Πόλεμος, ενέργεια και τιμές: Πώς η νέα γεωπολιτική κρίση δοκιμάζει το Green Deal της Ευρώπης

Πένη Χαλάτση
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Πόλεμος, ενέργεια και τιμές: Πώς η νέα γεωπολιτική κρίση δοκιμάζει το Green Deal της Ευρώπης
Οι εξελίξεις πιέζουν το Green Deal, μεταθέτουν μέτρα όπως το ETS2 και ενισχύουν τη συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια και το κόστος ενέργειας στην Ευρώπη.

Η κρίση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει ήδη τις διεθνείς αγορές ενέργειας, με τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου να κινούνται ανοδικά και τις αγορές να παρακολουθούν στενά τον κίνδυνο νέων διαταραχών στις ενεργειακές ροές. Το Brent κινείται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για πιθανές επιπτώσεις στις θαλάσσιες μεταφορές LNG. Σε αυτό το περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, η γεωπολιτική αστάθεια επηρεάζει όχι μόνο τις τιμές καυσίμων αλλά και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, δημιουργώντας νέες προκλήσεις για το Green Deal και την ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ένταση στην περιοχή δεν επηρεάζει μόνο τις διεθνείς τιμές καυσίμων. Αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, καθώς μπορεί να αυξήσει το κόστος ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, να πιέσει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και να επηρεάσει την υλοποίηση βασικών πολιτικών του Green Deal. Από το εμπόριο πετρελαίου και τις θαλάσσιες ενεργειακές διαδρομές μέχρι τις αλυσίδες εφοδιασμού της πράσινης τεχνολογίας, η γεωπολιτική αστάθεια μπορεί να δημιουργήσει νέες πιέσεις στην πορεία της ενεργειακής μετάβασης στην Ευρώπη.

Σε αυτό το πλαίσιο, όλο και περισσότεροι αναλυτές ενεργειακής πολιτικής αναφέρονται στην επιστροφή μιας προσέγγισης που περιγράφεται ως “security first energy policy”, δηλαδή μιας στρατηγικής όπου η ενεργειακή ασφάλεια και η επάρκεια εφοδιασμού αποκτούν προτεραιότητα σε σχέση με τους κλιματικούς στόχους, ιδιαίτερα σε περιόδους γεωπολιτικών κρίσεων.

Security first energy policy: Προτεραιότητα στην ενεργειακή ασφάλεια

Ο όρος «security first energy policy» χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια στο διεθνή διάλογο για την ενέργεια για να περιγράψει μια μετατόπιση της ενεργειακής πολιτικής προς την ασφάλεια εφοδιασμού. Σε περιόδους γεωπολιτικών εντάσεων ή ενεργειακών κρίσεων, οι κυβερνήσεις τείνουν να δίνουν προτεραιότητα στη διασφάλιση επαρκών ποσοτήτων ενέργειας, ακόμη και αν αυτό σημαίνει προσωρινή αύξηση της χρήσης ορυκτών καυσίμων.

Η τάση αυτή έγινε ιδιαίτερα εμφανής μετά την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες αύξησαν προσωρινά τη χρήση φυσικού αερίου και άλλων συμβατικών καυσίμων, ενώ παράλληλα ενίσχυσαν τις επενδύσεις σε υποδομές LNG και σε νέες πηγές προμήθειας.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται όλο και περισσότερο με μια ευρύτερη έννοια που χρησιμοποιούν διεθνή ενεργειακά think tanks: την λεγόμενη “wartime energy economics”, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι πόλεμοι μετασχηματίζουν την οικονομία της ενέργειας. Σε τέτοιες συνθήκες, οι ενεργειακές αγορές παύουν να λειτουργούν αποκλειστικά με βάση το χαμηλότερο κόστος και οι κυβερνήσεις στρέφονται στην ασφάλεια εφοδιασμού, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται υψηλότερες τιμές για την οικονομία.

Η Ευρώπη αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, περίπου το 40% έως 45% του φυσικού αερίου που κατανάλωνε η Ευρωπαϊκή Ένωση προερχόταν από τη Ρωσία. Σήμερα το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί δραστικά σε περίπου 12% έως 19%, καθώς η ΕΕ επιδιώκει να μηδενίσει πλήρως τις εισαγωγές ρωσικού αερίου έως το 2027.

Για να καλυφθεί το κενό, η Ευρώπη στράφηκε μαζικά στο LNG. Το 2023 οι εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου έφτασαν τα 134 δισ. κυβικά μέτρα, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 42% των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ. Η μετατόπιση αυτή δεν έγινε επειδή το LNG ήταν φθηνότερο, αλλά επειδή θεωρήθηκε ασφαλέστερη επιλογή σε ένα περιβάλλον αυξημένου γεωπολιτικού κινδύνου.

Παράλληλα, σε διεθνές επίπεδο καταγράφεται αυξημένο ενδιαφέρον για νέες έρευνες υδρογονανθράκων. Σύμφωνα με στοιχεία της ενεργειακής βιομηχανίας, ο αριθμός ενεργών υπεράκτιων γεωτρήσεων στην Ευρώπη έχει αυξηθεί περίπου κατά 20% τα τελευταία δύο χρόνια, ενώ χώρες όπως η Νορβηγία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν προχωρήσει σε νέους γύρους παραχωρήσεων για έρευνες πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν την παραγωγή υδρογονανθράκων και στηρίζουν περισσότερο νέες επενδύσεις στον τομέα της εξόρυξης, στο πλαίσιο της ενεργειακής ασφάλειας των δυτικών οικονομιών.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ελληνική κίνηση για την προώθηση νέων ερευνών υδρογονανθράκων, καθώς την επόμενη Πέμπτη αναμένεται η ψήφιση του νομοσχεδίου για την κύρωση των συμβάσεων έρευνας σε θαλάσσιες περιοχές στην Πελοπόννησο και την Κρήτη.

Σε αυτό το περιβάλλον, η γεωπολιτική αστάθεια μπορεί να επηρεάσει το Green Deal με πολλούς τρόπους: από τις τιμές ενέργειας και την κοινωνική αποδοχή των πολιτικών μέχρι την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και τις αλυσίδες εφοδιασμού της πράσινης τεχνολογίας.

Οι θαλάσσιοι ενεργειακοί δρόμοι και το ρίσκο νέου ενεργειακού σοκ στις τιμές ενέργειας

Η Μέση Ανατολή παραμένει η πιο κρίσιμη γεωγραφική περιοχή για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου. Περίπου το 30% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου προέρχεται από χώρες της περιοχής, ενώ σημαντικό μέρος των διεθνών ενεργειακών ροών διέρχεται από στενά και θαλάσσιες οδούς υψηλής γεωπολιτικής σημασίας.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα Στενά του Ορμούζ. Από το συγκεκριμένο σημείο διέρχονται καθημερινά περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 21% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και σε περισσότερο από το ένα τέταρτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου αργού. Παράλληλα, περίπου το 25% του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου μεταφέρεται μέσω της ίδιας θαλάσσιας διαδρομής.

Οποιαδήποτε στρατιωτική ένταση ή διακοπή στη διέλευση των πλοίων από αυτή τη δίοδο μπορεί να προκαλέσει απότομη άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας. Για την Ευρώπη, η οποία εξακολουθεί να εισάγει περίπου το 96% του πετρελαίου που καταναλώνει και περίπου το 80% του φυσικού αερίου της, μια τέτοια εξέλιξη θα είχε άμεσες οικονομικές συνέπειες.

Η πολιτική πίεση στο ETS2 και το κόστος για τα νοικοκυριά

Ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία του Green Deal είναι η επέκταση του συστήματος εμπορίας εκπομπών σε νέους τομείς της οικονομίας. Το νέο σύστημα ETS2, το οποίο αποτελεί μέρος του πακέτου Fit for 55, θα καλύψει τις εκπομπές από τα κτίρια και τις οδικές μεταφορές, εισάγοντας για πρώτη φορά ένα ξεχωριστό σύστημα τιμολόγησης άνθρακα για τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στη θέρμανση και στις μετακινήσεις.

Αρχικά είχε προγραμματιστεί να τεθεί σε εφαρμογή το 2027. Ωστόσο, στο πλαίσιο των πρόσφατων αποφάσεων για την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού κλιματικού πλαισίου και τον νέο στόχο μείωσης εκπομπών έως το 2040, η εφαρμογή του μετατέθηκε για το 2028, έπειτα από πιέσεις κρατών-μελών που ανησυχούν για το ενεργειακό κόστος και τις κοινωνικές επιπτώσεις της μετάβασης.

Η αναβολή αυτή θεωρείται από αρκετούς αναλυτές ενδεικτική των πολιτικών πιέσεων που δέχεται πλέον η ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική, καθώς η αύξηση των τιμών ενέργειας και η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας καθιστούν πιο δύσκολη την εφαρμογή ορισμένων από τα πιο φιλόδοξα μέτρα του Green Deal.

Τα κτίρια ευθύνονται για περίπου το 36% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και περίπου το 40% των εκπομπών CO₂ που σχετίζονται με την κατανάλωση ενέργειας. Παράλληλα, ο τομέας των μεταφορών ευθύνεται για περίπου το 25% των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Η λογική του ETS2 είναι να ενσωματώσει το κόστος άνθρακα στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για θέρμανση και μεταφορές. Ωστόσο, σε περιβάλλον υψηλών τιμών ενέργειας, το μέτρο γίνεται πολιτικά πιο δύσκολο.

Παράλληλα, η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας παραμένει κεντρικός πυλώνας της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καλύπτουν πλέον περίπου το 23% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ στην ηλεκτροπαραγωγή το ποσοστό ξεπερνά το 44%. Στην Ελλάδα, η συμμετοχή των ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας κινείται τα τελευταία χρόνια σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα, φτάνοντας περίπου το 50% σε ορισμένες περιόδους του έτους, κυρίως λόγω της ταχείας ανάπτυξης της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας. Ωστόσο, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι ακόμη και η επιτάχυνση των επενδύσεων σε ΑΠΕ δεν εξαλείφει πλήρως τις βραχυπρόθεσμες πιέσεις που μπορεί να προκαλέσουν οι γεωπολιτικές κρίσεις στις αγορές ενέργειας, ιδίως όταν επηρεάζονται οι διεθνείς τιμές καυσίμων και οι εφοδιαστικές αλυσίδες.

Η γεωπολιτική συγκυρία και ο ρόλος της Ελλάδας στον νέο ενεργειακό χάρτη

Η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο και τον ρόλο της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη, καθώς η χώρα ενισχύει σταδιακά τη θέση της ως κόμβος εισαγωγής και διαμετακόμισης φυσικού αερίου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ο τερματικός σταθμός LNG στη Ρεβυθούσα διαθέτει δυναμικότητα επαναεριοποίησης άνω των 7 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ετησίως, ενώ ο πλωτός τερματικός σταθμός LNG στην Αλεξανδρούπολη προσθέτει περίπου 5,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα επιπλέον δυναμικότητας, ενισχύοντας τον ρόλο της χώρας στις περιφερειακές ενεργειακές ροές.

Παράλληλα, η Ελλάδα συμμετέχει στον Κάθετο Διάδρομο Φυσικού Αερίου, ένα δίκτυο υποδομών που στοχεύει να συνδέσει τις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης με την Κεντρική Ευρώπη, διευκολύνοντας τη μεταφορά φυσικού αερίου από νέες πηγές προμήθειας.

Την ίδια στιγμή, το θέμα των εγχώριων ενεργειακών πόρων επανέρχεται στην πολιτική και ενεργειακή ατζέντα. Την Πέμπτη αναμένεται η ψήφιση του νομοσχεδίου για την κύρωση των συμβάσεων έρευνας υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης και στη δυτική Ελλάδα.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα φαίνεται να ακολουθεί μια διπλή ενεργειακή στρατηγική: από τη μία πλευρά επιδιώκει την επιτάχυνση της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο πλαίσιο του Green Deal και από την άλλη ενισχύει τον ρόλο της ως ενεργειακός κόμβος για την ευρωπαϊκή αγορά.

Το πώς θα ισορροπήσει αυτή η στρατηγική μεταξύ ενεργειακής ασφάλειας, γεωπολιτικής σταθερότητας και πράσινης μετάβασης αναμένεται να αποτελέσει έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες για την πορεία της ενεργειακής πολιτικής στην Ευρώπη τα επόμενα χρόνια.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Μπορεί η Ελλάδα να ξεμείνει από καύσιμα; Το «προηγούμενο» που ανησύχησε την αγορά

ΕΝΦΙΑ 2026: Προ των πυλών ο νέος λογαριασμός - Πότε θα αναρτηθούν τα εκκαθαριστικά για 7 εκατ. ιδιοκτήτες

Ράλι δίχως φρένα για το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια - Έκτακτη παρέμβαση εξετάζουν οι G7

Φόρτωση BOLM...
gazzetta
gazzetta reader insider insider