Τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα κατάφερε να ανέβει τρία σκαλοπάτια στην κλίμακα αξιολόγησης από το 2022 αναλύει η Fitch Ratings, εστιάζοντας στην εντυπωσιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, στη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και στη ριζική αλλαγή της εικόνας των ελληνικών τραπεζών.
«Για τα κράτη της Ευρώπης με υψηλό χρέος, το δίδαγμα από την Κύπρο, την Ελλάδα και την Πορτογαλία είναι σαφές: οι διατηρήσιμες αναβαθμίσεις χτίζονται πάνω σε πρωτογενή πλεονάσματα που διατηρούνται επί σειρά ετών και υπό διαδοχικές κυβερνήσεις, όχι μόνο σε ευνοϊκές μακροοικονομικές συνθήκες», τονίζει ο Utku Bora Geyikci, Associate Director της Fitch Ratings.
Σε ειδική έκθεσή του για τις τρεις χώρες, ο οίκος επισημαίνει ότι καθεμία έχει αναβαθμιστεί τρεις φορές από το 2022. Κοινός παρονομαστής είναι η ταχύτατη μείωση του δημόσιου χρέους, η οποία ξεπέρασε κατά πολύ τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Στην περίπτωση της Ελλάδας, όμως, η προσαρμογή ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή, καθώς το χρέος υποχώρησε από περίπου 209% του ΑΕΠ το 2020 σε 146% το 2025, τη μεγαλύτερη μείωση σε απόλυτους όρους μεταξύ των τριών χωρών.

Ο ρόλος της ανάπτυξης
Η ισχυρή ανάπτυξη αποτέλεσε τον μεγαλύτερο μεμονωμένο παράγοντα πίσω από τη μείωση του ελληνικού χρέους. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε σωρευτικά κατά 22% την περίοδο 2021-2025, έναντι περίπου 13,5% στην ΕΕ. Καθώς μεγάλωσε η οικονομία, περιορίστηκε αντίστοιχα το βάρος του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Fitch, η ανάπτυξη αφαίρεσε περίπου 36 ποσοστιαίες μονάδες από τον δείκτη χρέους της Ελλάδας. Το μέγεθος αυτής της συμβολής οφείλεται, πάντως, και στο εξαιρετικά υψηλό σημείο εκκίνησης του ελληνικού χρέους και όχι μόνο στους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας.
Τρεις παράγοντες στήριξαν την ανάπτυξη. Η βελτίωση της αγοράς εργασίας, η ανάκαμψη του τουρισμού και η άνοδος των επενδύσεων με τη βοήθεια των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η απασχόληση στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 14% σε σχέση με το 2020, ενώ η ανεργία υποχώρησε κατά 8,7 ποσοστιαίες μονάδες, περισσότερο από κάθε άλλη χώρα της ΕΕ. Η Fitch παρατηρεί, ωστόσο, ότι το εργατικό δυναμικό παραμένει μικρότερο από το 2019, γεγονός που δημιουργεί περιορισμούς στην προσφορά εργασίας και μπορεί να συγκρατήσει την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.
Καθοριστικός ήταν και ο τουρισμός. Οι τουριστικές εξαγωγές αντιστοιχούσαν το 2025 στο 9,5% του ΑΕΠ, έχοντας επιστρέψει ουσιαστικά στα επίπεδα πριν από την πανδημία. Η συνολική επίδραση του τουρισμού στην ελληνική οικονομία εκτιμάται κοντά στο ένα τρίτο του ΑΕΠ, κάτι που δείχνει τόσο τη σημασία του κλάδου όσο και την ευπάθεια της χώρας σε μια πιθανή κάμψη της τουριστικής ζήτησης.
Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει το μεγαλύτερο πακέτο του Ταμείου Ανάκαμψης στην ΕΕ σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της, καθώς οι συνολικοί διαθέσιμοι πόροι αντιστοιχούν περίπου στο 16% του ΑΕΠ του 2023. Επιχορηγήσεις και δάνεια έχουν στηρίξει επενδύσεις στην ενέργεια, τις υποδομές και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, κινητοποιώντας και ιδιωτικά κεφάλαια.
Πρωτογενή πλεονάσματα
Η Fitch ξεκαθαρίζει, πάντως, ότι η ανάπτυξη από μόνη της δεν εξηγεί τις διαδοχικές αναβαθμίσεις. Παρόμοια αναπτυξιακά οφέλη είχαν η Ισπανία και η Ιταλία, οι οποίες όμως κατέγραψαν μόνο μία βαθμίδα καθαρής βελτίωσης σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Η ουσιαστική διαφορά ήταν η δημοσιονομική πολιτική. Ελλάδα, Κύπρος και Πορτογαλία επέστρεψαν σε σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή σε πλεονάσματα πριν από την πληρωμή των τόκων του χρέους. Αντίθετα, η Ιταλία εμφανίζει μόνο μικρά πρωτογενή πλεονάσματα από το 2024, ενώ η Ισπανία δεν έχει πετύχει ακόμη πλεόνασμα.

Στην Ελλάδα, η σωρευτική συμβολή του πρωτογενούς αποτελέσματος στη μείωση του χρέους την περίοδο 2021-2025 υπολογίζεται σε περίπου 6,8 ποσοστιαίες μονάδες. Το μέγεθος είναι σχετικά περιορισμένο λόγω των ελλειμμάτων του 2021 και του σχεδόν ουδέτερου αποτελέσματος του 2022. Από το 2023 και μετά, όμως, η βελτίωση γίνεται πολύ πιο εμφανής.
Οι δημοσιονομικές επιδόσεις ξεπέρασαν επανειλημμένα τις αρχικές προβλέψεις, χάρη στην καλύτερη είσπραξη των φόρων, στην ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης και στον αυστηρό έλεγχο των δαπανών. Η Fitch επισημαίνει και τη συμβολή των προηγούμενων ασφαλιστικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες περιόρισαν τις πιέσεις από τις συνταξιοδοτικές δαπάνες.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκαν κατά 8,3 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2021 και 2025, έναντι μόλις 2,3 μονάδων κατά μέσο όρο στην Ευρωζώνη.
Η ασπίδα του ελληνικού χρέους
Σημαντική βοήθεια προσέφερε και η ιδιαίτερη δομή του ελληνικού χρέους. Μεγάλο μέρος του βρίσκεται στα χέρια επίσημων πιστωτών, όπως ο EFSF, ο ESM και οι χώρες της Ευρωζώνης, με σταθερά και σχετικά χαμηλά επιτόκια, μεγάλες περιόδους χάριτος και μακρές λήξεις.
Η μέση διάρκεια του χρέους είναι περίπου 20 χρόνια, σχεδόν διπλάσια από εκείνη των περισσότερων χωρών της Ευρωζώνης. Έτσι, μόνο ένα μικρό μέρος χρειάστηκε να αναχρηματοδοτηθεί με τα υψηλότερα επιτόκια της τελευταίας περιόδου.
Το μέσο επιτόκιο του ελληνικού χρέους παρέμεινε κοντά στο 1,9% την τριετία 2022-2024. Σε συνδυασμό με τον υψηλό πληθωρισμό, αυτό διατήρησε αρνητικό το πραγματικό κόστος εξυπηρέτησης και συνέβαλε κατά περίπου 19 ποσοστιαίες μονάδες στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Η μεγάλη αλλαγή στις τράπεζες
Ο δεύτερος μεγάλος ελληνικός καταλύτης ήταν η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία αντιστοιχούσαν περίπου στο 46% των συνολικών δανείων στα τέλη του 2017, είχαν περιοριστεί κοντά στο 3,5% στα τέλη του 2025.

Το πρόγραμμα «Ηρακλής», οι τιτλοποιήσεις, οι πωλήσεις χαρτοφυλακίων και η οργανική διαχείριση των προβληματικών δανείων επιτάχυναν αυτή τη διαδικασία. Οι τράπεζες επέστρεψαν σε σταθερή κερδοφορία από το 2022, ενίσχυσαν τα κεφάλαιά τους και σταθεροποίησαν τις καταθέσεις τους.
Για τη Fitch, η αλλαγή αυτή περιόρισε δραστικά τον κίνδυνο νέας κρατικής στήριξης των τραπεζών και αποκατέστησε τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτούν την οικονομία. Έτσι, ο οίκος αφαίρεσε την αρνητική ποιοτική προσαρμογή μίας βαθμίδας που διατηρούσε λόγω των τραπεζικών κινδύνων, ανοίγοντας τον δρόμο για μία από τις αναβαθμίσεις της Ελλάδας.
Το επόμενο τεστ
Η Fitch διατηρεί σήμερα την Ελλάδα στη βαθμίδα «BBB», με σταθερές προοπτικές. Για να υπάρξει νέα πρόοδος, θα χρειαστούν περαιτέρω μείωση του χρέους και πιο πειστικές ενδείξεις ότι η χώρα μπορεί να πετύχει υψηλότερη ανάπτυξη σε βάθος χρόνου.
Το περιβάλλον γίνεται πλέον πιο απαιτητικό. Η μεγάλη ανάκαμψη του τουρισμού έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, οι εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης κορυφώνονται το 2026 και στη συνέχεια θα υποχωρήσουν, ενώ το χρέος θα αρχίσει σταδιακά να ανατιμολογείται με υψηλότερα επιτόκια. Ταυτόχρονα, αυξάνονται οι δαπάνες που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού και την άμυνα.
Αδύναμο σημείο παραμένει και η εξωτερική θέση της χώρας. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει πάνω από το 5% του ΑΕΠ από την πανδημία, ενώ η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση βρίσκεται περίπου στο -137% του ΑΕΠ, μεταξύ των ασθενέστερων επιδόσεων στην Ευρωζώνη.



