Η Ευρώπη κλείνει τη σεζόν αποθήκευσης φυσικού αερίου και ο Έλληνας παραγωγός προγραμματίζει τον χειμερινό κύκλο στο θερμοκήπιο, στο χωράφι, στο στάβλο του. Ωστόσο, το θερμοκήπιο που έχει ιδιαίτερες ανάγκες θέρμανσης, βρίσκεται ίσως στην πιο δυσοίωνη θέση. Ο ευρωπαϊκός δείκτης TTF εκτινάχθηκε στα 79,5 ευρώ ανά μεγαβατώρα στις 11 Σεπτεμβρίου, καταγράφοντας άνοδο περίπου 30% μέσα σε έναν μόνο μήνα και σχεδόν 143% σε ετήσια βάση, ενώ λίγες ημέρες νωρίτερα άγγιξε στιγμιαία τα 81 ευρώ, το υψηλότερο επίπεδο από τον Δεκέμβριο του 2022.
Το μήνυμα προς τον αγροδιατροφικό τομέα είναι σαφές. Η ενέργεια δεν είναι πλέον απλώς μια γραμμή στον λογαριασμό ρεύματος. Είναι συντελεστής κόστους που θα καθορίσει την τιμή των λαχανικών στο ράφι. Η αιτία της νέας έξαρσης δεν βρίσκεται στα ελληνικά χωράφια, αλλά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα έχουν πλήξει περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών υγροποιημένου φυσικού αερίου, με τα ευρωπαϊκά αποθέματα να παραμένουν γύρω στο 67%, κάτω από τον εποχικό μέσο όρο, την ώρα που η Γηραιά Ήπειρος αναγκάζεται να ανταγωνιστεί την Ασία για κάθε φορτίο.
Αυτή η διεθνής ισορροπία μεταφράζεται άμεσα σε κόστος για τα περίπου 55.000 στρέμματα θερμοκηπίων που καλλιεργούνται σήμερα στη χώρα. Ο παραγωγός της Ιεράπετρας, των Φιλιατρών ή της Σκάλας Λακωνίας, που παραδοσιακά αξιοποιεί το ήπιο κλίμα με ελάχιστη θέρμανση, πληρώνει το ίδιο διεθνές τιμολόγιο με τον συνάδελφό του στη βόρεια Ελλάδα που πρέπει να θερμάνει την εγκατάστασή του για να παράγει τον χειμώνα.
Το κόστος δεν κρύβεται. Το πετρέλαιο θέρμανσης κινείται κοντά στα 1,9 ευρώ το λίτρο, με το αργό να πλησιάζει τα 110 δολάρια το βαρέλι και τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας να καταγράφουν νέες αυξήσεις. Σε μια σύγχρονη θερμοκηπιακή μονάδα ντομάτας το συνολικό κόστος παραγωγής μπορεί να ξεπεράσει τις 20.000 ευρώ ανά στρέμμα, με την εργασία να αντιπροσωπεύει περίπου το 40% και τα λιπάσματα να ακολουθούν με μερίδιο κοντά στο 13%.
Εδώ ακριβώς, κλείνει ο φαύλος κύκλος. Το φυσικό αέριο δεν θερμαίνει μόνο το θερμοκήπιο, είναι ταυτόχρονα η πρώτη ύλη για την παραγωγή των αζωτούχων λιπασμάτων. Διεθνώς εκτιμάται ότι το κόστος του αερίου καλύπτει από 70 έως 90% του κόστους παραγωγής των αζωτούχων λιπασμάτων. Έτσι, η άνοδος του TTF πληρώνεται δύο φορές από τον παραγωγό, μία στον καυστήρα και μία στον σάκο του λιπάσματος.
Ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;
Όταν το ενεργειακό κόστος συμπιέζει το ήδη οριακό περιθώριο, ο παραγωγός έχει τρεις μόνο επιλογές. Να μετακυλίσει το κόστος στην τιμή, να περιορίσει τη θερμαινόμενη έκταση, ή να στραφεί σε καλλιέργειες χαμηλότερων απαιτήσεων. Και οι τρεις δρόμοι καταλήγουν στο ίδιο σημείο. Λιγότερο εγχώριο χειμερινό λαχανικό, μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγωγές και ακριβότερο «τραπέζι» για τον καταναλωτή.
Η συρρίκνωση της εγχώριας θερμαινόμενης παραγωγής δεν είναι απλώς πρόβλημα του παραγωγού, είναι ζήτημα επισιτιστικής και εμπορικής ισορροπίας για ολόκληρη τη χώρα, που βλέπει το εμπορικό της έλλειμμα στα νωπά προϊόντα να διευρύνεται κάθε φορά που ανεβαίνει η μεγαβατώρα. Είναι προφανές πως θα πρέπει από τώρα η κυβέρνηση να ασχοληθεί ιδιαίτερα με το ενεργειακό κόστος.
Το συμπέρασμα είναι ότι η ενεργειακή θωράκιση του θερμοκηπίου έπαψε να είναι περιβαλλοντική πολυτέλεια και μάλλον γίνεται σιγά σιγά όρος επιβίωσης. Η αξιοποίηση της γεωθερμίας, η αυτοπαραγωγή μέσω φωτοβολταϊκών, η καύση βιομάζας και οι απλές θερμικές κουρτίνες που περιορίζουν τις απώλειες, είναι τεχνολογίες με μετρήσιμη απόσβεση σε ένα περιβάλλον υψηλών τιμών.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν θα πέσει ξανά το αέριο, αλλά αν τα επενδυτικά εργαλεία του πρωτογενούς τομέα θα στοχεύσουν αποφασιστικά στην εξοικονόμηση ενέργειας, μετατρέποντας μια χρόνια αδυναμία σε συγκριτικό πλεονέκτημα. Γιατί όσο η θερμίδα παραμένει ακριβή, το κρύο θερμοκήπιο θα είναι πάντα το πιο ακριβό.



