Το γερμανικό εκλογικό crash test κορυφώνεται

Δημήτρης Ζάντζας
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Το γερμανικό εκλογικό crash test κορυφώνεται
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του insider.gr στην Google
Μια εκλογική χρονιά που άρχισε σχετικά ήρεμα, φαίνεται ότι θα κλείσει με πάταγο. Μέσα σε δύο εβδομάδες θα διεξαχθούν εκλογές σε τρία κρατίδια, σε κανένα εκ των οποίων η σημερινή κυβερνητική συμμαχία δεν διατηρεί πλειοψηφία.

Tο γερμανικό εκλογικό crash test του 2026 μπαίνει στην πιο δύσκολη φάση του. Μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων θα διεξαχθούν τρεις ακόμη εκλογικές αναμετρήσεις, αρχής γενομένης την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου από τη Σαξονία-Άνχαλτ. Στις 20 Σεπτεμβρίου ακολουθούν το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και το Βερολίνο.

Συνολικά, περίπου 5,4 εκατομμύρια πολίτες, αριθμός που αντιστοιχεί στο 8% του γερμανικού εκλογικού σώματος, καλούνται στις κάλπες. Αυτή τη φορά, το διακύβευμα δεν είναι απλώς η δημοτικότητα της κυβέρνησης. Τα αποτελέσματα αυτών των αναμετρήσεων θα δείξουν πόση πολιτική ισχύς απομένει στην κυβέρνηση Μερτς για να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις της και αν ο κυβερνητικός συνασπισμός μπορεί να αντέξει μέχρι το τέλος της κοινοβουλευτικής περιόδου.

ING και UBS συμφωνούν ότι οι άμεσες οικονομικές επιπτώσεις των εκλογών θα είναι περιορισμένες. Οι πολιτικές αναταράξεις που μπορεί να προκαλέσουν, όμως, ενδέχεται να καθορίσουν την πορεία των μεταρρυθμίσεων και, τελικά, τις προοπτικές της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης.

«Θερμό» πολιτικό φθινόπωρο

Οι δύο πρώτες φετινές εκλογικές δοκιμασίες έδωσαν ήδη μια πρόγευση. Στη Βάδη-Βυρτεμβέργη οι Πράσινοι διατήρησαν οριακά την πρωτιά, με διαφορά περίπου 27.000 ψήφων από το CDU, παρά την άνοδο των Χριστιανοδημοκρατών κατά σχεδόν έξι ποσοστιαίες μονάδες. Στη Ρηνανία-Παλατινάτο, αντίθετα, το CDU έβαλε τέλος σε 35 χρόνια διακυβέρνησης των Σοσιαλδημοκρατών. Το κόμμα του Μερτς απέφυγε έτσι μια καθαρή ήττα, αλλά δεν βγήκε αλώβητο, ενώ το SPD συνέχισε την πτωτική πορεία των τελευταίων ετών.

Έτσι, η εκλογική χρονιά άρχισε σχετικά ήρεμα, αλλά φαίνεται ότι θα κλείσει με πάταγο, όπως σχολιάζει σε ανάλυσή του ο επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING, Carsten Brzeski.

Οι περιφερειακές εκλογές επηρεάζουν την ομοσπονδιακή πολιτική με δύο τρόπους. Άμεσα, μέσω του Bundesrat, το οποίο εξετάζει κάθε νόμο που ψηφίζει το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο και μπορεί να ασκήσει βέτο σε νομοθετήματα που αφορούν τις αρμοδιότητες των κρατιδίων. Και έμμεσα, μέσω του κλίματος που διαμορφώνουν στο εσωτερικό των κομμάτων και του κυβερνητικού συνασπισμού. Μια περιφερειακή εκλογική αναμέτρηση είναι ταυτόχρονα ψήφος για τοπικά ζητήματα και πολιτικά πρόσωπα, αλλά και μια διαρκής δημοσκόπηση για τη δημοτικότητα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Τώρα, μέσα σε δύο εβδομάδες, εκλέγονται τρία κοινοβούλια κρατιδίων. Το αποτέλεσμά τους θα καθορίσει το πολιτικό κλίμα στο Βερολίνο για τα υπόλοιπα τρία χρόνια της κοινοβουλευτικής περιόδου ή θα μπορούσε ακόμη και να οδηγήσει σε πρόωρο τέλος τον κυβερνητικό συνασπισμό, σχολιάζει ο Brzeski. Υπενθυμίζοντας ότι στα δύο από τα τρία κρατίδια προηγείται το AfD. Στο τρίτο προηγείται η Αριστερά, Die Linke. Σε κανένα από τα τρία η σημερινή κυβερνητική συμμαχία δεν διατηρεί πλειοψηφία.

Η συγκυρία πάντως δεν ευνοεί την κυβέρνηση. Ο Φρίντριχ Μερτς είναι ένας από τους λιγότερο δημοφιλείς καγκελάριους στην ιστορία της χώρας. Το κόμμα του συγκεντρώνει περίπου 21% στις εθνικές δημοσκοπήσεις, το SPD 12% και το AfD 29%.

Διαβάστε ακόμα: Γερμανία- δημοσκόπηση: Στο 28% η AfD, επτά μονάδες μπροστά από το CDU/CSU του Μερτς

«Η κυβέρνηση και η χώρα δυσκολεύονται να συμφωνήσουν στις εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για να βγει η οικονομία από τη στασιμότητα, η οποία έχει διαρκέσει υπερβολικά πολύ, να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα και να αντιμετωπιστούν διαρθρωτικές προκλήσεις, από τη δημογραφική αλλαγή έως τον μεταβαλλόμενο ρόλο της Κίνας στην παγκόσμια οικονομία» επισημαίνει ο επικεφαλής οικονομολόγος της ING.

Όπως εξηγεί ο ίδιος, CDU και SPD συμφώνησαν σε ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων λίγο πριν από το καλοκαίρι. Ωστόσο, δεν το στηρίζουν όλοι στο εσωτερικό των δύο κομμάτων, ενώ η εφαρμογή του αποδεικνύεται δύσκολη και χρονοβόρα. Το AfD, από την πλευρά του, επωφελείται τόσο από την αδυναμία -και ορισμένες φορές την απροθυμία- της κυβέρνησης να προωθήσει γρήγορα τις μεταρρυθμίσεις όσο και από το απλό γεγονός ότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν κόστος.

Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις

Η εκλογική αναμέτρηση που πιθανότατα έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τη συνολική εικόνα είναι εκείνη της Σαξονίας-Άνχαλτ, στις 6 Σεπτεμβρίου. Όχι λόγω του μεγέθους του κρατιδίου, αλλά επειδή το AfD καταγράφει ποσοστό άνω του 42% και θα μπορούσε, για πρώτη φορά στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, να αναδείξει πρωθυπουργό κρατιδίου.

Το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία παρουσιάζει μια κάπως διαφορετική εικόνα. Το AfD του Λάιφ-Έρικ Χολμ προηγείται με 36%, αλλά το SPD της Μανουέλα Σβέζιγκ βρίσκεται στο 29%, ένα εντυπωσιακό ποσοστό για ένα κόμμα που σε εθνικό επίπεδο κινείται γύρω στο 12%. Όταν οι ψηφοφόροι ερωτώνται ευθέως ποιον θέλουν για πρωθυπουργό, επιλέγουν τη Σβέζιγκ έναντι του Χολμ με 47% έναντι 27%. Μόλις το 12% επιθυμεί κυβέρνηση υπό την ηγεσία του CDU.

Το Βερολίνο αποτελεί διαφορετική περίπτωση. Το AfD βρίσκεται στο 17%, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από εκείνο του 2023, αλλά πολύ μακριά από την πρώτη θέση. Εδώ, το βασικό χαρακτηριστικό είναι ο κατακερματισμός. Die Linke, CDU, AfD, Πράσινοι και SPD βρίσκονται σήμερα μέσα σε ένα εύρος μόλις έξι ποσοστιαίων μονάδων και κάθε ρεαλιστικός κυβερνητικός συνασπισμός απαιτεί τη συμμετοχή τριών κομμάτων.

Οι επιπτώσεις των τριών εκλογών

Όπως εξηγεί ο Carsten Brzeski, ο άμεσος αντίκτυπος των εκλογών του Σεπτεμβρίου στη γερμανική οικονομία θα είναι πολύ περιορισμένος. Στην καλύτερη περίπτωση, οι νέες κυβερνήσεις των κρατιδίων θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την υποστήριξη προς το ομοσπονδιακό πακέτο μεταρρυθμίσεων και να επιβραδύνουν την εφαρμογή του ή, τελικά, να το εκτροχιάσουν.

Ο έμμεσος αντίκτυπος, όμως, θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερος. Πέρα από τη συμβολική επίδραση που θα είχαν στη διάθεση των ξένων επενδυτών μία ή περισσότερες νίκες του AfD, ενδέχεται να προκληθούν εσωτερικές αντιδράσεις στα κόμματα, οι οποίες θα μπορούσαν να επιβραδύνουν περαιτέρω τις μεταρρυθμίσεις και, τελικά, να ρίξουν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Τρεις πιθανοί καταλύτες αξίζει να παρακολουθούνται, όπως σημειώνει ο οικονομολόγος της ING. Πρώτον, η γραμμή μη συνεργασίας με το AfD γίνεται πολιτικά ακριβή και οι Χριστιανοδημοκράτες θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα δύσκολο δίλημμα. Θα επιμείνουν στον αποκλεισμό του AfD ή στην κομματική απόφαση που απαγορεύει τη συγκυβέρνηση με την Αριστερά;

Δεύτερον, αυξάνεται η πίεση στον Μερτς. Η χαμηλή δημοτικότητά του, η αναδίπλωση στο ζήτημα του «κόφτη χρέους», οι καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις και η απόσταση μεταξύ εξαγγελιών και πράξεων προκαλούν αντιδράσεις στο CDU. Οι φήμες περί αμφισβήτησης της ηγεσίας του μετά τις εκλογές αποκαλύπτουν την εσωκομματική αναταραχή.

Τρίτον, βαθαίνει η κρίση του SPD. Οι Σοσιαλδημοκράτες κινδυνεύουν να μείνουν κάτω από το όριο του 5% στη Σαξονία-Άνχαλτ, εξέλιξη πρωτοφανής και ιδιαίτερα αποσταθεροποιητική. Μια νέα εκλογική ήττα θα μπορούσε να πυροδοτήσει εσωτερική σύγκρουση για το αν το κόμμα θα συνεχίσει να στηρίζει τις κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις ή θα επιδιώξει την ανατροπή τους.

Για τη γερμανική οικονομία, ελάχιστα θα αλλάξουν άμεσα τον Σεπτέμβριο. Οι εκλογές, όμως, μπορούν να αυξήσουν σημαντικά το πολιτικό κόστος των κυβερνητικών σχεδίων και να περιορίσουν τον χρόνο που απομένει για την υλοποίησή τους.

Κίνδυνος να φρενάρουν οι μεταρρυθμίσεις

Στις πιθανές οικονομικές συνέπειες των εκλογών εστιάζει από την πλευρά της η UBS. Η τράπεζα εκτιμά ότι η άμεση επίδραση στη νομοθετική διαδικασία θα είναι περιορισμένη, καθώς τα τρία κρατίδια διαθέτουν συνολικά 11 από τις 69 ψήφους του Bundesrat. Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση σε ενδεχόμενες βαριές απώλειες των CDU/CSU και SPD.

Ένα αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα θα μπορούσε αρχικά να ωθήσει την κυβέρνηση να επισπεύσει τις δημόσιες δαπάνες, σε μια προσπάθεια να ανακτήσει πολιτική στήριξη. Σε αυτή την περίπτωση θα υπήρχε πρόσθετη ώθηση τόσο στην ανάπτυξη όσο και στο οικονομικό κλίμα. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πιθανότητα. Αν, αντιθέτως,, CDU/CSU και SPD υποστούν βαριές ήττες, μπορεί να αποδώσουν το αποτέλεσμα στις μεταρρυθμίσεις που παρουσίασε η κυβέρνηση τον Ιούλιο και να περιορίσουν το εύρος τους καθώς αυτές θα περνούν από το κοινοβούλιο. Αυτό θα μπορούσε, για παράδειγμα, να οδηγήσει στη διατήρηση επιδοτήσεων για την πρόωρη συνταξιοδότηση, τις οποίες η κυβέρνηση σχεδιάζει να καταργήσει.

Η άμεση επίδραση στην ανάπτυξη θα ήταν μάλλον περιορισμένη, θα μπορούσε, ωστόσο, να πληγεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών προς τη Γερμανία. Η UBS θεωρεί ότι η δημοσιονομική επέκταση θα απειληθεί ουσιαστικά μόνο εάν καταρρεύσει η κυβέρνηση και δεν μπορεί πλέον να εγκρίνει τους ετήσιους προϋπολογισμούς που απαιτούνται για την εφαρμογή της. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα προϋπέθετε ο Μερτς να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης και να την απολέσει. Ωστόσο, πολιτικοί αναλυτές με τους οποίους συνομίλησε η UBS στο Βερολίνο θεωρούν αυτό το σενάριο απίθανο.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Τα «δώρα» της ΔΕΘ για μισθωτούς, συνταξιούχους και οικογένειες με παιδιά

Τσιτσιπάς και Σάκκαρη στους πιο ακριβοπληρωμένους παίκτες τένις του 2026;

Σούπερ μάρκετ: Στα ράφια 1.740 κωδικοί με χαμηλότερες τιμές - Στο 9,5% η μέση μείωση - Αναλυτικές λίστες

Φόρτωση BOLM...

reader insiderinsiderinsiderinsiderinsider