Ως γνωστόν, η Ευρώπη επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από μη ευρωπαϊκές υποδομές και να αποκτήσει έλεγχο σε ένα κρίσιμο τμήμα της οικονομίας, το οποίο έως τη σήμερον λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός του δικού της θεσμικού πλαισίου. Επομένως, το ψηφιακό ευρώ δείχνει να αποτελεί εργαλείο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας στις πληρωμές.
Η προβληματική εδράζεται επί της σαφούς εξάρτησης του οικοσυστήματος πληρωμών (και μεταφορών κεφαλαίων) εντός της Ευρωζώνης από διεθνή, «αλλοδαπά» σχήματα καρτών και από πλατφόρμες συναλλαγών.
Τούτο δε ισχύει υπό το πρίσμα της αδυναμίας ελέγχου αυτών από ευρωπαϊκούς φορείς, τουλάχιστον στο μέτρο της ασφαλούς ενσωμάτωσης αυτών.
Ενδεικτικά, περίπου τα δύο τρίτα των συναλλαγών με κάρτα διέπονται από κανόνες μη ευρωπαϊκών εταιρειών, ενώ σε πολλές χώρες δεν υπάρχει καν εναλλακτική για καθημερινές πληρωμές.
Αυτό σημαίνει ότι το κόστος, τα τεχνικά πρότυπα και οι όροι λειτουργίας καθορίζονται εκτός Ευρώπης, με περιορισμένη δυνατότητα παρέμβασης.
Η εξάρτηση αυτή μεταφράζεται σε τρεις συγκεκριμένους κινδύνους
Πρώτον, στον κίνδυνο αποσύνδεσης. Σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών εντάσεων, η πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές πληρωμών μπορεί να περιοριστεί ή να διακοπεί, επηρεάζοντας άμεσα την οικονομική δραστηριότητα.
Δεύτερον, στην αλλοδαπή επιβολή κανόνων. Νομικά πλαίσια (αμφιβόλου δομής) τρίτων χωρών μπορούν να επηρεάσουν συναλλαγές εντός Ευρώπης μέσω των διεθνών δικτύων.
Τρίτον, στη μονομερή άσκηση ισχύος από τους παρόχους. Οι μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί καθορίζουν χρεώσεις και διαδικασίες, συχνά με τρόπο που αυξάνει το κόστος για εμπόρους και τελικά για τους καταναλωτές.
Η εξέλιξη της αγοράς επιτείνει το πρόβλημα. Η χρήση μετρητών μειώνεται σταθερά (έχει ελαχιστοποιηθεί σε σχέση με την περασμένη δεκαετία), ενώ αντίστοιχα, το ηλεκτρονικό εμπόριο και οι ψηφιακές συναλλαγές αυξάνονται εκθετικά.
Το δημόσιο χρήμα, δηλαδή το χρήμα της κεντρικής τράπεζας, παραμένει διαθέσιμο μόνο σε φυσική μορφή. Αυτό δημιουργεί μια δομική ασυμμετρία: στον ψηφιακό χώρο, οι πολίτες εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από ιδιωτικές λύσεις.
Το ψηφιακό ευρώ έρχεται να καλύψει αυτό το κενό. Πρόκειται για ψηφιακή μορφή δημόσιου χρήματος, με καθεστώς νόμιμου χρήματος, που θα μπορεί να χρησιμοποιείται σε όλες τις ψηφιακές πληρωμές εντός της Ευρωζώνης.
Η δυνατότητα χρήσης τόσο online όσο και offline ενισχύει τη λειτουργικότητα και την ανθεκτικότητα του συστήματος, καθώς επιτρέπει συναλλαγές ακόμη και σε περιπτώσεις διακοπής δικτύων.
Η δικαιολογητική βάση για την περαιτέρω επέκταση και υιοθέτηση στέκεται σε τρεις πυλώνες
Πρώτον, στην ενίσχυση της αυτονομίας. Με ένα ευρωπαϊκό σύστημα πληρωμών, οι συναλλαγές μπορούν να πραγματοποιούνται εντός ενός πλαισίου που ελέγχεται από ευρωπαϊκούς θεσμούς και υπόκειται σε ευρωπαϊκούς κανόνες.
Δεύτερον, στην ανθεκτικότητα. Η υποδομή του ψηφιακού ευρώ σχεδιάζεται με γεωγραφική διασπορά και δυνατότητα λειτουργίας ακόμη και σε περιπτώσεις τεχνικών προβλημάτων, περιορίζοντας τον συστημικό κίνδυνο.
Τρίτον, στη μείωση του κόστους και την ενίσχυση του ανταγωνισμού. Η απουσία κλιμακούμενων χρεώσεων και η δημιουργία κοινής υποδομής μπορεί να περιορίσει τα κόστη για τους εμπόρους και να επιτρέψει την ανάπτυξη ευρωπαϊκών λύσεων σε μεγαλύτερη κλίμακα.
Η στρατηγική δεν περιορίζεται στις λιανικές πληρωμές. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επεκτείνει το πλαίσιο και στις αγορές χονδρικών συναλλαγών, μέσω της ανάπτυξης tokenised μορφών κεντρικού χρήματος.
Με πρωτοβουλίες όπως το Project Pontes και το Project Appia, επιδιώκεται η δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής υποδομής για την υποστήριξη νέων αγορών που βασίζονται σε τεχνολογίες κατανεμημένου καθολικού (distributed ledger-DLTs).
Στόχος είναι να αποφευχθεί μια νέα μορφή εξάρτησης από ξένες πλατφόρμες σε ένα ταχέως αναπτυσσόμενο οικοσύστημα, υπενθυμίζοντας ότι οι DLTs επιτρέπουν την ταυτόχρονη καταγραφή δεδομένων σε πολλαπλούς κόμβους, ενισχύοντας τη διαφάνεια, την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα˙ μειώνοντας την ανάγκη για ενδιάμεσους˙ επιταχύνοντας την εκκαθάριση συναλλαγών˙ δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη νέων μορφών ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων, όπως τα tokenised assets και τα ψηφιακά νομίσματα.
Παρά τα πλεονεκτήματα, οι προκλήσεις παραμένουν
Η ισορροπία μεταξύ ιδιωτικότητας και εποπτείας αποτελεί κρίσιμο ζήτημα, ενώ η εισαγωγή ψηφιακού δημόσιου χρήματος μπορεί να επηρεάσει τη δομή του τραπεζικού συστήματος, ιδίως αν οδηγήσει σε μεταφορά καταθέσεων προς την κεντρική τράπεζα.
Επιπλέον, η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται από την αποδοχή του από τους χρήστες, σε ένα περιβάλλον όπου ήδη υπάρχουν καθιερωμένες λύσεις.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το ψηφιακό ευρώ δεν αποτελεί επιλογή πολυτέλειας, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα.
Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενο κατακερματισμό, ο έλεγχος των χρηματοοικονομικών υποδομών συνδέεται άμεσα με την οικονομική ανεξαρτησία.
Η Ευρώπη επιχειρεί να διασφαλίσει ότι το νόμισμά της θα παραμείνει λειτουργικό και ανταγωνιστικό και στην ψηφιακή εποχή.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι αν θα προχωρήσει, αλλά πόσο αποτελεσματικά θα υλοποιηθεί.