Η ενεργειακή κρίση επιστρέφει στην Ευρώπη με όρους πιο σύνθετους και δυνητικά πιο επικίνδυνους από το 2022. Στο επίκεντρο εξακολουθούν να βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, η θαλάσσια δίοδος που λειτουργεί ως βασική αρτηρία της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας. Από εκεί διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, δηλαδή 17 έως 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως, καθώς και κρίσιμες ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο.
Η αγορά δεν προεξοφλεί ένα πλήρες κλείσιμο της διόδου, αλλά ένα πιο σύνθετο και πιο ύπουλο σενάριο. Οι χρόνοι διέλευσης αυξάνονται, τα ασφάλιστρα μεταφοράς εκτοξεύονται, φορτία αλλάζουν πορεία και οι ροές αρχίζουν να εμφανίζουν μικρές αλλά κρίσιμες διαταραχές. Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και μια μερική απώλεια της τάξης των 2 - 3 εκατ. βαρελιών ημερησίως αρκεί για να διατηρήσει τις τιμές σε υψηλά επίπεδα και να ενσωματώσει ένα διαρκές γεωπολιτικό premium στην αγορά. Και όπως είναι γνωστό η αγορά συχνά τιμολογεί υψηλότερα την αβεβαιότητα παρά μια βραχυπρόθεσμη αλλά προβλέψιμη διαταραχή.
Αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία είναι ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην τιμή του πετρελαίου. Το ρίσκο επεκτείνεται σε ολόκληρη την αλυσίδα καυσίμων, από τη διύλιση μέχρι τη διανομή. Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, έχει προειδοποιήσει ότι η κρίση αυτή μπορεί να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση στην ιστορία, ξεπερνώντας ακόμη και τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ’70 και το σοκ του 2022. Στο ίδιο πλαίσιο, έχει επισημάνει ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με ελλείψεις στα αεροπορικά καύσιμα, με τα διαθέσιμα αποθέματα να επαρκούν μόλις για λίγες εβδομάδες, και μάλιστα σε μια περίοδο όπου αυξάνεται η τουριστική ζήτηση.
Η πίεση αυτή αρχίζει να γίνεται ορατή και σε επίπεδο πολιτικής. Οι τελευταίες ημέρες του Απριλίου σηματοδοτούν τη μετάβαση από την ανησυχία στην προετοιμασία. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενεργοποιείται σταδιακά το πλαίσιο των στρατηγικών αποθεμάτων, το οποίο προβλέπει κάλυψη τουλάχιστον 90 ημερών καθαρών εισαγωγών. Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτών των αποθεμάτων δεν είναι αυτόματη και απαιτεί πολιτική απόφαση και συντονισμό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα έχει ήδη κινηθεί προς απελευθέρωση περίπου 2 εκατ. βαρελιών καυσίμων από τα στρατηγικά της αποθέματα, επιχειρώντας να ενισχύσει τη ρευστότητα της αγοράς και να περιορίσει τις πιέσεις. Αντίστοιχες κινήσεις εξετάζονται και σε άλλα κράτη-μέλη, καθώς διαμορφώνεται η εκτίμηση ότι η αγορά μπορεί να περάσει από τη φάση της ακρίβειας στη φάση της πραγματικής στενότητας.
Σε αυτό το περιβάλλον πραγματοποιήθηκε η άτυπη σύνοδος των ηγετών της ΕΕ στην Κύπρο, στις 23 και 24 Απριλίου. Η σύνοδος δεν είχε χαρακτήρα λήψης αποφάσεων, αλλά λειτούργησε ως σημείο ευθυγράμμισης. Οι ηγέτες δεν μπήκαν σε τεχνικές λεπτομέρειες ή συγκεκριμένα εργαλεία πολιτικής, αλλά επιχείρησαν να αποτυπώσουν τον κίνδυνο και να χαράξουν κοινή κατεύθυνση.
Η ενέργεια συζητήθηκε ως κομμάτι ενός ευρύτερου πλαισίου που συνδέει γεωπολιτική, οικονομία και βιομηχανία. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή συνδέθηκαν άμεσα με τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και με τον κίνδυνο αυτές οι τιμές να μετατραπούν σε μόνιμη πίεση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το ενεργειακό κόστος αντιμετωπίζεται πλέον ως παράγοντας που επηρεάζει τη συνολική πορεία της ανάπτυξης και όχι απλώς ως συγκυριακή μεταβλητή.
Ο κ. Αντόνιο Κόστα, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, έδωσε τον τόνο μιλώντας για άμεσο αντίκτυπο στην οικονομική δραστηριότητα, ενώ η κ. Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έκανε ακόμη πιο σαφή τη σύνδεση: μια διαταραχή στη ροή πετρελαίου από το Ορμούζ δεν είναι ένα περιφερειακό γεγονός, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε πρόβλημα για τη λειτουργία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Αυτή ακριβώς η διάσταση αποτυπώνει και τη βασική μετατόπιση που καταγράφηκε στη σύνοδο. Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πλέον την ενεργειακή κρίση μόνο ως κρίση τιμών. Τη βλέπει ως κρίση ενεργειακής ασφάλειας, που αφορά τη σταθερότητα των ροών, την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας και την ικανότητα της οικονομίας να λειτουργεί υπό συνθήκες αβεβαιότητας.
Από τη σύνοδο στο επόμενο στάδιο παρεμβάσεων
Η άτυπη σύνοδος κορυφής των ηγετών της ΕΕ δεν κατέληξε σε συγκεκριμένα μέτρα, αλλά έστειλε ένα καθαρό πολιτικό μήνυμα, το οποίο ανατρέπει την στάση που τηρούσε πριν από έναν μήνα. Η Ευρώπη πρέπει να κινηθεί γρήγορα, κάτι το οποίο είχε τονίσει εξαρχής και η ελληνική πλευρά. Η πίεση μεταφέρεται πλέον στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τα κράτη-μέλη να ζητούν πιο άμεσες και πιο συγκεκριμένες παρεμβάσεις, καθώς αυξάνεται η ανησυχία ότι η κρίση μπορεί να κλιμακωθεί.
Οι εξελίξεις της 25ης και 26ης Απριλίου δείχνουν ότι το κλίμα αλλάζει. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον το αν χρειάζονται μέτρα, αλλά το πόσο γρήγορα μπορούν να εφαρμοστούν. Το πλαίσιο του «AccelerateEU» λειτουργεί ως βάση, όμως η πολιτική απαίτηση είναι να περάσει άμεσα στο στάδιο της υλοποίησης, με παρεμβάσεις που θα περιορίζουν το κόστος και θα ενισχύουν την ασφάλεια εφοδιασμού.
Μέσα στον Μάιο αναμένονται πιο συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που θα στοχεύουν στη μείωση της ενεργειακής επιβάρυνσης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αλλά και στη στήριξη της βιομηχανίας, η οποία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων. Παράλληλα, ενισχύεται ο συντονισμός για τη διαχείριση αποθεμάτων και την παρακολούθηση της αγοράς καυσίμων, ώστε να αποφευχθεί μια αιφνίδια μετάβαση από την ακρίβεια στην έλλειψη.
Σε στρατηγικό επίπεδο, η Ευρώπη επιταχύνει τις κινήσεις για μείωση της εξάρτησης από κρίσιμες διεθνείς διαδρομές όπως το Ορμούζ. Η διαφοροποίηση των προμηθειών, η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης αποκτούν πλέον χαρακτήρα όχι μόνο περιβαλλοντικό, αλλά και γεωπολιτικό.