάσσει διαχρονικά τον αγροτικό τομέα ως τον περισσότερο εκτεθειμένο στην κλιματική αλλαγή, λόγω της μεταβολής της θερμοκρασίας, της ξηρασίας, της έλλειψης νερού, της διάβρωσης των εδαφών και των ακραίων φαινομένων.

Επιστημονική μελέτη ειδικά για τον ελληνικό αγροδιατροφικό τομέα υπολογίζει ότι οι άμεσες ετήσιες οικονομικές απώλειες από την κλιματική αλλαγή και τα ακραία φαινόμενα μπορούν να διαμορφωθούν μεταξύ 437 και 643 εκατ. ευρώ την περίοδο 2021 - 2040 και να αυξηθούν σε 579 εκατ. έως 1 δισ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2041 - 2060, ανάλογα με το κλιματικό σενάριο.

Οι συνολικές επιπτώσεις είναι πολύ μεγαλύτερες εάν συνυπολογιστούν οι κλάδοι που εξαρτώνται από τη γεωργική παραγωγή. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, οι οικονομικές απώλειες περίπου διπλασιάζονται όταν περιλαμβάνονται οι έμμεσες επιπτώσεις σε τρόφιμα και ποτά, ξενοδοχεία, εστιατόρια και άλλες δραστηριότητες.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένες εμφανίζονται η Θεσσαλία και η Κεντρική Μακεδονία, οι οποίες εκτιμάται ότι μπορεί να συγκεντρώνουν μαζί 46% - 51% των συνολικών άμεσων αγροτικών απωλειών της χώρας, ανάλογα με την περίοδο και το κλιματικό σενάριο.

Τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ήδη το μέγεθος της επιβάρυνσης. Για την περίοδο 2006 -2021, οι τακτικές αποζημιώσεις για ζημιές στη φυτική παραγωγή από δυσμενή καιρικά φαινόμενα έφθασαν συνολικά τα 2,6 δισ. ευρώ, ενώ άλλα 1,5 δισ. ευρώ καταβλήθηκαν μέσω προγραμμάτων κρατικών ενισχύσεων για μεγάλες καταστροφές. Η μέση ετήσια αποζημίωση για τη φυτική παραγωγή υπολογίσθηκε περίπου στα 276 εκατ. ευρώ.

Η παραγωγή συγκεκριμένων καλλιεργειών μπορεί να αλλάξει δραματικά

Οι επιπτώσεις δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Νεότερες μελέτες της Επιτροπής Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι σε δυσμενή κλιματικά σενάρια οι αποδόσεις ορισμένων καλλιεργειών μπορεί να υποχωρήσουν δραστικά.

Στο πιο έντονο σενάριο, οι αποδόσεις του αραβοσίτου υπολογίζεται ότι μπορεί να μειωθούν κατά 41,7% και του βαμβακιού κατά 34,2% προς το τέλος του αιώνα, αν και οι επιπτώσεις διαφοροποιούνται σημαντικά ανάλογα με το είδος του εδάφους, την περιοχή και την καλλιέργεια.

Η επίπτωση δεν σταματά στο αγρόκτημα. Μικρότερη εγχώρια παραγωγή σημαίνει μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγωγές, πιέσεις στις τιμές τροφίμων, πλήγμα στις μεταποιητικές βιομηχανίες που χρησιμοποιούν ελληνικές πρώτες ύλες και ενδεχομένως απώλειες στις εξαγωγές.

Τουρισμός: Ένας κλάδος 23,6 δισ. ευρώ εκτεθειμένος στη ζέστη και το νερό

Το 2025 τα έσοδα από τον εισερχόμενο τουρισμό έφθασαν σε νέο υψηλό των 23,63 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9,4% σε σχέση με το 2024, ενώ οι αφίξεις από το εξωτερικό αυξήθηκαν κατά 6,4%.

Ακριβώς λόγω αυτού του μεγέθους, ακόμη και σχετικά μικρή κλιματική επίπτωση μπορεί να έχει δυσανάλογα μεγάλη οικονομική σημασία. Η Ελλάδα εξαρτάται έντονα από προορισμούς που συμπίπτουν με περιοχές υψηλού κινδύνου για πυρκαγιές, παρατεταμένους καύσωνες, λειψυδρία και διάβρωση ακτών.

Η κλιματική αλλαγή μπορεί να αλλάξει τη γεωγραφία και κυρίως την εποχικότητα της ζήτησης, μεταφέροντας μέρος της δραστηριότητας από Ιούλιο και Αύγουστο προς την άνοιξη και το φθινόπωρο.

Παλιότερη αλλά ακόμη βασική κλαδική μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος είχε υπολογίσει (σε μακροχρόνια μοντελοποίηση) ότι προς το τέλος του αιώνα, υπό τα εξεταζόμενα σενάρια, οι απώλειες εσόδων από τον Τουρισμό κατά τη θερινή περίοδο θα μπορούσαν να φθάσουν περίπου τα 370 εκατ. ευρώ τον χρόνο στην Κρήτη και τα 280 εκατ. ευρώ στα Δωδεκάνησα, ενώ το πρόσθετο λειτουργικό κόστος προσαρμογής είχε εκτιμηθεί σε 5% - 7% των λειτουργικών δαπανών.

Νερό: Από περιβαλλοντικό πρόβλημα σε οικονομικό περιορισμό

Το νερό αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς κινδύνους για την επόμενη περίοδο. Η Κομισιόν κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των πέντε κρατών - μελών της ΕΕ με τη μεγαλύτερη υδατική πίεση.

Η παραγωγικότητα του νερού στην Ελλάδα ήταν μόλις 23 ευρώ οικονομικής αξίας ανά κυβικό μέτρο αντλούμενου νερού το 2022, από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ προβλήματα δημιουργούν και οι απώλειες από γερασμένα δίκτυα ύδρευσης.

Η έλλειψη νερού έχει πολλαπλασιαστικό κόστος. Επιβαρύνει την άρδευση, επηρεάζει τις γεωργικές αποδόσεις, δημιουργεί ανάγκες για νέες γεωτρήσεις ή έργα μεταφοράς νερού και αυξάνει τις επενδύσεις σε μονάδες αφαλάτωσης στα νησιά. Ταυτόχρονα, η τουριστική αιχμή συμπίπτει χρονικά με τη χαμηλότερη διαθεσιμότητα υδάτινων πόρων.

Οι καύσωνες και το κόστος της χαμένης εργασίας

Με την άνοδο της θερμοκρασίας αυξάνονται οι ώρες κατά τις οποίες η εργασία πρέπει να περιορίζεται ή να διακόπτεται για λόγους υγείας. Αυτό μεταφράζεται σε χαμένη παραγωγή και υψηλότερο κόστος εργασίας ανά παραγόμενη μονάδα, ιδιαίτερα σε μία οικονομία όπως η ελληνική, όπου μεγάλο μέρος της εποχικής παραγωγικής δραστηριότητας πραγματοποιείται το καλοκαίρι.

Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης τις συνέπειες για την υγεία. Το καλοκαίρι του 2024 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 574 επιπλέον θάνατοι ανά εκατομμύριο κατοίκων κατά την θερινή περίοδο, μία από τις υψηλότερες σχετικές επιβαρύνσεις στην ΕΕ. Χωρίς πρόσθετα μέτρα προσαρμογής, οι μελλοντικοί θάνατοι που σχετίζονται με τη ζέστη θα μπορούσαν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται η Κομισιόν, να αυξηθούν έως και σαράντα φορές.

Ακίνητα και παράκτιες περιοχές

Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας δημιουργεί διαφορετικού τύπου οικονομικό κίνδυνο. Δεν αφορά μόνο την απώλεια παραλίας, αλλά παράκτιες κατοικίες, τουριστικές μονάδες, δρόμους, λιμάνια, δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης και άλλες υποδομές μεγάλης αξίας.

Η Κομισιόν προειδοποιεί ότι εάν το σημερινό επίπεδο προστασίας των ακτών δεν ενισχυθεί, οι άμεσες οικονομικές ζημιές από παράκτιες πλημμύρες στην Ελλάδα θα αυξηθούν απότομα μέσα στον αιώνα.

Οι επιπτώσεις μπορεί να περάσουν σταδιακά και στις αξίες των ακινήτων. Όσο ένας κλιματικός κίνδυνος αποτυπώνεται καλύτερα στις ασφαλιστικές και τραπεζικές αποτιμήσεις, ένα ακίνητο που βρίσκεται σε περιοχή υψηλού πλημμυρικού, πυρικού ή παράκτιου κινδύνου μπορεί να αντιμετωπίζει υψηλότερα ασφάλιστρα και δυσμενέστερους όρους χρηματοδότησης.

Ανασφάλιστο το 95% των ζημιών από φυσικές καταστροφές

Το ασφαλιστικό κενό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σημεία ευπάθειας της ελληνικής οικονομίας. Από τις ζημιές των 18,3 δισ. ευρώ που καταγράφηκαν την περίοδο 1980 - 2024, ασφαλισμένο ήταν μόλις το 5%.

Με άλλα λόγια, περίπου 95 ευρώ από κάθε 100 ευρώ καταγεγραμμένης κλιματικής ζημιάς δεν καλύπτονταν από ιδιωτική ασφάλιση, με την επιφύλαξη ότι οι ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων δεν καταγράφουν πάντοτε πλήρως όλες τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις.

Το μεγαλύτερο ασφαλιστικό κενό για την Ελλάδα εντοπίζεται, σύμφωνα με την Κομισιόν, στις πυρκαγιές. Για να περιοριστεί το πρόβλημα έχουν ήδη θεσπιστεί υποχρεώσεις ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών για ορισμένες επιχειρήσεις και οχήματα, καθώς και μείωση του ΕΝΦΙΑ για ασφαλισμένες κατοικίες. Ωστόσο, η ίδια η Επιτροπή κρίνει ότι μέχρι στιγμής ο αντίκτυπος αυτών των μέτρων στη συνολική ασφαλιστική κάλυψη παραμένει περιορισμένος.

Το κόστος περνά στον κρατικό προϋπολογισμό

Όταν μία ζημιά δεν είναι ασφαλισμένη, μέρος της μεταφέρεται αναπόφευκτα στο κράτος. Μετά από μία μεγάλη καταστροφή απαιτούνται αποζημιώσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων, κρατική αρωγή, επισκευές δρόμων και δικτύων, στήριξη αγροτών, χρηματοδότηση δήμων και Περιφερειών και πρόσθετες δαπάνες πολιτικής προστασίας.

Ταυτόχρονα, το Δημόσιο υφίσταται έμμεσες απώλειες όταν μειώνεται η παραγωγή ή η κατανάλωση στις πληγείσες περιοχές και επομένως περιορίζονται φορολογικά έσοδα.

Η Κομισιόν προειδοποιεί πλέον ρητά ότι το κόστος των κλιματικών καταστροφών αποτελεί κίνδυνο όχι μόνο για την πραγματική οικονομία αλλά και για τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας.

Τα 701 δισ. ευρώ έως το 2100 - Τι ακριβώς σημαίνει η παλιά εκτίμηση της ΤτΕ

Στη δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως η εκτίμηση της Τράπεζας της Ελλάδος για κόστος 701 δισ. ευρώ έως το 2100. Χρειάζεται, ωστόσο, μία σημαντική διευκρίνιση: δεν πρόκειται για καινούργια πρόβλεψη ούτε για εκτίμηση ζημιών σε σημερινές τιμές.

Πρόκειται για τη θεμελιώδη μακροχρόνια μελέτη της Επιτροπής Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής, η οποία εξέτασε το σενάριο αδράνειας. Στο συγκεκριμένο σενάριο, η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να εμφανίζει ετήσια απώλεια ΑΕΠ περίπου 2% το 2050 και 6% το 2100, σε σχέση με την οικονομική πορεία που θα ακολουθούσε χωρίς την αντίστοιχη ένταση της κλιματικής μεταβολής. Το σωρευτικό κόστος έως το 2100 είχε υπολογισθεί σε 701 δισ. ευρώ σε σταθερές τιμές 2008.

Η ίδια ανάλυση έδειχνε και κάτι ακόμη σημαντικό: η προσαρμογή είναι οικονομικά φθηνότερη από την αδράνεια. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι επενδύσεις προσαρμογής μπορούν να μειώσουν το κόστος των κλιματικών ζημιών κατά σχεδόν 30%.

Από το κόστος των καταστροφών στο κόστος της χαμηλότερης ανάπτυξης

Το μεγαλύτερο οικονομικό πρόβλημα της κλιματικής κρίσης δεν είναι τελικά μόνο οι μεμονωμένες καταστροφές. Η συνεχής ανάγκη αποκατάστασης υποδομών αφαιρεί πόρους από νέες παραγωγικές επενδύσεις. Η χαμηλότερη αγροτική παραγωγή μεταφέρεται στις τιμές τροφίμων. Η λειψυδρία απαιτεί ακριβότερες υποδομές. Οι καύσωνες περιορίζουν τις παραγωγικές ώρες.

Οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες αυξάνουν το κόστος ασφάλισης και ενδεχομένως χρηματοδότησης. Και η υποβάθμιση του φυσικού κεφαλαίου μπορεί να επηρεάσει τη μελλοντική απόδοση τομέων όπως ο τουρισμός. Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο λόγω της δομής της ελληνικής οικονομίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι τουρισμός και μεταφορές αντιστοιχούν περίπου στο 20% του ΑΕΠ, δύο τομείς που εμφανίζουν ισχυρή έκθεση σε εξωτερικούς και κλιματικούς κινδύνους.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

ΔΕΘ: Σε πέντε άξονες τα μέτρα για την οικονομία - Από την ανάπτυξη και τους μισθούς, στην ακρίβεια, τη στέγη και τα χρέη

Το πρόγραμμα Τσίπρα ανεβάζει το θερμόμετρο - «Πέσιμο» Βορίδη στον Σαμαρά - Μέρες ’81 στο ΠΑΣΟΚ

Φυσικές καταστροφές: Τι δικαιούται όποιος χάσει το σπίτι του - Οι 4 νέες επιλογές, τι ισχύει για παλιούς πληγέντες

Φόρτωση BOLM...

reader insiderinsiderinsiderinsiderinsider