Η επιχειρηματική επιτυχία δεν μετριέται πλέον μόνο με οικονομικούς δείκτες, αλλά και με την ικανότητα καινοτομίας, επένδυσης στους ανθρώπους, προσαρμογής στις αλλαγές και δημιουργίας διαρκούς αξίας, τόνισε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, στην εκδήλωση απονομής των βραβείων του Fortune Greece και της KPMG.
Όπως υπογράμμισε κάθε ελληνική επιχείρηση που διακρίνεται στις διεθνείς αγορές ενισχύει όχι μόνο τη δική της δυναμική, αλλά και τη θέση της Ελλάδας.
Πρόσθεσε δε, ότι «το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας: να δημιουργούμε ολοένα και περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις, που δεν θα αρκούνται στο να πρωταγωνιστήσουν εδώ, στην εγχώρια αγορά, αλλά θα έχουν το μέγεθος, την εξωστρέφεια και την αυτοπεποίθηση, να ανταγωνίζονται ισότιμα στις πιο απαιτητικές αγορές του πλανήτη».
«Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει αποκαταστήσει τη δημοσιονομική της αξιοπιστία, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, μειώνει σταθερά το δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, περιορίζει την ανεργία σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμούς πιο υψηλούς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα στοιχεία αυτά περιγράφουν όσα έχουμε πετύχει όλοι μαζί, κυρίως όμως, καθορίζουν το σημείο από το οποίο ξεκινά η επόμενη μεγάλη πρόκληση», επισήμανε μεταξύ άλλων ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας.
Επεσήμανε, παράλληλα, ότι «η επένδυση στους ανθρώπους είναι ίσως η πιο έξυπνη επιχειρηματική στρατηγική. Επενδύστε, λοιπόν, στους εργαζομένους σας. Επενδύστε στις δεξιότητές τους, επιβραβεύστε την προσπάθειά τους. Οι καλύτεροι μισθοί δεν είναι κόστος- είναι και κόστος, αλλά εγώ θα πω ότι δεν είναι κυρίως κόστος. Είναι επένδυση στην παραγωγικότητα, στην αφοσίωση, στη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ίδιας της επιχείρησης».
Αναλυτικά, ο υπουργός ευχαρίστησε το Fortune Greece και την KPMG και τους συνεχάρη, γιατί, όπως είπε, όλα αυτά τα χρόνια έχουν καθιερώσει έναν θεσμό που αποτελεί σημείο αναφοράς για την ελληνική επιχειρηματικότητα. «Σήμερα η επιχειρηματική επιτυχία κρίνεται σε πολλά περισσότερα πεδία από ό,τι στο παρελθόν. Κρίνεται από την ικανότητα μιας επιχείρησης να καινοτομεί, να επενδύει στους ανθρώπους της, να προσαρμόζεται στις αλλαγές, να εμπνέει εμπιστοσύνη και να δημιουργεί αξία με διάρκεια» ανέφερε. Και πρόσθεσε ότι «έχει ιδιαίτερη σημασία ότι η αναγνώριση αυτή προέρχεται από ανθρώπους που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει το να επιχειρείς, από ανθρώπους οι οποίοι έχουν βιώσει την αβεβαιότητα, έχουν επενδύσει, έχουν δημιουργήσει θέσεις εργασίας, έχουν πάρει δύσκολες αποφάσεις και γνωρίζουν ότι η πραγματική επιτυχία κατακτιέται με συνέπεια και με αντοχή».
«Αυτά τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν τις επιχειρήσεις με προοπτική είναι ακριβώς αυτά τα οποία χρειάζεται σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η ελληνική οικονομία. Τα τελευταία χρόνια η χώρα έχει αποκαταστήσει τη δημοσιονομική της αξιοπιστία, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, μειώνει σταθερά το δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, περιορίζει την ανεργία σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμούς πιο υψηλούς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα στοιχεία αυτά περιγράφουν όσα έχουμε πετύχει όλοι μαζί, κυρίως όμως, καθορίζουν το σημείο από το οποίο ξεκινά η επόμενη μεγάλη πρόκληση» υπογράμμισε ο κ. Πιερρακάκης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «για πολλά χρόνια ο στόχος δεν ήταν άλλος από το «η ελληνική οικονομία να σταθεί ξανά στα πόδια της». Να στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στην παραγωγικότητα, στην καινοτομία, στις επενδύσεις, στις εξαγωγές και σε επιχειρήσεις που αποκτούν κλίμακα και ισχυρή διεθνή παρουσία. Η εμπειρία όλων των οικονομιών που πέτυχαν διατηρήσιμη ευημερία, οδηγεί επακριβώς στο ίδιο συμπέρασμα: η μακροχρόνια ανάπτυξη γεννιέται από επιχειρήσεις που επενδύουν συστηματικά, που αυξάνουν την παραγωγικότητά τους, που καινοτομούν και που κατακτούν και νέες αγορές.
Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας: να δημιουργούμε ολοένα και περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις, που δεν θα αρκούνται στο να πρωταγωνιστήσουν εδώ, στην εγχώρια αγορά, αλλά θα έχουν το μέγεθος, την εξωστρέφεια και την αυτοπεποίθηση, να ανταγωνίζονται ισότιμα στις πιο απαιτητικές αγορές του πλανήτη».
«Κάθε ελληνική επιχείρηση που μεγαλώνει δεν διευρύνει μόνο τον δικό της κύκλο εργασιών, διευρύνει τις δυνατότητες, εν τοις πράγμασι, ολόκληρης της χώρας, και ολόκληρης της οικονομίας. Σε αυτήν ακριβώς την προσπάθεια, ο ρόλος της πολιτείας είναι νομίζω σαφής: να δημιουργήσει συνθήκες, οι οποίες επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να επενδύουν με μεγαλύτερη ασφάλεια, με μεγαλύτερη ταχύτητα και, ναι, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Σταθεροί κανόνες, αποτελεσματικοί θεσμοί, σύγχρονο κράτος, άνθρωποι με δεξιότητες που απαιτεί η νέα εποχή, μεγαλύτερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Η επόμενη φάση της ανάπτυξης προϋποθέτει περισσότερα κεφάλαια για επενδύσεις, για καινοτομία και για επιχειρήσεις οι οποίες θα θελήσουν να αποκτήσουν κλίμακα και διεθνή παρουσία. Τα κεφάλαια όμως δεν κινούνται μόνα τους. Αναζητούν οικονομίες που να εμπνέουν εμπιστοσύνη και που προσφέρουν σταθερότητα, προβλεψιμότητα και προοπτική.
Αυτή είναι η κατεύθυνση που προσπαθούμε να ακολουθήσουμε και που ακολουθούμε τα τελευταία χρόνια. Η εμπιστοσύνη είναι το σημαντικότερο κεφάλαιο μιας οικονομίας, αλλά και το σημαντικότερο κεφάλαιο μιας χώρας ευρύτερα. Είναι αυτό που επιτρέπει σε μια επιχείρηση να σχεδιάζει με ορίζοντα και να αναλαμβάνει το κόστος με το επόμενό της βήμα. Χωρίς εμπιστοσύνη οι επενδύσεις αναβάλλονται. Με εμπιστοσύνη οι επενδύσεις πολλαπλασιάζονται» τόνισε ο υπουργός.
«Όμως, όσο σημαντικό κι αν είναι το κατάλληλο περιβάλλον, το κατάλληλο θεσμικό περιβάλλον, η πραγματική δύναμη μιας οικονομίας κρίνεται τελικά μέσα στις ίδιες τις επιχειρήσεις της. Εκεί γεννιούνται ιδέες. Εκεί αναλαμβάνεται το επιχειρηματικό ρίσκο. Εκεί πραγματοποιούνται οι επενδύσεις. Εκεί δημιουργούνται οι νέες θέσεις εργασίας. Και εκεί είναι που χτίζεται κάθε μέρα η ανταγωνιστικότητα της χώρας μας. Οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν ξεχωρίζουν επειδή όλα πηγαίνουν καλά σε αυτές. Εγώ θα έλεγα ότι ξεχωρίζουν ακριβώς τις στιγμές εκείνες που δοκιμάζονται. Εκεί αποδεικνύεται η ποιότητα της διοίκησης, η ικανότητα του να παίρνεις αποφάσεις, του να προσαρμόζεσαι γρήγορα, να βλέπεις ευκαιρίες εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο κινδύνους ή κυρίως κινδύνους, και βασικά, με το να καταφέρνεις να μετατρέψεις την αβεβαιότητα σε προοπτική.
Kαμία όμως μεγάλη επιχείρηση δεν γίνεται μεγάλη μόνο χάρη στη διοίκηση της. Γίνεται μεγάλη, χάρη στους ανθρώπους της και γίνεται μεγάλη, χάρη στους εργαζομένους της. Το σημαντικότερο κεφάλαιο δεν είναι οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός έτσι όπως κάποιοι να νόμιζαν κάποτε. Είναι οι άνθρωποι. Είναι η γνώση τους, είναι η δημιουργικότητά τους, η κρίση τους, η ικανότητά τους να μαθαίνουν, να συνεργάζονται, να εξελίσσονται. Αυτό είναι σήμερα το ισχυρότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μιας επιχείρησης. Η δυνατότητά της να προσελκύει και κυρίως να διατηρεί εργαζομένους με ταλέντο, με φιλοδοξία και με υψηλές δεξιότητες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις του κόσμου ξεχωρίζουν γιατί δημιούργησαν οργανισμούς στους οποίους οι άνθρωποι θέλουν να ανήκουν. Οργανισμούς που να καλλιεργούν την πρωτοβουλία, την εμπιστοσύνη, τη διαρκή εξέλιξη» πρόσθεσε ο κ. Πιερρακάκης.
Και τόνισε πως «η επένδυση στους ανθρώπους είναι ίσως η πιο έξυπνη επιχειρηματική στρατηγική. Επενδύστε, λοιπόν, στους εργαζομένους σας. Επενδύστε στις δεξιότητές τους, επιβραβεύστε την προσπάθειά τους. Οι καλύτεροι μισθοί δεν είναι κόστος - είναι και κόστος, αλλά εγώ θα πω ότι δεν είναι κυρίως κόστος. Είναι επένδυση στην παραγωγικότητα, στην αφοσίωση, στη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ίδιας της επιχείρησης. Η συζήτηση αυτή γίνεται ακόμη πιο επίκαιρη σήμερα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, η ψηφιοποίηση, οι νέες τεχνολογίες, η ενεργειακή μετάβαση και οι γεωπολιτικές εξελίξεις επαναπροσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται ο πλούτος και η οικονομική ισχύς. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες η τεχνολογία δεν αλλάζει απλώς το τι παράγουμε. Αλλάζει το πώς παράγουμε, πώς εργαζόμαστε, πώς λαμβάνουμε αποφάσεις, πώς δημιουργούμε αξία. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι ποιος θα μπορέσει να αξιοποιήσει καλύτερα την τεχνολογία. Η θέση της Ελλάδας είναι στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων, συμβάλλοντας πλέον και στη διαμόρφωσή τους.
Χρειαζόμαστε σε αυτό το πλαίσιο περισσότερες επιχειρήσεις που να επενδύσουν στην έρευνα, περισσότερες επιχειρήσεις που να αξιοποιούν την τεχνολογία για να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, περισσότερες επιχειρήσεις που μεγαλώνουν, εξάγουν και αποκτούν διεθνές αποτύπωμα. Κάθε τέτοια επιχείρηση δημιουργεί πολύ περισσότερα από το δικό της κύκλο εργασιών. Δημιουργεί νέες αλυσίδες αξίας, καλύτερες δουλειές, ζήτηση για περισσότερες δεξιότητες, ευκαιρίες για νέους επιστήμονες, ερευνητές και νεοφυείς επιχειρήσεις. Και τελικά μεταφέρει γνώση και αυτοπεποίθηση σε ολόκληρη την οικονομία».
«Κάθε επιτυχημένη επιχείρηση ανοίγει τον δρόμο και για την επόμενη. Μεταφέρει τεχνογνωσία, δημιουργεί ευκαιρίες, εμπνέει νέους ανθρώπους, αποδεικνύει ότι η καινοτομία, η εξωστρέφεια και η ανάπτυξη μπορούν να έχουν ελληνική υπογραφή. Κάθε ελληνική επιχείρηση που κατακτά μια θέση στις πιο απαιτητικές αγορές του κόσμου δεν ισχυροποιεί μόνο τον εαυτό της. Ισχυροποιεί την Ελλάδα» κατέληξε ο κ. Πιερρακάκης.



