Ως το μεγάλο στοίχημα για την ανάπτυξη, την ευημερία και την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας κρίνεται η παραγωγικότητα της εργασίας, καθώς στο τέλος της ημέρας μεταφράζεται ως προϋπόθεση για καλύτερους μισθούς και διατηρήσιμη αύξηση του εισοδήματος.
Όπως αποτυπώνεται σε ειδική μελέτη του ΙΟΒΕ που διενεργήθηκε για λογαριασμό του ΣΕΒ και η οποία παρουσιάστηκε χθες το πρωί, η παραγωγικότητα εργασίας παραμένει χαμηλή στην Ελλάδα και μάλιστα κινείται στα επίπεδα του 2000, εξακολουθώντας να παρουσιάζει σημαντική απόκλιση έναντι του αντίστοιχου ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Σήμερα, η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 54% της ΕΕ, ενώ ανά ώρα, η παραγωγικότητα στη χώρα μας είναι στο 43% της ΕΕ.
Οι πιο «παραγωγικοί» κλάδοι
Σύμφωνα με τη μελέτη, η παραγωγικότητα διαφοροποιείται σημαντικά στους επιμέρους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, κατ’ αναλογία και με τα παραγωγικά τους χαρακτηριστικά, την κεφαλαιακή ένταση και την τεχνολογική τους βάση.
Σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας ανά εργαζόμενο, ο Χρηματοπιστωτικός τομέας βρίσκεται στην κορυφή με 157.300 ευρώ ανά εργαζόμενο και ακολουθούν η Βιομηχανία με €62.900 και ο κλάδος των Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών με 59.700 ευρώ.
Ωστόσο, θα πρέπει εδώ να σημειωθεί πως στις Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες απασχολείται το 1,6% του ενεργού πληθυσμού, στη Βιομηχανία το 9,5% και στις Τεχνολογίες Πληροφοριών και Επικοινωνιών το 2,4%.
Την ίδια στιγμή, οι κλάδοι με την υψηλότερη απασχόληση επιδεικνύουν σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα. Στο Εμπόριο (χονδρικό και λιανικό) απασχολείται το 17,1% και η παραγωγικότητα είναι στα €25.200, ενώ στα Καταλύματα και Εστίαση που απασχολείται το 14,2% η παραγωγικότητα είναι 20.400 ευρώ ανά εργαζόμενο.
Το μέγεθος
Όπως επιβεβαιώνουν επιπλέον στοιχεία της μελέτης, υπάρχει σημαντική απόσταση παραγωγικότητας μεταξύ μεγάλων και μικρότερων επιχειρήσεων, ενώ όσο πιο μεγάλη η επιχείρηση, τόσο πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο τείνει να είναι η παραγωγικότητά της. Οι μεγάλες επιχειρήσεις βρίσκονται εγγύτερα στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στην Ελλάδα, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις δημιουργούν 14.000 ευρώ ανά εργαζόμενο, οι μικρές 19.000 ευρώ, αυτές με 20-49 εργαζόμενους δημιουργούν 25.000 ευρώ, οι μεσαίες δημιουργούν 39.000 ευρώ και οι μεγάλες 72.000.
Τα αντίστοιχα νούμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι 42.000 ευρώ για τις πολύ μικρές, 51.000 ευρώ για τις μικρές, 57.000 ευρώ για τις επιχειρήσεις με 20-49 εργαζόμενους, 68.000 ευρώ για τις μεσαίες και €87.000 για τις μεγάλες.
Δηλαδή οι πολύ μικρές υπολείπονται κατά 67% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, οι μικρές κατά 63, οι με 20-49 εργαζόμενους κατά 55%, οι μεσαίες κατά 43% και οι μεγάλες κατά 17%.
Η Ελλάδα έχει μικρότερο ποσοστό μεγάλων επιχειρήσεων, ήτοι εκείνων που απασχολούν 250 και πλέον εργαζόμενους, σε σχέση με την ΕΕ, καθώς είναι το 0,1%, ενώ στην ΕΕ είναι 0,2%. Επίσης έχει σημαντικά λιγότερες μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς αντιπροσωπεύουν το 0,5% έναντι 0,8% στην ΕΕ.
Κεντρικός παράγοντας που εξηγεί τη χαμηλή παραγωγικότητα είναι το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων και κεφαλαίου ανά εργαζόμενο. Στους περισσότερους κλάδους, το κεφάλαιο ανά εργαζόμενο είναι πολλαπλάσιο στην ΕΕ σε σχέση με την Ελλάδα. Η έλλειψη επενδύσεων σε εξοπλισμό, τεχνολογία και παραγωγικές υποδομές δεν βοηθούν τις επιχειρήσεις να αυξήσουν την αποδοτικότητα της εργασίας.
Ποιες παρεμβάσεις απαιτούνται
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ και τον ΣΕΒ, το δομικό πρόβλημα παραγωγικότητας που αντιμετωπίζει η Ελλάδα απαιτεί πολύπλευρες, και ταυτόχρονες παρεμβάσεις.
Ειδικότερα, προτείνεται:
Για τις επιχειρήσεις:
- Αύξηση των επιχειρηματικών επενδύσεων για περαιτέρω σύγκλιση με τον μέσο όρο της EE
- Τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και ενίσχυση επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη
- Σταδιακή αύξηση του μέσου μεγέθους επιχειρήσεων, μέσω συνεργασιών και συγχωνεύσεων
Για την πολιτεία:
- Απλοποίηση αδειοδοτήσεων και μείωση ρυθμιστικής επιβάρυνσης
- Επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης
- Επενδυτικά κίνητρα (υπεραποσβέσεις, επιταχυνόμενες αποσβέσεις)
- Στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές
- Πολιτικές ενίσχυσης εξωστρέφειας
Για τις επιχειρήσεις και την πολιτεία:
- Αναβάθμιση επαγγελματικής εκπαίδευσης και ψηφιακών δεξιοτήτων, με διασύνδεση προγραμμάτων σπουδών με τις ανάγκες των κλάδων
- Ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, αναβάθμιση δεξιοτήτων εργαζομένων μέσης ηλικίας, προσέλκυση ατόμων υψηλής εξειδίκευσης από το εξωτερικό
- Επέκταση ψηφιακών υποδομών και αξιοποίησή τους από τις επιχειρήσεις (cloud, big data, αυτοματοποίηση, AI) σε συνδυασμό με αναδιοργάνωση διαδικασιών
- Υποστήριξη συνεργατικών σχηματισμών και τεχνολογικών οικοσυστημάτων για διάχυση τεχνολογίας και καλών πρακτικών