Η προωθούμενη νομοθετική παρέμβαση για την επιβολή ανώτατων ορίων στο κόστος καταναλωτικής πίστης εισάγει ένα νέο πλαίσιο ως προς τη διαμόρφωση των επιβαρύνσεων σε δάνεια λιανικής, μετατοπίζοντας το βάρος από την επιμέρους τιμολόγηση προς τον συνολικό έλεγχο της οφειλής κατά τη διάρκεια ζωής της σύμβασης.
Η σχετική παρέμβαση εντάσσεται στο πλαίσιο επικείμενης ενσωμάτωσης ευρωπαϊκής οδηγίας για τα νέα δανειακά προϊόντα, η οποία παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα θέσπισης ανώτατων ορίων στο κόστος δανεισμού σε επίπεδο καταναλωτικής πίστης. Η οδηγία δεν προβλέπει συγκεκριμένα ποσοτικά όρια, αλλά αφήνει στη διακριτική ευχέρεια της εθνικής νομοθεσίας τον καθορισμό του εύρους και του τρόπου εφαρμογής των σχετικών περιορισμών.
Η χρονική ανάδειξη της πρωτοβουλίας εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κυβερνητικών παρεμβάσεων που ξεκίνησαν από τον μηδενισμό χρεώσεων και προμηθειών σε βασικές «λαϊκές» τραπεζικές συναλλαγές με χαρακτηριστικά «φιλολαϊκής» στόχευσης ενόψει της εκλογικής συγκυρίας.
Σύμφωνα με τις σχετικές κυβερνητικές αναφορές -μέσω του υπουργείου Ανάπτυξης- εξετάζεται η θέσπιση πλαφόν της τάξης του 30% - 50% σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο, προσέγγιση που, παραπέμπει σε ανώτατο όριο επί της συνολικής επιβάρυνσης και όχι σε μεμονωμένη παρέμβαση στα επιτόκια. Υπό αυτή την έννοια, το εξεταζόμενο σχήμα αφορά τον περιορισμό της σωρευτικής επίδρασης τόκων, προμηθειών και λοιπών χρεώσεων.
Σύμφωνα με τα τιμολόγια των τραπεζών, οι άμεσες χρεώσεις που συνδέονται με τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων παραμένουν περιορισμένες και σαφώς προσδιορισμένες, με ενδεικτικά έξοδα επεξεργασίας αιτήματος σε επίπεδα δεκάδων ή λίγων εκατοντάδων ευρώ. Αντιθέτως, η ουσιαστική επιβάρυνση διαμορφώνεται διαχρονικά μέσω τόκων και χρεώσεων που συνδέονται με τη διάρκεια και την εξυπηρέτηση της οφειλής.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η προωθούμενη ρύθμιση φαίνεται να στοχεύει στον περιορισμό φαινομένων υπέρμετρης διόγκωσης οφειλών, ιδίως σε προϊόντα ανακυκλούμενης πίστωσης και μικροχρηματοδότησης, μέσω θέσπισης ανώτατου ορίου στη συνολική επιβάρυνση. Η αποτελεσματικότητα της παρέμβασης θα εξαρτηθεί από τον ακριβή προσδιορισμό του δείκτη επί του οποίου θα εφαρμοστεί το πλαφόν, καθώς και από το εύρος εφαρμογής της ρύθμισης ως προς τα καλυπτόμενα προϊόντα.