Του Ισίδωρου Μέντη*
«Η υγεία του λαού είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται η ευτυχία και η δύναμη κάθε κράτους». Η διαχρονικής ισχύος φράση του πρώην πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας Μπέντζαμιν Ντισραέλι (1868 και 1864) υπογραμμίζει τη σημασία της δημόσιας υγείας ως συντελεστή προόδου μιας χώρας. Επιπλέον, υποδηλώνει ότι ένα κράτος δεν μπορεί να είναι ισχυρό εάν οι πολίτες του δεν λαμβάνουν την κατάλληλη φροντίδα και τεκμηριώνει πως η επένδυση στην υγεία είναι επένδυση στο μέλλον της κοινωνίας.
Οι μεταρρυθμίσεις και η πολιτική πόλωση
Στη δύσκολη εξίσωση των υγειονομικών μεταρρυθμίσεων μιας χώρας -όπως η Ελλάδα με την ιδιαίτερη γεωμορφολογία της-σε σχέση με τα εκάστοτε δημοσιονομικά περιθώρια εμφιλοχωρεί πάντοτε η πολιτική αντιπαράθεση, που οδηγεί σε πόλωση. Παράλληλα, ενώ η αναγκαιότητα λυσιτελούς δράσης σε κρίσιμους υγειονομικούς τομείς δεν κομίζει γλαύκας εις Αθήνας, όταν αυτή επιτυγχάνεται κρίνεται ως καδμεία κυβερνητική νίκη με δυσανάλογο πολιτικό κόστος.
Σημαντικές δράσεις υγείας για τους κατοίκους της Περιφέρειας
Αναντίλεκτα, μεταξύ των ωφελουμένων από τις δημόσιες δράσεις υγείας είναι και οι κάτοικοι της περιφέρειας της ημεδαπής. Ως ενδεικτικά παραδείγματα των προγραμμάτων εκ των οποίων αποκομίζονται οφέλη αναφέρονται η άϋλη συνταγογράφηση, η ψηφιοποίηση πλήθους διαδικασιών στον υγειονομικό τομέα και η λειτουργία Εθνικού Δικτύου Τηλεϊατρικής (ΕΔΙΤ) προς εξασφάλιση δωρεάν και ισότιμης πρόσβασης σε υπηρεσίες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), μέσω της πλατφόρμας ΕΔΙΤ, των σταθμών τηλεϊατρικής εγκατεστημένων σε Κέντρα Υγείας (ΚΥ) και Περιφερειακά Ιατρεία (ΠΙ) και των συμβούλων συνδεδεμένων με μεγάλα νοσοκομεία για άμεση ιατρική γνωμάτευση και παροχή ειδικών υπηρεσιών (συνεδρίες τηλεσυμβουλευτικής, τηλεψυχιατρικής, κατ'οίκον τηλεπαρακολούθησης). Επίσης, τρανταχτά παραδείγματα αποτελούν οι δωρεάν προληπτικές εξετάσεις στο πλαίσιο του προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» (για καρδιαγγειακά νοσήματα, παχυσαρκία, καρκίνο μαστού, τραχήλου μήτρας και παχέος εντέρου), η θεσμοθετημένη μεταφορά κενών οργανικών θέσεων (έως 8%) από γενικά και πανεπιστημιακά νοσοκομεία προς τις ΔΥΠΕ προς ενίσχυση των δομών ψυχικής υγείας και η θεσπισθείσα συνεργασία νοσοκομείων, πανεπιστημιακών δομών, Κέντρων Υγείας απομακρυσμένων περιοχών και ειδικών μονάδων με επαγγελματίες υγείας. Επιπλέον, ωςσημαντικά παραδείγματα αναφέρονται ο εξοπλιστικός (με σύγχρονα μηχανήματα) και εφοδιασμός των υγειονομικών δομών της χώρας, η θέσπιση κινήτρων και επιδομάτων σε αγροτικούς ιατρούς και ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου για άγονες και δυσπρόσιτες περιοχές (νησιά, απομακρυσμένα Κέντρα Υγείας) με οδοιπορικές αποζημιώσεις καιμοριοδότηση για κρίσεις-εξέλιξη σε θέσεις ΕΣΥ και η νομοθετική πρόβλεψη δυνατότητας έκδοσης έως 6 φύλλων επαναλαμβανόμενων συνταγών για χρόνιες παθήσεις με σταθερή φαρμακευτική αγωγή, προκειμένου να εξυπηρετούνται ασθενείς, που διαμένουν μακριά από τον θεράποντα ιατρό τους. Έτσι δεν θα χρειάζεται να τον επισκέπτονται περισσότερο από δύο φορές ετησίως, προκειμένου να μην ταλαιπωρούνται με άσκοπες μετακινήσεις.
Η Ελλάδα πανευρωπαϊκά «πρωταθλήτρια» στις ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες
Στην άλλη όψη του νομίσματος, βάσει των στοιχείων ΕΛΣΤΑΤ-EUROSTAT για το 2024, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες (21,9% με τον μέσο όρο στο 3,6%) λόγω οικονομικών δυσχερειών και εκτεταμένης αναμονής ή απόστασης από παρόχους υγείας, ειδικά σε αγροτικές και επαρχιακές περιοχές που απέχουν σημαντικά από τα αστικά κέντρα όπου είναι συγκεντρωμένες οι ειδικότητες του ιατρικού (και μη) προσωπικού και οι επαρκώς εξοπλισμένες υγειονομικές δομές με μηχανήματα τεχνητού νεφρού, ακτινοδιαγνωστικά, υπερηχογράφους, ηλεκτροκαρδιογράφους, απινιδωτές κτλ.
Επίσης, η υποστελέχωση πολλών περιφερειακών δομών υγείας περιστέλλει περαιτέρω τη δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας των ανωτέρω γεωγραφικών περιοχών, των οποίων τα περιφερειακά Ιατρεία (ΠΙ) και τα τοπικά Κέντρα Υγείας (ΚΥ) συχνά δεν έχουν μόνιμους ειδικευμένους ιατρούς, ενώ το κόστος της ιδιωτικής περίθαλψης και της μετακίνησης επιβαρύνει τα οικονομικώς ασθενέστερα νοικοκυριά, το ποσοστό των οποίων εμφανίζεται αυξημένο στην περιφέρεια. Εκεί καταγράφεται υποβαθμισμένο το αυτοαξιολογούμενοεπίπεδο υγείας, τμηματικώς αιτιολογούμενο λόγω της μειωμένης πρόσβασης στο σύστημα υγείας κατά το βαθμό απομάκρυνσης από τα αστικά κέντρα, όπου συγκεντρώνονται το ιατρικό δυναμικό και οι κατάλληλα εξοπλισμένες υγειονομικές μονάδες. Η σχετική μελέτητιτλοφορείται «Impact of HealthIndicators and Socio-Economic Inequalities on GreekPopulation’s Health Level in Relation to Causes».
Πώς επηρεάζεται η συχνότητα εμφάνισης εκφυλιστικών νοσημάτων σε δυσπρόσιτες περιοχές
Σε σύζευξη με τα ανωτέρω, καταγράφεται η συσχέτιση του επιπολασμού νόσων (π.χ. του σακχαρώδη διαβήτη) και των κοινωνικοοικονομικών χαρακτηριστικών πληθυσμιακών ομάδων σε νησιωτικές και ορεινές περιοχές. Οι διαβιούντες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ασθενείς σε κοινωνικοοικονομικά μειονεκτούσες περιοχές αντιμετωπίζουν δυσχέρειες πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείες παρεχόμενες από εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό (π.χ. ενέσιμη χορήγηση ινκρετινών). Το γεγονός αυτό συνιστά αιτία μη τήρησης της θεραπείας. Η υποδόρια χορήγηση των περισσότερων GLP-1 φαρμάκων (οι νέες αντιδιαβητικές θεραπείες) τις καθιστά λιγότερο εφικτές για ηλικιωμένα άτομα ή ασθενείς με οπτική ή γνωστική αναπηρία, διαβιούντων σε περιοχές χαμηλού εισοδήματος στην επαρχία που συχνά πάσχουν από έλλειψη ειδικών για τον σακχαρώδη διαβήτη και ανεπαρκή εκπαίδευση των ιατρών της πρωτοβάθμιας περίθαλψης στη χρήση των GLP1θεραπειών.
Άνιση κατανομή ιατρών και υποδομών στην περιφέρεια- Τι δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ-EUROSTAT
Περαιτέρω, βάσει των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ-EUROSTAT, η Ελλάδα διαθέτει 6,6 ιατρούς/1.000 κατοίκους (από τα υψηλότερα ευρωπαϊκά ποσοστά), σχεδόν 420 νοσοκομειακές κλίνες/100.000 κατοίκους και 100 φαρμακεία/100.000 κατοίκους (επίσης από τα μεγαλύτερα πανευρωπαϊκά ποσοστά), υπογραμμίζοντας πως η δυσχέρεια πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας αποδίδεται όχι σε έλλειψη ιατρών/υποδομών αλλά στην ανισοκατανομή τους και σε οικονομική δυσπραγία. Επιπρόσθετα, καταγράφεται ισχνός αριθμός Κέντρων Υγείας (ΚΥ) (1,9/100.000 κατοίκους), τεκμηριώνοντας την ασυμμετρία της κατανομής προσωπικού-υποδομών και συνεκδοχικά την περιορισμένη πρωτοβάθμια φροντίδα στην περιφέρεια. Επίσης, από σύγκριση των στοιχείων των ΚΥ στη χρονική περίοδο2024-2025 καταγράφεται ότι ο αριθμός του ιατρικού προσωπικού που υπηρετεί σε αυτά αυξήθηκε κατά 3,1% το 2025 συγκριτικά με το 2024. Στις Περιφέρειες Βόρειου Αιγαίου αυξήθηκε κατά 10,2% και στην Ήπειρο κατά 6,7%, ενώ μειώθηκε στις περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας κατά 2,9% και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης κατά 1,6%. Το νοσηλευτικό προσωπικό μειώθηκε κατά 1,0%. Η μεγαλύτερη μείωση καταγράφηκε σε Πελοπόννησο και Νότιο Αιγαίο, 6,5% και 5,0% αντίστοιχα, ενώ η σημαντικότερη αύξηση καταγράφηκε σε Ήπειρο και Στερεά Ελλάδα, (6,1% και 4,6% αντίστοιχα). Το προσωπικό των λοιπών ειδικοτήτων των ΚΥ αυξήθηκε κατά 2,8% στο σύνολο της χώρας (αύξηση στις Περιφέρειες Στερεάς Ελλάδας και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης κατά 14,6% και 7,7% αντίστοιχα) και μειώθηκε κυρίως στις Περιφέρειες Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας (κατά 3,7% και 2,8%αντίστοιχα). Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το εύρημα της αύξησης (κατά 1,9%) των ιατρικών μηχανημάτων που διαθέτουν τα ΚΥ.
Πώς θα διορθωθεί η ανισοκατανομή
Προς ανάταξη της προαναφερθείσης ανισοκατανομής ανθρωπίνων πόρων και υλικοτεχνικού εξοπλισμού για τη διασφάλιση της καθολικής υγειονομικής κάλυψης του πληθυσμού, προκρίνεται η αναθεώρηση του υγειονομικού χάρτη με αναδιάταξη του ιατρικού (και μη) προσωπικού προς επίτευξη της γεωγραφικής σύγκλισης της υγειονομικής κάλυψης με τα αστικά κέντρα και η παρακολούθηση των οικογενειακών προϋπολογισμών με περιορισμό κόστους δαπανών υγείας για οικονομικά ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες της επαρχίας (με εφαρμογή σύγχρονων προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας). Επιπλέον, συστήνονται τα εξής μέτρα: Η δωρεάν στεγαστική κάλυψη των υπηρετούντων σε απομακρυσμένες περιοχές ιατρών, τα κίνητρα προσέλκυσης ειδικοτήτων που χρειάζονται οι περιφερειακές υγειονομικές μονάδες, η δημιουργία νέων οργανικών θέσεων για την ανανέωση του ιατρικού δυναμικού και η προσέλκυση επιστημόνων που εργάζονται στο εξωτερικό (brain-gain) προκειμένου να αντιμετωπιστεί η εργασιακή εξουθένωση και ο κίνδυνος υπερκόπωσης (burn-out) του εγχωρίου ιατρικού προσωπικού. Έτσι θα διασφαλιστεί η βιωσιμότητα και ανανέωση του ΕΣΥ, η επαρκής στελέχωση του ΕΚΑΒ (για την έγκαιρη αντιμετώπιση των ιατρικών περιστατικών στην επαρχία) και η παράταση του ορίου παραμονής ιατρών στο ΕΣΥ μετά το 67ο έτος σε ειδικότητες και θέσεις όπου υφίστανται ελλείψεις στις περιφερειακές δομές υγείας. Απαιτείται επίσης η θεσμοθέτηση των εφημεριών μικτού τύπου και ετοιμότητας για το προσωπικό ακτινολογικών-ακτινοθεραπευτικών τμημάτων (οι υπηρεσίες του οποίου κρίνονται κομβικές σε επείγουσες καταστάσεις), η κάλυψη κατ’οίκον των ιατρικών επισκέψεων, η επέκταση της ηλεκτρονικής υγείας (e-health), η χρήση τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης και τηλεϊατρικής σε νησιά και ορεινά χωριά και η εφαρμογή διασυνδεδεμένων πληροφοριακών συστημάτων, μητρώα ασθενών, και ηλεκτρονικά πρωτόκολλα συνδεδεμένα με εργαστηριακά δεδομένα και βιοδείκτες.
Εν κατακλείδι…
Συνοπτικά, στο πλαίσιο της αναβάθμισης της επιχειρησιακής ετοιμότητας του ΕΣΥ με την συνεκτίμηση δημογραφικών παραμέτρων (πυκνότητα-ηλικιακή κατανομή πληθυσμού ανά περιφέρεια/νομό),κοινωνικοοικονομικών, γεωγραφικών και υγειονομικών παραγόντων (επιδημιολογικά δεδομένα, δείκτες υγείας π.χ. νοσηρότητα, θνησιμότητα), απαιτείται εδώ και τώρα αυξημένη προσπάθεια για την ενίσχυση της δημόσιας υγείας, με έμφαση στην de profundis αναδιάταξη της «διασποράς» του ιατρικού δυναμικού στην ελληνική επικράτεια. Στο εν λόγω εγχείρημα δεν θα πρέπει να προσδίδεται πολιτική χροιά, θεωρούμενο ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Αυτό θα πρέπει να θωρακίζεται με διακομματική συναίνεση για θαρραλέες αποφάσεις και συνεργατικό πνεύμα μεταξύ κοινωνικών εταίρων, οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών και του κράτους, ενώ κάθε νέα σχετική νομοθετική πρωτοβουλία θα πρέπει να τροχιοδρομεί στη μέση οδό της γενναιόδωρης προσφοράς πόρων στο ΕΣΥ δίχως την υπέρβαση των εκάστοτε δημοσιονομικών περιορισμών, για την επίτευξη μιας πιο δίκαιης κατανομής και αποτελεσματικής αξιοποίησης των διαθεσίμων ανθρώπινων πόρων. Αυτή η ισορροπημένη προσέγγιση υπηρετεί τον τριπλό στόχο της μεγιστοποίησης της κοινωνικής ωφελιμότητας, της άρσης των υφισταμένων ανισοτήτων και της διασφάλισης της καθολικής πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας.
*Ο κ. Ισίδωρος Μέντης, είναι Φαρμακοποιός, Στέλεχος της Διεύθυνσης Φαρμάκου της Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΟΠΥΥ, Κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών στη Διοίκηση Οικονομικών Μονάδων με εξειδίκευση στα Οικονομικά της Υγείας



