Νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ετοιμάζεται να εξαγγείλει η κυβέρνηση στο πλαίσιο της φετινής ΔΕΘ, προσθέτοντας ακόμη μια παρέμβαση στην στρατηγική αποκλιμάκωση του μη μισθολογικού κόστους που βρίσκεται σε εξέλιξη την τελευταία επταετία.
Στο οικονομικό επιτελείο πιστεύουν πως η ελάφρυνση των εργοδοτικών εισφορών μπορεί να διευκολύνει όλες τις επιχειρήσεις (κυρίως τις μικρές) να απορροφήσουν το κόστος μιας σημαντικής αύξησης του βασικού μισθού που θα ισχύσει από το 2027 και θα αποτελέσει την προμετωπίδα των κυβερνητικών εξαγγελιών.
Ήδη το βασικό σενάριο προβλέπει μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα από την 1η Ιανουαρίου 2027. Ωστόσο, όσο διευρύνεται ο δημοσιονομικός χώρος προσεγγίζοντας πλησίον των 2 δισ. ευρώ, τόσο ενισχύεται το ενδεχόμενο μιας μεγαλύτερης παρέμβασης, κατά μία ποσοστιαία μονάδα.
Δεδομένου ότι οι εργοδοτικές εισφορές του κλάδου ασθένειας ανέρχονται σήμερα σε 4,05%, σε περίπτωση μείωσής τους κατά μισή μονάδα, θα περιοριστούν στο 3,55% από την 1η Ιανουαρίου 2027, μειώνοντας περαιτέρω το μη μισθολογικό κόστος για περίπου 330.000 επιχειρήσεις.
Αν η μείωση είναι μεγαλύτερη, τότε το κέρδος για εργοδότες και εργαζόμενους θα είναι πολλαπλάσιο. Εάν τελικά επιλεγεί η μείωση κατά μία μονάδα, αυτή θα αφορά όχι μόνο τις εργοδοτικές εισφορές υπέρ του ΕΟΠΥΥ αλλά και εισφορές σε επιμέρους κλάδους της ΔΥΠΑ, όπως η εισφορά υπέρ κατάρτισης.
Στην περίπτωση που η μείωση «σπάσει» κατά 0,5% στις εργοδοτικές εισφορές και 0,5% στις εισφορές των εργαζομένων, το όφελος θα διπλασιαστεί καθώς οι εργοδότες θα έχουν μείωση του μισθολογικού κόστους και οι εργαζόμενοι μικρή αύξηση στις αποδοχές τους.
Έτσι για παράδειγμα, εργαζόμενος των 1.200 ευρώ στοιχίζει στον εργοδότη του 1.455,72 ευρώ μαζί με τις εισφορές (1.200 ευρώ μισθός και 255,72 ευρώ οι εισφορές που καταβάλλει ο εργοδότης). Με την μείωση εισφορών κατά 0,5 μονάδες, η επιχείρηση γλυτώνει 6 ευρώ το μήνα ανά εργαζόμενο και το κέρδος της ανεβαίνει όσο αυξάνεται ο μισθός του υπαλλήλους της.
Έμμεσες αυξήσεις λόγω μείωσης των δικών τους ασφαλιστικών κρατήσεων θα δουν και οι εργαζόμενοι, αν επικρατήσει το σενάριο μείωσης των εισφορών κατά μία ποσοστιαία μονάδα και επιμεριστεί σε εργοδότες και εργαζόμενους κατά 0,5% και 0,5%.
Πάντως σύμφωνα με την Eurostat, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 14η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το μη μισθολογικό κόστος εργασίας, δηλαδή το κόστος που επιβαρύνει τον εργοδότη πέραν των μισθών και περιλαμβάνει κυρίως τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές. Το σχετικό ποσοστό διαμορφώνεται περίπου στο 20,2% του συνολικού κόστους εργασίας, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σημαντικά χαμηλότερα από χώρες που παραδοσιακά επιβάλλουν υψηλές εργοδοτικές επιβαρύνσεις.
Στην κορυφή της σχετικής κατάταξης βρίσκεται η Γαλλία, όπου το μη μισθολογικό κόστος αντιστοιχεί στο 32,3% του συνολικού κόστους εργασίας, ακολουθεί η Σουηδία με 31,7% και η Σλοβακία με 28,6%. Υψηλές επιβαρύνσεις καταγράφουν επίσης η Ιταλία, η Ισπανία, η Αυστρία και η Γερμανία, όπου οι εργοδοτικές εισφορές εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό μέρος του κόστους εργασίας. Στον αντίποδα βρίσκονται η Ρουμανία, η Λιθουανία και η Μάλτα, οι οποίες εμφανίζουν τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.



