Δεν υπάρχει ακόμη λόγος πανικού στην αγορά αμερικανικών ομολόγων, παρά τα αυξανόμενα σημάδια ανησυχίας για τη διόγκωση του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ, σύμφωνα με τη Yardeni Research.
Ο οίκος επισημαίνει ότι η αγορά προβληματίζεται τόσο από την αύξηση του δανεισμού των τεχνολογικών κολοσσών για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων σε AI, όσο και από το ενδεχόμενο νέων πληθωριστικών πιέσεων εάν οι τιμές του πετρελαίου κινηθούν υψηλότερα.
«Δεν πατάμε ακόμη το κουμπί του πανικού», ανέφεραν οι αναλυτές με επικεφαλής τον Εντ Γιαρντένι. «Ωστόσο, παρακολουθούμε στενά εάν οι “bond vigilantes” μπορεί να το κάνουν».
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου βρίσκεται στο 4,73%, κοντά στα υψηλότερα επίπεδα του τελευταίου και πλέον έτους. Η Yardeni εκτιμά ότι οι αποδόσεις μπορούν να συνεχίσουν να κινούνται σε ένα «φυσιολογικό» εύρος 4%-5%, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία και την εταιρική κερδοφορία. Ωστόσο, καθώς πλησιάζουν το άνω όριο αυτού του εύρους, η προσοχή στρέφεται στις κινήσεις των επενδυτών.
Η εταιρεία θυμίζει το καλοκαίρι του 2023, όταν οι αποδόσεις εκτινάχθηκαν από το 4% στο 5% μέσα σε λίγους μήνες, πριν τα υψηλά επίπεδα προσελκύσουν αγοραστές. Εκτιμά ότι μια αντίστοιχη επενδυτική ευκαιρία θα μπορούσε να εμφανιστεί και αυτή τη φορά.
Στο μεταξύ, μια παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν και υψηλότερες τιμές πετρελαίου θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον πληθωρισμό και να αυξήσουν τις πιθανότητες νέων αυξήσεων επιτοκίων από τη Fed. Παράλληλα, η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη έχει αυξήσει τον εταιρικό δανεισμό, φέρνοντας ουσιαστικά την Ουάσιγκτον και τη Silicon Valley να ανταγωνίζονται για την ίδια δεξαμενή κεφαλαίων.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις ΗΠΑ. Τα υψηλότερα αμερικανικά επιτόκια προσελκύουν κεφάλαια προς το δολάριο, ασκώντας πιέσεις σε νομίσματα όπως το γεν και το γουάν. Και καθώς τα αμερικανικά Treasuries αποτελούν παγκόσμιο σημείο αναφοράς, η άνοδος των αποδόσεών τους μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος δανεισμού για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά διεθνώς.
Ο ίδιος ο Γιαρντένι καθιέρωσε τον όρο «bond vigilantes» τη δεκαετία του 1980 για τους επενδυτές που «τιμωρούν» δημοσιονομικές πολιτικές τις οποίες θεωρούν πληθωριστικές, πουλώντας ομόλογα. Οι πωλήσεις ρίχνουν τις τιμές και ανεβάζουν τις αποδόσεις, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού και ασκώντας πίεση στις κυβερνήσεις για μεγαλύτερη δημοσιονομική πειθαρχία.



