«Δύσκολο» αναμένεται το υπόλοιπο του έτους για τις ευρωαγορές, λόγω των επικείμενων υποβαθμίσεων στις αισιόδοξες προβλέψεις για τα κέρδη, σύμφωνα με αναλυτές που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg.
Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 εκτιμάται ότι θα κλείσει το 2026 γύρω στις 623 μονάδες, σύμφωνα με τη μέση πρόβλεψη 17 αναλυτών. Ήδη ο δείκτης έχει «μαζέψει» τις απώλειες που προκλήθηκαν από τον πόλεμο στο Ιράν, ωστόσο οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ανάκαμψη δύσκολα θα διατηρηθεί καθώς οι πλήρεις επιπτώσεις του αυξημένου κόστους ενέργειας δεν έχουν ακόμη φανεί.
Η Deutsche Bank, η Deka Bank, η UBS και η UniCredit αναθεώρησαν ελαφρώς πτωτικά τους στόχους τους για τον δείκτη, ενώ η CIC Market Solutions προχώρησε σε μικρή ανοδική αναβάθμιση. Η HSBC παραμένει ως ο πιο «αισιόδοξος» οίκος, με πρόβλεψη στις 670 μονάδες που συνεπάγεται άνοδο περίπου 8%. Η TFS Derivatives και η Bank of America παραμένουν οι πιο «απαισιόδοξοι», βλέποντας πιθανή πτώση περίπου 9%.
«Με τις τιμές των πρώτων υλών να αυξάνονται έντονα, έρχονται υποβαθμίσεις και απογοήτευση στους κλάδους παραγωγής αγαθών και καταναλωτικών ειδών», δήλωσε ο στρατηγικός αναλυτής της UBS, Τζέρι Φάουλερ. «Οι βραχυπρόθεσμες ροές οδήγησαν σε μια ανάκαμψη της αγοράς που είναι υπερβολικά απότομη δεδομένου του θεμελιώδους υποβάθρου, καθώς και της απουσίας μακροπρόθεσμων παγκόσμιων επενδυτών, οι οποίοι σταμάτησαν πρόσφατα να αγοράζουν στην Ευρώπη», πρόσθεσε.
Οι ευρωπαϊκές μετοχές έχουν πάντως ανακάμψει από όταν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή τους ώθησε κοντά σε έδαφος διόρθωσης με απώλειες σχεδόν 10%. Οι τιμές του πετρελαίου δεν ακολούθησαν αυτή την τάση, με το Brent να παραμένει περίπου 35% πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα, καθώς οι επενδυτές παρακολουθούν τις προσπάθειες για παράταση της κατάπαυσης του πυρός και ανοίγματος του Ορμούζ.
Οι αυξημένες τιμές ενέργειας αρχίζουν ήδη να επηρεάζουν τον πληθωρισμό και τις προοπτικές ανάπτυξης απειλώντας την παγκόσμια ανάπτυξη και τα εταιρικά κέρδη. Παράλληλα, οι αγορές ομολόγων προεξοφλούν πιθανές αυξήσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έως το τέλος του έτους, προσθέτοντας επιπλέον πίεση στις μετοχές.
Οι αναλυτές της Citigroup με επικεφαλής την Μπεάτα Μάντεϊ, επισημαίνουν ότι η άνοδος των τιμών ενέργειας μπορεί να επηρεάσει τόσο τα εταιρικά κέρδη όσο και τις δημοσιονομικές προτεραιότητες των κυβερνήσεων. Προτιμούν πλέον τις αγορές των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου έναντι της Ευρωζώνης, η οποία ενδέχεται να αντιμετωπίσει πιέσεις αν οι υψηλές τιμές πετρελαίου επηρεάσουν αρνητικά τις δημοσιονομικές δαπάνες και τις εκτιμήσεις για τα κέρδη ανά μετοχή.
«Μία παρατεταμένη περίοδος με υψηλές τιμές ενέργειας θα μπορούσε να αλλάξει τις κυβερνητικές προτεραιότητες και να μετατοπίσει πόρους μακριά από τις επενδύσεις. Παρά το γεγονός την πρόσφατη υποχώρηση των αποτιμήσεων, οι αγορές εξακολουθούν να ενσωματώνουν προσδοκίες για αυξήσεις στα κέρδη ανά μετοχή, οι οποίες είναι δύσκολο να επιτευχθούν στο τρέχον περιβάλλον» αναφέρουν.
Η Ευρώπη θεωρείται ένας από τους «χαμένους» του πολέμου με το Ιράν. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της Bank of America σε διαχειριστές κεφαλαίων, οι επενδυτές συνεχίζουν να μειώνουν την υπερέκθεσή τους στις ευρωπαϊκές μετοχές, σε αντίθεση με άλλες αγορές όπου καταγράφονται είτε βελτιώσεις είτε μικρότερες απώλειες.
Παρ' όλα αυτά, ένα σημαντικό ποσοστό επενδυτών διατηρεί θετική στάση. Το 33% των ερωτηθέντων της έρευνας εκτιμά ότι οι αγορές θα κινηθούν ανοδικά τους επόμενους μήνες, ποσοστό παρόμοιο με εκείνο της προηγούμενης έρευνας, ενώ το 63% εξακολουθεί να βλέπει περιθώρια ανόδου σε ορίζοντα ενός έτους, έναντι 71% προηγουμένως.
Παράλληλα, το φαινόμενο του FOMO γνωρίζει άνοδο, με το ποσοστό των επενδυτών που ανησυχούν ότι θα χάσουν ένα πιθανό ράλι λόγω υπερβολικής μείωσης της έκθεσης σε μετοχές να αυξάνεται από 21% σε 46%, σύμφωνα με τους αναλυτές.
Οι επενδυτές στρέφουν πλέον την προσοχή τους στα εταιρικά αποτελέσματα, με τις πρώτες ενδείξεις να είναι μάλλον απογοητευτικές. Οι κλάδοι κατανάλωσης εμφανίζουν ήδη αρνητικές επιπτώσεις από τον πόλεμο, όπως καταδεικνύουν οι ασθενείς επιδόσεις εταιρειών πολυτελείας και ποτών, όπως η LVMH, η Hermès και η Pernod Ricard.
Ακόμη και η ASML, ένας από τους βασικούς ωφελημένους της έκρηξης δαπανών στην τεχνητή νοημοσύνη, απογοήτευσε τους επενδυτές, παρά την αναβάθμιση των προβλέψεων για το σύνολο του έτους.
Σύμφωνα με τον στρατηγικό αναλυτή της Societe Generale, Ρολάν Καλογιάν, οι αναλυτές δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει πλήρως τις επιπτώσεις του πολέμου στις εκτιμήσεις τους για τα φετινά κέρδη.
«Μέχρι στιγμής, οι προβλέψεις για τα κέρδη ανά μετοχή σε ορίζοντα 12 μηνών έχουν αυξηθεί μόνο χάρη στους κλάδους εμπορευμάτων. Το αυξημένο κόστος εισροών, τα υψηλότερα επιτόκια αναχρηματοδότησης και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες θα αποτυπωθούν σταδιακά. Αν και οι εκτιμήσεις για το πρώτο τρίμηνο φαίνονται ρεαλιστικές, ο πήχης παραμένει ιδιαίτερα υψηλός για το δεύτερο εξάμηνο», σημείωσε.