Καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε εξέλιξη και η γεωπολιτική ένταση στην ευρύτερη περιοχή κλιμακώνεται, οι αγορές ενέργειας και ναυτιλίας παρακολουθούν με αυξημένη ανησυχία τις εξελίξεις. Το ερώτημα που αρχίζει να τίθεται όλο και πιο έντονα δεν αφορά μόνο τις τιμές του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου, αλλά το κατά πόσο μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να επηρεάσει την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και τελικά την επάρκεια και το κόστος των τροφίμων.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι θαλάσσιοι «λαιμοί μπουκαλιού» του παγκόσμιου εμπορίου. Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και σημαντικές ποσότητες LNG. Μια σοβαρή διαταραχή στη διέλευση θα οδηγούσε σε εκτίναξη των τιμών ενέργειας, με άμεσες επιπτώσεις στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς αγροτικών προϊόντων.
Ταυτόχρονα, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στη Διώρυγα του Σουέζ επηρεάζει άμεσα τις παγκόσμιες ροές εμπορίου, καθώς περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου διέρχεται από εκεί. Αν η Ερυθρά Θάλασσα καταστεί επισφαλής, τα πλοία αναγκάζονται να ακολουθήσουν τη διαδρομή γύρω από την Αφρική, αυξάνοντας τον χρόνο μεταφοράς κατά 10 έως 15 ημέρες και επιβαρύνοντας τα ασφάλιστρα και τα ναύλα.
Η γεωπολιτική ένταση μετατρέπεται έτσι σε οικονομική αλυσίδα επιπτώσεων: άνοδος τιμών ενέργειας, αύξηση κόστους παραγωγής, επιβάρυνση μεταφορικών και πίεση στα νομίσματα χωρών που εισάγουν τρόφιμα σε δολάρια. Το αποτέλεσμα δεν είναι κατ’ ανάγκη παγκόσμια έλλειψη τροφίμων, αλλά ασύμμετρη κρίση που πλήττει κυρίως ευάλωτες οικονομίες.
- Από τα στενά του Ορμούζ στο καλάθι της νοικοκυράς
- Τι να σπείρω φέτος; Ο προβληματισμός του αγρότη που οδηγεί στην ακρίβεια στο ράφι…
Οι χώρες υψηλού κινδύνου
Η επισιτιστική κρίση δεν αφορά μόνο τη φυσική διαθεσιμότητα τροφίμων αλλά την οικονομική πρόσβαση σε αυτά. Η Αίγυπτος συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους εισαγωγείς σιταριού παγκοσμίως και επιδοτεί το ψωμί για δεκάδες εκατομμύρια πολίτες, γεγονός που σημαίνει ότι μια απότομη αύξηση διεθνών τιμών συνεπάγεται σοβαρή δημοσιονομική πίεση και κοινωνικό ρίσκο. Ο Λίβανος, ο οποίος βρίσκεται ήδη σε βαθιά οικονομική κρίση τα τελευταία χρόνια, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές σιτηρών με περιορισμένα συναλλαγματικά αποθέματα. Η Ιορδανία, με περιορισμένους φυσικούς πόρους και ενεργειακή εξάρτηση, αντιμετωπίζει παρόμοιες πιέσεις. Η Υεμένη, που βρίσκεται ήδη σε ανθρωπιστική κρίση, θα επιδεινωνόταν δραματικά από οποιαδήποτε νέα διαταραχή εφοδιασμού. Η Τυνησία και αρκετές χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής, με υψηλό δημόσιο χρέος και εξάρτηση από εισαγωγές σιτηρών και λιπασμάτων, συγκαταλέγονται επίσης στις πλέον ευάλωτες οικονομίες, όπως φάνηκε έντονα την περίοδο των ανατιμήσεων το 2022.
Λιπάσματα, αγροτική παραγωγή και ενέργεια: Ο μηχανισμός μετάδοσης της κρίσης
Η σύνδεση ενέργειας και τροφίμων είναι άμεση. Τα αζωτούχα λιπάσματα, όπως η ουρία και η αμμωνία, παράγονται με βασική πρώτη ύλη το φυσικό αέριο, το οποίο δεν λειτουργεί μόνο ως καύσιμο αλλά και ως χημικό συστατικό στη διαδικασία παραγωγής. Όταν οι τιμές φυσικού αερίου αυξάνονται, αυξάνεται αυτόματα και το κόστος παραγωγής λιπασμάτων, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις εργοστάσια μειώνουν ή διακόπτουν τη λειτουργία τους, περιορίζοντας την προσφορά. Παράλληλα, η γεωργία εξαρτάται από το πετρέλαιο για τη λειτουργία μηχανημάτων, την άρδευση, τη μεταφορά και την αποθήκευση προϊόντων. Η άνοδος του Brent μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος καλλιέργειας, το οποίο μετακυλίεται στις τελικές τιμές τροφίμων. Επιπλέον, τα λιπάσματα και πολλές αγροτικές εισροές αποτελούν αντικείμενο διεθνούς εμπορίου. Επομένως, κάθε αύξηση ναύλων ή ασφάλιστρων επηρεάζει άμεσα την τελική τιμή τους.
Παράδειγμα διαταραχής: Η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα το 2022
Η εμπειρία του 2022 απέδειξε πώς η γεωπολιτική ένταση μπορεί να επηρεάσει άμεσα την αγορά τροφίμων. Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ουκρανία οδήγησε σε εκτίναξη των τιμών φυσικού αερίου στην Ευρώπη και σε σημαντική αύξηση του κόστους λιπασμάτων, ενώ ταυτόχρονα οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές και η αυξημένη αβεβαιότητα στη ναυσιπλοΐα στην ευρύτερη περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας και της Ανατολικής Μεσογείου επιβάρυναν τα ναύλα και τα ασφάλιστρα. Το αποτέλεσμα δεν ήταν παγκόσμια έλλειψη τροφίμων, αλλά έντονες πληθωριστικές πιέσεις, ιδίως σε χώρες με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές.
Ελλάδα: Θωρακισμένη από ελλείψεις, αλλά ευάλωτη στις τιμές
Η Ελλάδα, όπως και οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαθέτει θεσμικά και παραγωγικά «μαξιλάρια» που μειώνουν δραστικά τον κίνδυνο μιας καθαρής επισιτιστικής κρίσης, δηλαδή φυσικής έλλειψης τροφίμων. Η συμμετοχή στην ενιαία αγορά της ΕΕ διασφαλίζει πρόσβαση σε εσωτερικές εφοδιαστικές ροές ακόμη και σε περιόδους διεθνών διαταραχών, ενώ η χώρα διαθέτει σημαντική εγχώρια παραγωγή σε βασικά αγροτικά προϊόντα – από φρούτα και λαχανικά έως ελαιόλαδο και γαλακτοκομικά – περιορίζοντας την εξάρτηση από κρίσιμες εισαγωγές. Παράλληλα, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί στήριξης και η δυνατότητα κρατικών παρεμβάσεων, όπως αποδείχθηκε κατά την ενεργειακή κρίση του 2022 με τις επιδοτήσεις σε ενέργεια και καύσιμα, λειτουργούν ως απορροφητές κραδασμών.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν κινδυνεύει άμεσα από άδεια ράφια δεν σημαίνει ότι δεν κινδυνεύει καθόλου. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι η περαιτέρω επιβάρυνση των τιμών σε μια αγορά που ήδη κινείται σε υψηλά επίπεδα. Όπως έχει αναφέρει σε σχετικό ρεπορτάζ το Insider.gr, οι τιμές χονδρικής σε φρέσκα λαχανικά έχουν καταγράψει εντυπωσιακές αυξήσεις: για παράδειγμα, τα κολοκύθια έχουν φτάσει κοντά στα 2,7 €/κιλό χονδρική, τα αγγούρια στα 1,3 €/τεμ. χονδρική, ενώ πολλές τιμές προϊόντων όχι μόνο δεν μειώθηκαν, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με πέρυσι. Αυτές οι αυξήσεις καταλήγουν στο ράφι με προσαυξήσεις, καθιστώντας ολοένα και πιο δύσκολη την πρόσβαση σε ποιοτική διατροφή για τα νοικοκυριά.
Σε αυτό το περιβάλλον, μια νέα διεθνής ενεργειακή ή ναυτιλιακή αναταραχή δεν θα οδηγούσε πιθανότατα σε φυσική ανεπάρκεια τροφίμων στην Ελλάδα, αλλά θα μπορούσε να επιδεινώσει περαιτέρω το κόστος παραγωγής και διανομής, μετακυλίοντας πρόσθετες αυξήσεις στους καταναλωτές.
Η απειλή, επομένως, δεν είναι η επισιτιστική κατάρρευση, αλλά η παγίωση μιας «ακριβής κανονικότητας», όπου η πρόσβαση σε βασικά αγαθά γίνεται ολοένα και πιο δαπανηρή. Και αυτή η διάσταση, αν και ποιοτικά διαφορετική από την έλλειψη, είναι κοινωνικά και οικονομικά εξίσου κρίσιμη.