Βρισκόμαστε στα τέλη Ιουλίου του 2026, έβδομο μήνα ισχύος του Κανονισμού (ΕΕ) 2025/2649, της νομοθετικής δέσμης που έγινε γνωστή ως Omnibus III και που υποσχέθηκε να ελαφρύνει τη γραφειοκρατία της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Το κείμενο υπογράφηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2025, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την τελευταία ημέρα του έτους και ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2026. Την ίδια στιγμή που στις Βρυξέλλες κορυφώνεται η διαπραγμάτευση για την ΚΑΠ της περιόδου 2028 έως 2034, αξίζει να απαντηθεί ένα πιο πεζό ερώτημα. Τι από όσα ψηφίστηκαν έχει ήδη φτάσει στο ελληνικό χωράφι;
Το περιεχόμενο της δέσμης των μέτρων που ψηφίστηκαν είναι ουσιαστικό και δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Καταργείται η ετήσια εκκαθάριση επιδόσεων του άρθρου 54 του οριζόντιου κανονισμού, μια διαδικασία που απορροφούσε σημαντικούς πόρους των εθνικών διοικήσεων, χωρίς αντίστοιχο όφελος.
Θεσπίζεται δυνατότητα έκτακτων πληρωμών σε ενεργούς γεωργούς που πλήττονται από φυσικές καταστροφές και ακραία καιρικά φαινόμενα.
Εισάγεται κατ’ αποκοπή στήριξη έως 75.000 ευρώ για την επιχειρηματική ανάπτυξη μικρών εκμεταλλεύσεων.
Το ανώτατο ετήσιο ποσό της ενίσχυσης μικρών γεωργών ανεβαίνει στα 3.000 ευρώ.
Κατά την αρχική εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα μέτρα μπορούν να αποφέρουν ετήσια εξοικονόμηση έως 1,6 δισ. ευρώ για τους αγρότες και άνω των 200 εκατ. ευρώ για τις εθνικές διοικήσεις, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 προστέθηκε δεύτερο κύμα αλλαγών στη δευτερογενή νομοθεσία, αποτιμημένο σε επιπλέον 215 εκατ. ευρώ ετησίως και σε μείωση περίπου 20% του χρόνου που δαπανά ο παραγωγός σε διοικητικές υποχρεώσεις της ΚΑΠ.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη δυνατότητα και στην υποχρέωση;
Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο που η θεσμική επικοινωνία τείνει να προσπερνά. Ένας ευρωπαϊκός κανονισμός είναι άμεσα εφαρμοστέος, όμως το μεγαλύτερο μέρος του Omnibus III δεν θεσπίζει κανόνες. Θεσπίζει επιλογές. Το νέο άρθρο 28 ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν ενίσχυση σε μικρούς γεωργούς και ότι σχεδιάζουν την αντίστοιχη παρέμβαση στο Στρατηγικό Σχέδιο ως προαιρετική για τον γεωργό. Το ίδιο ισχύει για τις έκτακτες πληρωμές, για τη μεταχείριση των μερικώς βιολογικών εκμεταλλεύσεων και για τα εργαλεία διαχείρισης κινδύνων. Η απλούστευση, με άλλα λόγια, δεν είναι κληρονομιά που εισπράττεται αυτόματα. Είναι εργαλειοθήκη που κάποιος πρέπει να ανοίξει. Το κλειδί βρίσκεται στο Στρατηγικό Σχέδιο της κάθε χώρας και στις υπουργικές αποφάσεις που το εξειδικεύουν.
Για τον Έλληνα παραγωγό, μία μόνο αλλαγή ισχύει από μόνη της, χωρίς να χρειάζεται καμία ελληνική απόφαση. Ο παραγωγός που διαθέτει βιολογική πιστοποίηση σύμφωνα με τον Κανονισμό 2018/848 θεωρείται πλέον, εκ του νόμου, ότι τηρεί έξι από τα εννέα περιβαλλοντικά πρότυπα της αιρεσιμότητας για τις βιολογικές και τις υπό μετατροπή εκτάσεις του. Δεν καλείται να το αποδείξει και δεν ελέγχεται ξεχωριστά γι' αυτά. Το σκεπτικό είναι ότι η βιολογική πιστοποίηση συνεπάγεται ήδη ισοδύναμους ελέγχους, οπότε η διπλή εξέταση προσθέτει κόστος χωρίς να προσθέτει προστασία. Το κράτος μέλος έχει μόνο ένα περιθώριο, να περιορίσει το τεκμήριο στις εξ ολοκλήρου βιολογικές εκμεταλλεύσεις, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος των ελέγχων, αφήνοντας απέξω τις μεικτές. Για μια χώρα με εκτεταμένο βιολογικό ελαιώνα και σημαντικές βιολογικές αροτραίες εκτάσεις, η ρύθμιση δεν είναι διακοσμητική.
Χρειάζεται όμως προσοχή σε ένα σημείο που παρουσιάστηκε ευρέως ως μείωση ελέγχων. Ο κανονισμός δεν μειώνει τον αριθμό των επιτόπιων ελέγχων. Ορίζει ότι δεν επιλέγεται δικαιούχος ο οποίος έχει ήδη επιλεγεί για επιτόπιο έλεγχο εντός του ίδιου έτους, με ρητή επιφύλαξη ότι το επίπεδο των ελέγχων παραμένει αμετάβλητο. Πρόκειται για συγχώνευση επισκέψεων στο ίδιο αγρόκτημα, όχι για χαλάρωση της εποπτείας. Η διάκριση έχει σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική διοίκηση αναδιοργανώνει το σύστημα πληρωμών υπό την εποπτεία των ευρωπαϊκών θεσμών.
Τι περιμένει τροποποίηση του Στρατηγικού Σχεδίου;
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της δέσμης, το ποσό των 3.000 ευρώ για τους μικρούς γεωργούς, δεν αφορά σήμερα κανέναν Έλληνα παραγωγό. Το ελληνικό Στρατηγικό Σχέδιο, με συνολικό προϋπολογισμό 14,23 δισ. ευρώ δημόσιας δαπάνης, δεν περιλαμβάνει παρέμβαση του άρθρου 28. Οι παρεμβάσεις άμεσων ενισχύσεων που έχει ενεργοποιήσει η χώρα αφορούν τη βασική εισοδηματική στήριξη, την αναδιανεμητική στήριξη, τη συμπληρωματική ενίσχυση νέων γεωργών, τα οικολογικά σχήματα και τις συνδεδεμένες ενισχύσεις. Καθεστώς μικρών γεωργών δεν υπάρχει.
Η συνέπεια είναι διπλή και ξεπερνά το ύψος της ενίσχυσης. Ο Omnibus III εξαιρεί τους δικαιούχους του άρθρου 28 από ολόκληρο το σύστημα της αιρεσιμότητας, με το σκεπτικό ότι η εποπτευόμενη έκταση είναι περιορισμένη και το διοικητικό κόστος δυσανάλογο. Σε μια χώρα όπου ο μικρός και κατακερματισμένος κλήρος αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό και όχι εξαίρεση, η απουσία του καθεστώτος σημαίνει ότι χιλιάδες πολύ μικρές εκμεταλλεύσεις εξακολουθούν να υπάγονται στο πλήρες βάρος της αιρεσιμότητας, ενώ ο ευρωπαϊκός νομοθέτης έχει ήδη κρίνει ότι κάτι τέτοιο δεν συμφέρει ούτε τον παραγωγό ούτε τη διοίκηση. Η ενεργοποίηση απαιτεί τη δημιουργία νέας παρέμβασης μέσα από τη διαδικασία τροποποίησης του Στρατηγικού Σχεδίου, σε μια προγραμματική περίοδο που εκπνέει στο τέλος του 2027. Το χρονικό περιθώριο όσο περνά ο καιρός στενεύει.
Υπάρχει και μια η κατηγορία, η πιο εύγλωττη από όλες, επειδή δεν προϋποθέτει καμία θεσμική διαδικασία. Το άρθρο 44 του οριζόντιου κανονισμού τροποποιείται ώστε τα κράτη μέλη να μπορούν να καταβάλλουν, από τις 16 Οκτωβρίου και πριν την 1η Δεκεμβρίου, προκαταβολές έως 70% για τις άμεσες ενισχύσεις και έως 85% για τις παρεμβάσεις αγροτικής ανάπτυξης. Το ποσοστό αυτό δεν είναι καινούριο ως αριθμός. Είναι καινούριο ως καθεστώς. Έως σήμερα χορηγούνταν κατά περίπτωση, ύστερα από αίτημα του κράτους μέλους και έκτακτη άδεια της Επιτροπής, συνήθως με επίκληση ακραίων καιρικών φαινομένων ή προβλημάτων ρευστότητας. Πλέον αποτελεί μόνιμο δικαίωμα.
Για την ελληνική πραγματικότητα η σημασία είναι άμεση. Στο πακέτο του Ιουνίου 2026 καταβλήθηκαν, σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό, 617 εκατ. ευρώ σε περίπου 530.000 αγρότες. Σε ένα σύστημα που ανασυγκροτείται μετά τη μεταφορά του Οργανισμού Πληρωμών στην ΑΑΔΕ, η δυνατότητα να προγραμματίζεται εκ των προτέρων προκαταβολή 70% χωρίς ετήσια διαπραγμάτευση με τις Βρυξέλλες αφαιρεί έναν παράγοντα αβεβαιότητας από τον οικονομικό σχεδιασμό της εκμετάλλευσης. Η μόνη προϋπόθεση είναι μια εθνική απόφαση.
Η ευρωπαϊκή απλούστευση της ΚΑΠ είναι υπαρκτή και μετρήσιμη. Δεν είναι όμως μεταβιβάσιμη. Ένας κανονισμός που κατά κύριο λόγο παρέχει επιλογές μετατρέπει την απλούστευση από νομοθετικό γεγονός σε διοικητική ικανότητα. Το ερώτημα δεν είναι τι επιτρέπουν οι Βρυξέλλες, αλλά πόσο γρήγορα μια εθνική διοίκηση μεταφράζει την άδεια σε παρέμβαση, σε υπουργική απόφαση και τελικά σε πεδίο της Ενιαίας Αίτησης Ενίσχυσης.
Στη διαπραγμάτευση για την περίοδο 2028 έως 2034 η ελληνική πλευρά διεκδικεί, ορθά, μεγαλύτερη ευελιξία για τα κράτη μέλη. Η ευελιξία όμως έχει τίμημα και το τίμημα είναι η ευθύνη της επιλογής. Αν οι επιλογές που δόθηκαν το 2026 παραμείνουν αναξιοποίητες, το επιχείρημα υπέρ περισσότερης εθνικής ευχέρειας στην επόμενη ΚΑΠ χάνει μέρος της πειστικότητάς του.
Η προετοιμασία της Ενιαίας Αίτησης Ενίσχυσης του 2027 ξεκινά ουσιαστικά το φθινόπωρο και αποτελεί την επόμενη ρεαλιστική ευκαιρία να δοθεί απάντηση. Το ερώτημα είναι για ποια προετοιμασία του 2027 μπορεί να γίνεται λόγος, όταν η Ενιαία Αίτηση Ενίσχυσης του 2026 δεν έχει ακόμη ανοίξει, με το χρονοδιάγραμμα να έχει μετατεθεί διαδοχικά από τα μέσα Ιουνίου στα μέσα Ιουλίου. Η απλούστευση προϋποθέτει ένα σύστημα που λειτουργεί στον χρόνο του.



