Οι επικείμενες ανακοινώσεις, το Σάββατο, από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, ακόμη, όμως, το γενικότερο πολιτικό κλίμα αλλά και τα ελληνοτουρκικά κυριάρχησαν στη συνέντευξη του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ, Θανάση Κοντογεώργη στον Ant1.
Στην εισαγωγική τοποθέτησή του ο υφυπουργός χαρακτήρισε «θεσμικά απρεπές» το γεγονός ότι μιλά σήμερα στη Θεσσαλονίκη ο Αλέξης Τσίπρας, πριν από τον πρωθυπουργό δηλαδή. Πάντως, συνέχισε, «έτσι κι αλλιώς οι αναμνήσεις από τα προγράμματα της Θεσσαλονίκης δεν είναι και οι καλύτερες. Ας πει ό,τι έχει να πει, κι αυτός και ο κ. Ανδρουλάκης». Σε κάθε περίπτωση, συμπλήρωσε, «εμείς θα δούμε αν αυτά που λένε, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα».
Από την άλλη, «οι πολίτες θα ακούσουν τον πρωθυπουργό το Σάββατο και θα βγάλουν τα συμπεράσματα τους». Ο οποίος «με μια συνεπή οικονομική πρόταση», δεν έρχεται από το πουθενά, δεν… θυμήθηκε τους πολίτες μετά από τέσσερα χρόνια, παρατήρησε και υπενθύμισε:
«Υπήρχε μια συνέχεια και για τους συνταξιούχους, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τις μικρές επιχειρήσεις, τις οικογένειες με παιδιά, υπήρξε μια σημαντική φορολογική μεταρρύθμιση, τα αποτελέσματα της οποίας θα δούμε το 2027. Χτίζοντας πάνω σε αυτά, κάθε φορά ανεβαίνουμε ένα σκαλί. Ο πρωθυπουργός μπορεί να περιγράψει ένα θετικό, στιβαρό άλμα για τη συνέχεια», προϊδέασε ο Θ. Κοντογεώργης.
Και, περισσότερο συγκεκριμένος στη συνέχεια, «προφανώς θα πει κάποια πράγματα για το 2027 αλλά θα έχει και έναν ορατό και πολύ συγκεκριμένο ορίζοντα για το τι επιδιώκουμε τα επόμενα τέσσερα χρόνια», έτσι ώστε να είναι γνωστός ο ορίζοντας αυτός σε επιχειρήσεις, επαγγελματίες κ.ά. Διευκρίνισε, όμως, ότι «δεν μπορούμε να επιστρέψουμε όλα από αυτά που υπερπαράγει η ελληνική οικονομία. Από αυτά που μπορούμε, εμείς επιλέγουμε ένα μείγμα πολιτικής».
Εξάλλου, «δεν είμαστε μια κυβέρνηση που επί επτά χρόνια έδινε υποσχέσεις που αθετούσε. Έχουμε κάποια αποτελέσματα στην οικονομική πολιτική, θα θέλαμε να είναι καλύτερα, δεν έχει βοηθήσει η διεθνής συγκυρία κυρίως αλλά όχι μόνον», παρατήρησε επίσης. Στο αμιγώς πολιτικό πεδίο, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ επισήμανε ότι «καμία ψήφος δεν είναι δεδομένη, οφείλεις να προσπαθείς, να πείθεις, να εξηγείς και κυρίως να παράγεις αποτέλεσμα».
Και συνέχισε: «Εννοείται ότι θες και πολιτικό αποτέλεσμα -και αυτό θα επιδιώξουμε. Να δείξουμε εν τοις πράγμασι τι έχουμε κάνει για τον κάθε πολίτη. Θεωρώ ότι υπάρχει μια θετική αναμονή από τους πολίτες, να δουν περισσότερα πράγματα στη βελτίωση της καθημερινότητας. Ξέρουν όμως ότι αυτή η κυβέρνηση, αυτός ο πρωθυπουργός έχει δώσει κάποια εχέγγυα αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης. Αυτό που λέει, θα γίνει», σημείωσε εμφατικά.
Ενώ έκλεισε τη συγκεκριμένη αναφορά με ιστορική αναδρομή στα κυβερνητικά πεπραγμένα: «Την περίοδο 2019 -2023 κάναμε μια προσπάθεια να μην βυθιστεί η οικονομία, να μην βυθιστεί η κοινωνία. Από το 2023 και μετά δώσαμε έμφαση στη μισθωτή εργασία. Υπήρχε χάσμα, είναι μια στιγμή που μπορούμε να δούμε περισσότερα και στους δύο άξονες», προϊδέασε τέλος.
Για τη διεθνή κατάσταση, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ εξήγησε ότι «η επίκληση της σταθερότητας δεν είναι προσχηματική. Γιατί βλέπετε ότι συνεχίζεται η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και το Ιράν. Βλέπετε περαιτέρω ανάφλεξη μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Είδατε τα γεγονότα στη Λειψία. Βλέπετε ζητήματα με την αγορά κρατικών ομολόγων. Αυτό δεν το δημιουργεί ο Μητσοτάκης. Είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα και εκεί χρειάζεται ένα στιβαρό χέρι, διαπραγματευτική ικανότητα και να μπορείς να δεις τη συνολική εικόνα. Εμείς έχουμε πολυμερή διπλωματία που εξασφαλίζει τα εθνικά συμφέροντά μας», διαβεβαίωσε.
Και, στα ελληνοτουρκικά ειδικότερα, «αυτά τα χρόνια η κυβέρνηση άσκησε με σοβαρότητα και υπευθυνότητα τα κυριαρχικά δικαιώματα, κάτι που δεν είχε γίνει πριν». Ακόμη, «ενισχύσαμε την αποτρεπτική και αμυντική ικανότητα της πατρίδας μας. Κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί αυτό, άσχετα αν δεν έχουμε μια θετική δήλωση για αυτό από κανένα παράγοντα της πολιτικής ζωής…», παρατήρησε.
Και τόνισε: «Το ότι μια χώρα, όπως η Τουρκία, επιλέγει σε συγκεκριμένες συνθήκες να κινηθεί εκτός διεθνούς δικαίου, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι εμείς θα απολέσουμε κάποιο δικαίωμα ή θα μας επιβάλλει πώς θα κινηθούμε. Έχουμε σαφή και διακριτική στάση που οι πολίτες αναγνωρίζουν». Σε κάθε περίπτωση, περιβάλλον σταθερής και βιώσιμης ειρήνης δεν μπορεί να υπάρχει αν δεν λυθεί η μία και μόνη διαφορά μεταξύ των δύο χωρών, ανέφερε και έκλεισε με το μήνυμα, «να μην ανησυχούμε αλλά χωρίς να εφησυχάζουμε».



