Το ιστορικό όριο των 40 τρισ. δολαρίων ξεπέρασε για πρώτη φορά το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ, την ώρα που η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με διογκούμενα δημοσιονομικά ελλείμματα και οι επενδυτές ζητούν ολοένα υψηλότερες αποδόσεις για να χρηματοδοτήσουν τον αμερικανικό δανεισμό.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος διαμορφώθηκε την Τρίτη στα 40,047 τρισ. δολάρια, από 39,987 τρισ. δολάρια μία ημέρα νωρίτερα. Από το συνολικό ποσό, περίπου 32,266 τρισ. δολάρια αφορούν χρέος που βρίσκεται στα χέρια επενδυτών και του κοινού, ενώ άλλα 7,782 τρισ. αποτελούν ενδοκυβερνητικές υποχρεώσεις.
Η ταχύτητα με την οποία συσσωρεύεται το αμερικανικό χρέος είναι ενδεικτική της δημοσιονομικής πίεσης. Το όριο των 39 τρισ. δολαρίων είχε ξεπεραστεί μόλις τον περασμένο Μάρτιο, ενώ το χρέος έχει πλέον υπερδιπλασιαστεί σε λιγότερο από μία δεκαετία: όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανέλαβε για πρώτη φορά την προεδρία, τον Ιανουάριο του 2017, ανερχόταν σε περίπου 19,95 τρισ. δολάρια.
Σημαντικό μέρος της αύξησης προήλθε από τον έκτακτο δανεισμό για τη χρηματοδότηση των μέτρων στήριξης κατά την πανδημία, τόσο επί Τραμπ όσο και επί Τζο Μπάιντεν. Ωστόσο, πίσω από τη μακροχρόνια επιδείνωση βρίσκονται βαθύτερες ανισορροπίες: οι φορολογικές περικοπές, οι αυξανόμενες δαπάνες για Social Security, Medicare και Medicaid, αλλά και το ίδιο το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
Ο λογαριασμός των τόκων
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι πλέον η επιβάρυνση από τους τόκους. Οι ΗΠΑ δαπανούν περίπου 1,1 τρισ. δολάρια ετησίως μόνο για την εξυπηρέτηση του ομοσπονδιακού χρέους. Κατά τους πρώτους δέκα μήνες του δημοσιονομικού έτους 2026, οι δαπάνες για τόκους ξεπέρασαν ακόμη και εκείνες του Medicare και αποτελούν πλέον τη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία ομοσπονδιακών δαπανών, πίσω από το Social Security.
Η εικόνα επιβαρύνεται από τα επίμονα ελλείμματα. Μόνο τον Ιούλιο, το δημοσιονομικό έλλειμμα έφτασε τα 432 δισ. δολάρια, το τέταρτο υψηλότερο μηνιαίο έλλειμμα που έχει καταγραφεί στις ΗΠΑ. Στους πρώτους δέκα μήνες του τρέχοντος δημοσιονομικού έτους, το συνολικό έλλειμμα έχει ήδη ξεπεράσει εκείνο ολόκληρου του 2025. Στην επιδείνωση συνέβαλαν και οι επιστροφές εσόδων από δασμούς, που οδήγησαν τις καθαρές τελωνειακές εισπράξεις σε αρνητικό έδαφος για τρίτο συνεχόμενο μήνα.
Η αύξηση του χρέους έρχεται μάλιστα ταχύτερα από όσο προέβλεπαν προηγουμένως οι επίσημες εκτιμήσεις, εντείνοντας τις προειδοποιήσεις οικονομολόγων και ανεξάρτητων δημοσιονομικών οργανισμών ότι η σημερινή πορεία δεν μπορεί να συνεχιστεί επ' αόριστον.
Το χρέος συναντά τις αγορές
Το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς αρχίζει να συναντά την πραγματικότητα των αγορών ομολόγων. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών τίτλων έχουν κινηθεί σε υψηλά πολλών ετών, καθώς οι επενδυτές απαιτούν μεγαλύτερη αποζημίωση για να απορροφήσουν τις συνεχώς αυξανόμενες εκδόσεις χρέους.
Η ζήτηση από ξένους επενδυτές –οι οποίοι κατέχουν σχεδόν το ένα τρίτο των αμερικανικών κρατικών τίτλων– έχει επίσης υποχωρήσει το τελευταίο διάστημα. Η άνοδος των αποδόσεων δεν επιβαρύνει μόνο τον προϋπολογισμό: μεταφέρεται σταδιακά στα στεγαστικά, στα δάνεια αυτοκινήτων και στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι το υπουργείο θα διπλασιάσει το μέγεθος των επαναγορών ομολόγων διάρκειας 10 έως 30 ετών, σε τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια ανά πράξη, επιχειρώντας να περιορίσει τις πιέσεις στο μακρύ άκρο της καμπύλης αποδόσεων.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την πλευρά του, υποβάθμισε τις ανησυχίες για την αναταραχή στην αγορά ομολόγων και επανέλαβε την πίεσή του για χαμηλότερα επιτόκια.
Το ορόσημο των 40 τρισ. δολαρίων, πάντως, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που ξεπερνά μία κυβέρνηση ή μία προεδρική θητεία. Το αμερικανικό κράτος εξακολουθεί να δαπανά πολύ περισσότερα από όσα εισπράττει, ενώ η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει σταθερά το κόστος των κοινωνικών και υγειονομικών προγραμμάτων.
Και όσο το χρέος μεγαλώνει με τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα, τόσο μεγαλύτερο κομμάτι του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού θα απαιτείται απλώς για την πληρωμή των τόκων – περιορίζοντας τον δημοσιονομικό χώρο της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου.



