Μέσα σε πέντε χρόνια οι ξένοι επενδυτές αύξησαν τη συμμετοχή τους στην αξία των χαρτοφυλακίων του Χρηματιστηρίου της Αθήνας από 62% σε 69%. Στο ίδιο διάστημα η αξία των omnibus accounts εκτινάχθηκε από 1,5 δισ. ευρώ σε περισσότερα από 6,5 δισ. ευρώ. Η ελληνική αγορά γίνεται ολοένα και πιο διεθνής και πιο θεσμική.
Τα τελευταία στοιχεία της Euronext Athens επιβεβαιώνουν μια τάση που εξελίσσεται αθόρυβα εδώ και χρόνια. Το Χρηματιστήριο Αθηνών προσελκύει όλο και περισσότερα ξένα κεφάλαια, αυξάνει τη διεθνή του παρουσία και ενισχύει τη θέση του στους επενδυτικούς χάρτες. Την ίδια στιγμή, όμως, η συμμετοχή των Ελλήνων επενδυτών στην αξία των χαρτοφυλακίων υποχωρεί σταθερά.
Στο τέλος Μαΐου, οι αλλοδαποί επενδυτές κατείχαν το 68,53% της συνολικής αξίας των χαρτοφυλακίων στο ΧΑ, έναντι 31,47% των ημεδαπών. Η εικόνα είναι αισθητά διαφορετική από εκείνη του Απριλίου του 2021, όταν οι ημεδαποί κατείχαν περίπου το 37,8% της αξίας των χαρτοφυλακίων και οι αλλοδαποί το 62,2%.

Πρόκειται για μια μεταβολή που δεν μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακή. Σε διάστημα πέντε ετών, το μερίδιο των ξένων αυξήθηκε κατά περισσότερες από έξι ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το αντίστοιχο των Ελλήνων υποχώρησε ισόποσα. Πρόκειται για μια τάση που ουσιαστικά αποτυπώνει τη σταδιακή μετατόπιση του βάρους της αγοράς προς τα διεθνή κεφάλαια.
Από πολλές απόψεις, πρόκειται για θετική εξέλιξη. Η αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας, η βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών των εισηγμένων, η επιστροφή των τραπεζών σε υψηλή κερδοφορία και η ενίσχυση της επενδυτικής εικόνας της χώρας έχουν επαναφέρει την Ελλάδα στα «ραντάρ» μεγάλων διεθνών χαρτοφυλακίων.
Η γεωγραφική κατανομή των επενδυτών δείχνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τη μεγαλύτερη μεμονωμένη πηγή ξένων κεφαλαίων στην ελληνική αγορά, ενώ σημαντική είναι και η παρουσία επενδυτών από την Κύπρο, το Λουξεμβούργο, την Ελβετία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η διεθνοποίηση του ΧΑ δεν αποτυπώνεται όμως μόνο στη σύνθεση των επενδυτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι λογαριασμοί πελατείας, τα λεγόμενα omnibus accounts, μέσω των οποίων διεθνείς θεματοφύλακες και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί τηρούν συγκεντρωμένες θέσεις για λογαριασμό πολλών τελικών επενδυτών. Τον Απρίλιο του 2021, η αξία των χαρτοφυλακίων που τηρούνταν μέσω λογαριασμών πελατείας ανερχόταν σε περίπου 1,5 δισ. ευρώ. Σήμερα ξεπερνά τα 6,5 δισ. ευρώ, ενώ το μερίδιό τους στη συνολική αξία της αγοράς έχει αυξηθεί από περίπου 2,8% σε σχεδόν 4,6%.

Αυτό είναι ένδειξη ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών ενσωματώνεται όλο και περισσότερο στις διεθνείς επενδυτικές υποδομές. Μιλάμε πλέον για μια αγορά που γίνεται όλο και πιο θεσμική αλλά, κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις…
Απόντες οι Έλληνες ιδιώτες
Η άλλη όψη αφορά την κοινωνική συμμετοχή στην άνοδο του ΧΑ. Δηλαδή το κατά πόσο η βελτίωση της αγοράς, η αύξηση της κεφαλαιοποίησης και η επιστροφή των ξένων συνοδεύονται και από ουσιαστική διεύρυνση της εγχώριας επενδυτικής βάσης.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η απόσταση παραμένει μεγάλη. Στο Σύστημα Άυλων Τίτλων υπήρχαν στο τέλος Μαΐου συνολικά 995.255 μερίδες. Από αυτές, ενεργές μέσα στον μήνα ήταν μόλις 30.946, δηλαδή περίπου το 3,1% του συνόλου.
Ακόμη και αν εστιάσει κανείς μόνο στις ημεδαπές μερίδες, η εικόνα δεν αλλάζει ουσιαστικά. Οι ενεργές ημεδαπές μερίδες διαμορφώθηκαν σε 29.882, σε σύνολο 956.923 ημεδαπών μερίδων. Με άλλα λόγια, μόλις λίγο πάνω από το 3% των ελληνικών μερίδων κινήθηκε μέσα στον μήνα.
Προφανώς, οι μερίδες δεν ταυτίζονται απόλυτα με φυσικά πρόσωπα. Ωστόσο, ακόμη και με αυτή την επιφύλαξη, είναι σαφές ότι η χρηματιστηριακή άνοδος των τελευταίων ετών δεν έχει μετατραπεί ακόμη σε φαινόμενο ευρύτερης συμμετοχής των Ελλήνων αποταμιευτών. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για το επόμενο στάδιο ανάπτυξης της ελληνικής αγοράς. Το ΧΑ δεν έχει πλέον μόνο ανάγκη από περισσότερα ξένα κεφάλαια. Έχει ανάγκη και από μεγαλύτερη εγχώρια επενδυτική βάση. Βεβαίως, η εικόνα αυτή συνδέεται με ένα ευρύτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας. Οι Έλληνες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικά μεγαλύτερο μέρος του χρηματοοικονομικού τους πλούτου σε καταθέσεις και μετρητά σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο, ενώ η συμμετοχή τους σε επενδυτικά προϊόντα παραμένει περιορισμένη.
Αυτό ασφαλώς αντανακλά βαθύτερους παράγοντες. Την εμπειρία της κρίσης χρέους, τις ζημίες που υπέστησαν πολλοί αποταμιευτές στο παρελθόν, το χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, την υψηλή αποστροφή στον κίνδυνο και τη διαχρονική προτίμηση των Ελλήνων στην ακίνητη περιουσία. Κάπως έτσι, η ελληνική αγορά βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο. Από τη μία πλευρά, το ΧΑ γίνεται πιο ελκυστικό για τα διεθνή χαρτοφυλάκια. Από την άλλη, παραμένει μακριά από το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.
Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί τη δημιουργία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (SIU). Στόχος της πρωτοβουλίας είναι να κατευθυνθεί μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς τις κεφαλαιαγορές και τις παραγωγικές επενδύσεις.
Κάπως έτσι, το Χρηματιστήριο της Αθήνας βρίσκεται μπροστά σε ένα διπλό στοίχημα. Αφενός, να συνεχίσει να προσελκύει διεθνή κεφάλαια και να ενισχύει τη θέση του στους παγκόσμιους επενδυτικούς χάρτες. Τα στοιχεία δείχνουν ότι σε αυτό το μέτωπο η πορεία είναι θετική. Αφετέρου, να διευρύνει την εγχώρια επενδυτική βάση και να προσελκύσει περισσότερους Έλληνες αποταμιευτές. Αυτό αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολο μέχρι στιγμής.



