Η άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για τις αγορές, καθώς η απόδοση του 30ετούς ξεπέρασε πρόσφατα το 5,3%, σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν σχεδόν δύο δεκαετίες, ενώ το 10ετές κινείται κοντά στο 4,7%. Και μάλιστα, σε μια συγκυρία όπου το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ προσπέρασε το -συμβολικής σημασίας- επίπεδο των 40 τρισ. δολαρίων.
Ο συνδυασμός εύλογα δημιουργεί ανησυχία, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι η αγορά ομολόγων προειδοποιεί για επικείμενη κρίση.
Αντίθετα, μάλλον σημαίνει ότι το κόστος του χρήματος έχει αλλάξει και μαζί του αλλάζουν οι κανόνες αποτίμησης όλων των περιουσιακών στοιχείων.
Καταρχάς, το πρόβλημα του αμερικανικού χρέους δεν είναι καινούριο, αλλά η διαφορά με τα προηγούμενα χρόνια είναι ότι τότε μπορούσε να αυξάνεται χωρίς να προκαλεί σοβαρές αναταράξεις, επειδή το κόστος εξυπηρέτησής του παρέμενε εξαιρετικά χαμηλό.
Προφανώς, σήμερα αυτό δεν ισχύει, διότι με δημοσιονομικό έλλειμμα που πλησιάζει τα 2 τρισ. δολάρια ετησίως και με μεγάλο μέρος παλαιότερου χρέους να αναχρηματοδοτείται σε πολύ υψηλότερα επιτόκια, οι τόκοι αποτελούν πλέον μία από τις μεγαλύτερες δαπάνες του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.
Επιπλέον, το αμερικανικό Δημόσιο αυξάνει σημαντικά τις εκδόσεις ομολόγων.
Προς επίρρωση, μόνο μέχρι το τέλος του τρίτου τριμήνου εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί νέα χρηματοδότηση περίπου 740 δισ. δολαρίων.
Στην ίδια αγορά προστίθενται και μεγάλες εταιρικές εκδόσεις, οι οποίες μπορεί να φθάσουν τα 250 δισ. δολάρια. Το αποτέλεσμα είναι απλό: αυξάνεται η προσφορά χρέους και οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να το απορροφήσουν.
Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική εξήγηση για την άνοδο των αποδόσεων. Υπάρχει και μία λιγότερο αρνητική ανάγνωση, ότι δηλαδή η αμερικανική οικονομία δείχνει σημάδια επιτάχυνσης.
Επί παραδείγματι, ο δείκτης δραστηριότητας της S&P Global κινείται με τον ταχύτερο ρυθμό από το 2022, ο PMI υπηρεσιών έφθασε στις 56,8 μονάδες, ενώ η δημιουργία θέσεων εργασίας ενισχύθηκε.
Άρα, εφόσον η οικονομία αναπτύσσεται γρηγορότερα, είναι φυσιολογικό οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις να βρίσκονται υψηλότερα.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία για τις μετοχές, μιας και είναι γνωστό ότι οι υψηλότερες αποδόσεις αυξάνουν το επιτόκιο με το οποίο προεξοφλούνται τα μελλοντικά κέρδη των επιχειρήσεων. Έτι περαιτέρω, όσο μεγαλύτερο μέρος της αξίας μιας εταιρείας βασίζεται σε κέρδη που αναμένονται πολλά χρόνια αργότερα, τόσο μεγαλύτερη είναι η επίδραση. Γι' αυτό η πίεση είναι εντονότερη στις ακριβές μετοχές ανάπτυξης και ιδιαίτερα σε ορισμένες εταιρείες τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης.
Αλλιώς λογιζόμενο, μια εταιρεία που διαπραγματεύεται με πολύ υψηλό πολλαπλασιαστή επειδή η αγορά προεξοφλεί τεράστια κέρδη στο μέλλον είναι πολύ πιο ευαίσθητη στην άνοδο των επιτοκίων από μια εταιρεία που παράγει ήδη ισχυρά κέρδη και ταμειακές ροές.
Η τρέχουσα συγκυρία, επομένως, δεν ακυρώνει το επενδυτικό αφήγημα της τεχνολογίας, αλλά κάνει πιο απαιτητική την αποτίμηση.
Υπάρχει μάλιστα μία ενδιαφέρουσα αντίφαση. Η τεράστια επενδυτική έκρηξη γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη απαιτεί ολοένα περισσότερα κεφάλαια για κέντρα δεδομένων, υποδομές και εξοπλισμό.
Μέρος αυτής της χρηματοδότησης προέρχεται από την αγορά ομολόγων. Έτσι, η ίδια η επενδυτική έκρηξη που τροφοδοτεί την άνοδο των τεχνολογικών μετοχών συμβάλλει ταυτόχρονα στην αύξηση της προσφοράς χρέους και, έμμεσα, στις πιέσεις που δέχονται οι αποτιμήσεις τους.
Και μολονότι οι αποδόσεις κοντά στα σημερινά επίπεδα αποτελούν πραγματικό ανταγωνιστή για τις μετοχές, καθώς προσφέρουν και πάλι θετικές πραγματικές αποδόσεις. Mολαταύτα τα επίπεδα γύρω στο 4,75%-5% για το 10ετές και κοντά στο 5,5% για το 30ετές μπορούν να θεωρηθούν περισσότερο επιστροφή σε μια ιστορική κανονικότητα παρά απόδειξη χρηματοπιστωτικής κρίσης, με μια αγορά να «μην βλέπει» εύκολη την οποιαδήποτε μείωση επιτοκίου από τη Fed.
Τα πράγματα τα χειροτέρευαν σε μια ανεξέλεγκτη άνοδο, χωρίς τη συνοδεία των μακροοικονομικών μεγεθών, που προσώρας δείχνουν μια εύρωστη οικονομία. Μέχρι τότε, η αγορά ομολόγων περισσότερο επανατιμολογεί το κόστος του χρήματος παρά προεξοφλεί κατάρρευση.
Και σε αυτό το περιβάλλον, τα βλέμματα στρέφονται στις εταιρείες που μπορούν να αποδείξουν σήμερα ότι διαθέτουν κέρδη, ισχυρές ταμειακές ροές και αποτίμηση που αντέχει σε υψηλότερα επιτόκια.



