Μια αλλαγή στο κληρονομικό δίκαιο φέρνει στην επιφάνεια ένα ζήτημα που έχει μείνει εκτός της μεγάλης συζήτησης για το ιδιωτικό χρέος. Την τύχη των εγγυητών δανείων και, κυρίως, το τι συμβαίνει όταν η εγγυητική ευθύνη περνά μαζί με την κληρονομιά.
Η νέα νομοθεσία για το κληρονομικό δίκαιο διαχωρίζει την κληρονομιαία από την ατομική περιουσία του κληρονόμου. Τα χρέη της κληρονομίας ικανοποιούνται από την ίδια την κληρονομία και δεν επιβαρύνουν, υπό το νέο καθεστώς, την ατομική περιουσία του κληρονόμου. Οι σχετικές διατάξεις εφαρμόζονται για θανάτους από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026.
Για μια κατηγορία εγγυητών που στην πλειονότητά τους είναι γονείς ή στενοί συγγενείς του πρωτοφειλέτη, η αλλαγή αυτή δεν είναι αδιάφορη. Διότι ο εγγυητής μπορεί να φύγει από τη ζωή, αλλά η εγγυητική υποχρέωση δεν εξαφανίζεται. Περνά στην κληρονομική σχέση και μπορεί να βρεθεί απέναντι σε μια περιουσία η οποία δεν επαρκεί για να καλύψει το σύνολο των υποχρεώσεων. Εκεί βρίσκεται πλέον το κρίσιμο θεσμικό κενό.
Το νέο κληρονομικό δίκαιο περιορίζει την έκθεση του κληρονόμου στα χρέη του θανόντος. Η εγγυητική ευθύνη, όμως, παραμένει ενεργή και συνεχίζει να επηρεάζει τις ρυθμίσεις τραπεζικών οφειλών.
Το πρόβλημα των εγγυητών
Η υπόθεση έχει μια ιδιαιτερότητα. Για τον πρωτοφειλέτη έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια ένα ολόκληρο πλέγμα εργαλείων ρύθμισης. Εξωδικαστικός, διμερείς ρυθμίσεις, κώδικας δεοντολογίας, ειδικές παρεμβάσεις για επιμέρους κατηγορίες οφειλών. Ο εγγυητής βρίσκεται μέσα σε αυτά τα εργαλεία, αλλά δεν ταυτίζεται με τον πρωτοφειλέτη. Ο ίδιος μπορεί να κληθεί να καλύψει μια υποχρέωση που δεν δημιούργησε, ενώ η δική του οικονομική κατάσταση μπορεί να έχει χρησιμοποιηθεί εξαρχής από την τράπεζα για την έγκριση της χρηματοδότησης.
Στον εξωδικαστικό, άλλωστε, η περιουσία και το διαθέσιμο εισόδημα των συνοφειλετών και εγγυητών συνυπολογίζονται στη διαμόρφωση της πρότασης ρύθμισης, εφόσον έχουν ακολουθηθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες. Άρα το ζήτημα δεν είναι ότι οι εγγυητές απουσιάζουν από το υφιστάμενο πλαίσιο. Το ζήτημα είναι ότι δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα μια συνολική θεσμική επεξεργασία της θέσης τους. Και τώρα η αλλαγή στο κληρονομικό δίκαιο κάνει αυτή την εκκρεμότητα πιο δύσκολο να αγνοηθεί.
Η υπόθεση αφορά ωστόσο και τις τράπεζες. Όταν ένα δάνειο εγκρίνεται με εγγυητή, η τράπεζα αξιολογεί και την οικονομική επιφάνεια του προσώπου που αναλαμβάνει την εγγύηση. Το εισόδημα, η περιουσία και συνολικά η δυνατότητα του εγγυητή να ανταποκριθεί στην υποχρέωση αποτελούν μέρος της πιστωτικής εικόνας της συναλλαγής. Η εγγύηση, επομένως, έχει αξία επειδή προσθέτει πιστωτική προστασία. Και εδώ βρίσκεται η λεπτή ισορροπία που πρέπει να διατηρηθεί.
Μια ρύθμιση που προστατεύει περισσότερο τον εγγυητή μπορεί να είναι απολύτως δικαιολογημένη από την πλευρά της κοινωνικής και νομικής προστασίας. Δεν μπορεί όμως να αγνοεί ότι η ίδια εγγύηση είχε ληφθεί υπόψη όταν η τράπεζα αποφάσισε να χορηγήσει το δάνειο.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα παλιά δάνεια. Αφορά και το πώς θα δίνονται νέες χορηγήσεις. Αν η εγγύηση προσφέρει μικρότερη προστασία στην τράπεζα, αυτό θα αποτυπωθεί στην πιστωτική απόφαση. Ο εγγυητής μπορεί να μην αρκεί πλέον για να εγκριθεί ένα δάνειο. Η τράπεζα μπορεί να ζητά ισχυρότερη οικονομική εικόνα από τον πρωτοφειλέτη, μεγαλύτερη ίδια συμμετοχή, πρόσθετες εξασφαλίσεις ή να περιορίζει το ύψος της χρηματοδότησης. Άρα η συζήτηση δεν αφορά μόνο την προστασία των εγγυητών. Αφορά και το αν, στο εξής, περισσότεροι δανειολήπτες θα δυσκολεύονται να πάρουν δάνειο.
Η επόμενη παρέμβαση
Το ενδιαφέρον της υπόθεσης βρίσκεται ακριβώς εδώ. Η αγορά έχει πλέον έναν νέο κανόνα στο κληρονομικό δίκαιο. Έχει επίσης έναν εξωδικαστικό μηχανισμό στον οποίο οι εγγυητές ήδη λαμβάνονται υπόψη. Αυτό που χρειάζεται είναι να συνδεθούν στην πράξη τα δύο πλαίσια.
Η νέα πραγματικότητα του κληρονομικού δικαίου θα πρέπει να ενσωματωθεί στις υφιστάμενες διαδικασίες ρύθμισης των τραπεζικών οφειλών, στις πλατφόρμες και στους αλγορίθμους που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση και τη διαμόρφωση προτάσεων ρύθμισης μη εξυπηρετούμενων δανείων. Να αποτυπώνεται δηλαδή με σαφήνεια η διαφορετική μεταχείριση της κληρονομιαίας και της ατομικής περιουσίας και στην περίπτωση που στην αλυσίδα της οφειλής υπάρχει εγγυητής που έχει αποβιώσει.
Δεν πρόκειται, επομένως, για την ανάγκη ενός νέου θεσμικού πλαισίου, αλλά για την προσαρμογή των υφιστάμενων μηχανισμών στο νέο κληρονομικό καθεστώς. Το ζήτημα είναι να περάσει ο νέος κανόνας από τη νομοθεσία στην πράξη και να ενσωματωθεί στα εργαλεία με τα οποία τράπεζες, servicers και πλατφόρμες αξιολογούν και ρυθμίζουν τις οφειλές.
Η ανάγκη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η νέα πραγματικότητα του κληρονομικού δικαίου αναγκάζει την αγορά να ξαναδεί ένα θέμα που μέχρι σήμερα είχε μείνει χαμηλότερα στην ατζέντα.



