Στα 145 δισ. ευρώ εκτιμά το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ) ότι έχει φτάσει μέσα σε έξι μήνες η ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση του πολέμου στον Περσικό Κόλπο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον αντίστοιχο λογαριασμό για την Ελλάδα να υπολογίζεται στα 3 δισ. ευρώ. Η ενέργεια αποτελεί μακράν τη μεγαλύτερη πηγή κόστους, ενώ οι επιπτώσεις της σύγκρουσης έχουν ήδη περάσει στις μεταφορές, στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στον πληθωρισμό, στην κατανάλωση και στην ανάπτυξη.
Σύμφωνα με την οικονομική ανασκόπηση του ΕΒΕΠ, η οποία βασίζεται σε διαθέσιμα στοιχεία από την ΕΕ, την ΕΚΤ, το ΔΝΤ, τον ΔΟΕ, τη Eurostat και την ΕΛΣΤΑΤ, ο πρόσθετος ενεργειακός λογαριασμός για την Ευρώπη εκτιμάται σε περίπου 85 δισ. ευρώ, ενώ περίπου 30 δισ. ευρώ αντιστοιχούν στην απώλεια κύκλου εργασιών της πραγματικής οικονομίας. Παράλληλα, η πληθωριστική επιβάρυνση υπολογίζεται σε περίπου 25 δισ. ευρώ, το πρόσθετο κόστος μεταφορών και εφοδιαστικών αλυσίδων σε 15 δισ. ευρώ και το δημοσιονομικό κόστος σε άλλα 15 δισ. ευρώ.
Για την Ελλάδα, από τα συνολικά 3 δισ. ευρώ της εκτιμώμενης επιβάρυνσης, περίπου 1,5 δισ. ευρώ προέρχονται από τον πρόσθετο ενεργειακό λογαριασμό, 600 εκατ. ευρώ από την απώλεια τζίρου, 500 εκατ. ευρώ από τις μεταφορές και τον εφοδιασμό και 400 εκατ. ευρώ από τη δημοσιονομική επιβάρυνση. Η πληθωριστική πίεση υπολογίζεται κοντά στο 1 δισ. ευρώ, χωρίς όμως να προστίθεται αυτοτελώς στο συνολικό ποσό, καθώς μέρος της έχει ήδη ενσωματωθεί στο ενεργειακό και επιχειρηματικό κόστος.
Η ενέργεια στο επίκεντρο του κόστους
Όπως επισημαίνει το ΕΒΕΠ, μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση δεν περιορίζεται στα πεδία των συγκρούσεων, αλλά μεταφέρεται γρήγορα στις αγορές ενέργειας, στις θαλάσσιες μεταφορές, στον πληθωρισμό, στην κατανάλωση και, τελικά, στον ρυθμό ανάπτυξης. Για την ΕΕ και την Ελλάδα, το εξάμηνο αυτό μπορεί να αποτιμηθεί ως μια νέα ενεργειακή και εμπορική διαταραχή, ίσως μικρότερη από την κρίση του 2022, αλλά αρκετά σοβαρή ώστε να ανατρέψει τις αρχικές οικονομικές προβλέψεις για το 2026.
Η πρώτη και άμεση επίπτωση ήταν η άνοδος του ενεργειακού κόστους. Ο δραστικός περιορισμός των διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ οδήγησε σε άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου, των καυσίμων και του φυσικού αερίου. Τον Ιούλιο, οι διεθνείς τιμές παρέμεναν περίπου 30% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, παρότι είχαν υποχωρήσει από τις ακραίες τιμές των πρώτων εβδομάδων.
Τα περίπου 85 δισ. ευρώ του πρόσθετου ενεργειακού λογαριασμού αντιστοιχούν ουσιαστικά σε χρήματα που μεταφέρονται εκτός της ευρωπαϊκής οικονομίας για την αγορά των ίδιων ή και μικρότερων ποσοτήτων ενέργειας σε υψηλότερες τιμές.
Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης έχει αλλάξει μορφή μετά το 2022, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί. Η μεγαλύτερη προσφυγή στο LNG μείωσε την εξάρτηση από τους ρωσικούς αγωγούς, αύξησε όμως την έκθεση της Ευρώπης στις παγκόσμιες ναυτιλιακές διαδρομές και στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών.
Η επίπτωση στην ανάπτυξη
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά την ανάπτυξη της οικονομίας. Η ΕΕ αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη ανάπτυξής της για το 2026, στο 1,1%, ενώ η νέα ενεργειακή διαταραχή θεωρείται βασικός παράγοντας της επιβράδυνσης. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο πόλεμος μπορεί να αφαιρέσει περίπου 0,5% από το ΑΕΠ της Ευρωζώνης μέσα σε δύο χρόνια.
Η ζημία στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα προκύπτει από την υποχώρηση της κατανάλωσης, την αναβολή επενδύσεων, το αυξημένο κόστος παραγωγής και τη μειωμένη ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός συνεχίζει να αποτελεί βασική απειλή. Η ΕΚΤ προβλέπει ότι θα κορυφωθεί περίπου στο 3% κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, κυρίως λόγω της άμεσης μετακύλισης των υψηλότερων τιμών πετρελαίου στα καύσιμα, στα τρόφιμα και στα γεωργικά προϊόντα.
Η πληθωριστική επιβάρυνση μεταφράζεται σε απώλεια αγοραστικής δύναμης και αύξηση του λειτουργικού κόστους. Την ίδια στιγμή, τα ακριβότερα ναύλα, τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, οι καθυστερήσεις και η ανάγκη διατήρησης υψηλότερων αποθεμάτων επιβαρύνουν περαιτέρω τις επιχειρήσεις και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Στο δημοσιονομικό μέτωπο, μόνο τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που είχαν ανακοινώσει τα κράτη-μέλη έως τον Μάιο έφθαναν τα 14,5 δισ. ευρώ.
Το συνολικό ποσό των 145 δισ. ευρώ δεν αποτελεί άμεση απώλεια ΑΕΠ, καθώς περιλαμβάνει πρόσθετες δαπάνες, απώλεια εισοδήματος και μακροοικονομικές επιπτώσεις. Αποτελεί, ωστόσο, σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, μια αξιόπιστη τάξη μεγέθους του συνολικού κόστους του εξαμήνου, από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τα τέλη Αυγούστου.
Η εικόνα στην Ελλάδα
Παρά την επιβάρυνση από τη διεθνή κρίση, η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2% το α’ εξάμηνο του 2026 και τον πληθωρισμό να αποκλιμακώνεται από το 3,9% τον Ιούνιο στο 2,7% τον Ιούλιο.
Ωστόσο, η ακρίβεια δεν σταμάτησε να περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και να αυξάνει την πίεση ρευστότητας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η ναυτιλία αποτελεί για την Ελλάδα μια ειδική περίπτωση. Αφενός, η ακτοπλοΐα πλήττεται από τις υψηλότερες τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων. Αφετέρου, η ελληνόκτητη ποντοπόρος ναυτιλία επωφελείται από υψηλότερους ναύλους, παρά την αύξηση των κινδύνων, των ασφαλίστρων, του κόστους καυσίμων και της διάρκειας των ταξιδιών.
Τα ναυτιλιακά έσοδα, ωστόσο, δεν αντισταθμίζουν την επιβάρυνση που υφίστανται η βιομηχανία, το εμπόριο, οι μεταφορές, ο τουρισμός, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Οι έξι φάσεις του πολέμου

Στην ανασκόπησή του, το ΕΒΕΠ καταγράφει ένα χρονοδιάγραμμα έξι διαφορετικών φάσεων κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης του πολέμου, σύμφωνα και με το συνημμένο AI γράφημα.
Η 1η φάση, από τις 28 Φεβρουαρίου έως τις 16 Μαρτίου, χαρακτηρίζεται από τη στρατιωτική κλιμάκωση και την απότομη άνοδο του γεωπολιτικού κινδύνου και των ενεργειακών τιμών.
Η 2η φάση, από τα μέσα Μαρτίου έως τα μέσα Απριλίου, περιλαμβάνει σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και άνοδο των ασφαλίστρων κινδύνου και των ναύλων. Η έντονη ενεργειακή και ναυτιλιακή κρίση οδηγεί σε εκτροπή δρομολογίων, μειωμένες ροές και διακοπές σε εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η 3η φάση, κατά τη διάρκεια του Μαΐου, δημιούργησε προσδοκίες προσωρινής αποκλιμάκωσης και επέτρεψε στις αγορές να προσαρμοστούν, καθώς καταγράφηκε προσωρινή αποκλιμάκωση και κατάπαυση του πυρός.
Η 4η φάση, από τον Ιούνιο έως και τα μέσα Ιουλίου, επιβεβαίωσε ότι η αβεβαιότητα θα είχε διάρκεια, παρά την έντονη διπλωματική κινητικότητα.
Η 5η φάση, από τα μέσα Ιουλίου, επανέφερε τη στρατιωτική κλιμάκωση, με επανεμφάνιση επιθέσεων και υψηλό γεωπολιτικό κίνδυνο.
Τέλος, η 6η φάση, τον Αύγουστο, σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις και τη διακοπή του διπλωματικού διαλόγου, βρίσκει την παγκόσμια οικονομία αντιμέτωπη με τη νέα απειλή μιας οικονομικής «D-Day».
Κατά το ΕΒΕΠ, η επιστροφή της κατάστασης, έπειτα από έξι μήνες, στο «σημείο μηδέν» δημιουργεί πλέον τον κίνδυνο το οικονομικό κόστος για την Ευρώπη να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.
Ο πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Π. και αντιπρόεδρος της ASCAME, Βασίλης Κορκίδης επισημαίνει: «Η ανασκόπηση του εξαμήνου επιβεβαιώνει ότι ο πόλεμος εξαρχής έχει μετατραπεί από στρατιωτική σύγκρουση σε οικονομικό παράγοντα. Σε Ευρώπη και Ελλάδα απαιτείται επειγόντως ενεργειακή διαφοροποίηση, επενδύσεις σε ηλεκτρικά δίκτυα και logistics hubs για ταχύτερη μετάβαση σε λιγότερο εισαγωγικό και περισσότερο παραγωγικό μοντέλο. Για το Ε.Β.Ε.Π., το βασικό συμπέρασμα του εξαμήνου είναι σαφές: η αβεβαιότητα απέκτησε τιμή. Η Ευρώπη και η Ελλάδα χρειάζονται επενδύσεις στην ενέργεια και την αγροδιατροφή, αλλά κυρίως στην ουσιαστική ενίσχυση της εγχώριας και ευρωπαϊκής παραγωγής. Η επόμενη ημέρα της ΕΕ απαιτεί ένα περισσότερο ανθεκτικό, παραγωγικό και ανταγωνιστικό οικονομικό μοντέλο. Η αβεβαιότητα έχει πλέον συγκεκριμένο οικονομικό κόστος και η ανθεκτικότητα μετατρέπεται σε βασικό ζητούμενο. Γιατί σε έναν κόσμο συνεχών γεωπολιτικών ανατροπών, η οικονομική ανθεκτικότητα δεν αποτελεί πλέον απλώς επιλογή πολιτικής. Αποτελεί προϋπόθεση ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας.»



