Νέα είσοδο στην εγχώρια αγορά του private banking και του wealth management πραγματοποιεί η J. Safra Sarasin, με τον ελβετικό όμιλο να ανοίγει υποκατάστημα στην Αθήνα και να επιχειρεί να ενισχύσει την παρουσία του σε μια αγορά όπου το διεθνές ενδιαφέρον για τη διαχείριση ιδιωτικού πλούτου ψηλώνει διαρκώς.
Η νέα δραστηριότητα τίθεται σε λειτουργία από σήμερα, 15 Σεπτεμβρίου, μέσω της Banque J. Safra Sarasin (Luxembourg), η οποία δημιουργεί υποκατάστημα στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας 16, υπό τη σκέπη της Τράπεζας της Ελλάδος (έχει καταχωρηθεί στο μητρώο). Επικεφαλής της ελληνικής δραστηριότητας αναλαμβάνει η Λία Πιτταούλη, Managing Director της Banque J. Safra Sarasin Luxembourg, η οποία αναφέρεται στον CEO, Jules Moor.
Η κίνηση αποτελεί μέρος της στρατηγικής του ομίλου να ενισχύσει την παρουσία του σε βασικές ευρωπαϊκές αγορές. Το μοντέλο που επιλέγεται για την Ελλάδα έχει ξεκάθαρα διεθνή χαρακτηριστικά, καθώς η τοπική παρουσία στην Αθήνα θα συνδέεται με το booking center της τράπεζας στο Λουξεμβούργο, μέσω του οποίου οι πελάτες θα έχουν πρόσβαση στις διεθνείς δυνατότητες του ομίλου.
Στην πράξη, η Αθήνα λειτουργεί ως τοπικό σημείο επαφής για μια διεθνή πλατφόρμα wealth management, με την τράπεζα να προσφέρει επενδυτικές και υπηρεσίες διαχείρισης περιουσίας σε πελάτες που κατοικούν στην Ελλάδα. Στο επίκεντρο βρίσκονται πελάτες υψηλής καθαρής περιουσίας, οικογένειες και θεσμικοί επενδυτές που αναζητούν εξατομικευμένες λύσεις και πρόσβαση στη διεθνή υποδομή του ομίλου.
Όπως σημειώνει η κα. Λία Πιτταούλη, «η οικογενειακή ιδιοκτησία της Banque J. Safra Sarasin, η μακροπρόθεσμη στρατηγική της και η εστίαση σε private και institutional clients αποτελούν βασικά στοιχεία για την ανάπτυξη της νέας δραστηριότητας». Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην παρουσία του ομίλου στις βιώσιμες επενδύσεις, όπου, όπως αναφέρει, δραστηριοποιείται ως πρωτοπόρος για περισσότερα από 35 χρόνια.
Η J. Safra Sarasin έχει παρουσία σε περισσότερες από 35 αγορές διεθνώς, από την Ευρώπη και την Ασία έως τη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Διαχειρίζεται κεφάλαια πελατών άνω των 460 δισ. δολαρίων και απασχολεί περίπου 5.000 εργαζομένους, ενώ τα ίδια κεφάλαιά της ανέρχονται σε 7,1 δισ. δολάρια.



