Οι καταναλωτές αξιοποιούν τεχνητή νοημοσύνη (AI) και άλλα ψηφιακά κανάλια για να λαμβάνουν αποφάσεις που σχετίζονται με την υγεία τους, αλλά και για άμεση πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας, όπως εξετάσεις και συνταγογραφήσεις ή επιχειρούν ακόμα και αυτοδιάγνωση. Αυτά τα ευρήματα προκύπτουν από την πιο πρόσφατη έκδοση της έρευνας της EY, Global Consumer Health Report, στην οποία έλαβαν μέρος 7.500 ερωτηθέντες από 10 αγορές.
Το AI επηρεάζει τον τρόπο διάδρασης με τις υπηρεσίες υγείας
Η έρευνα αναδεικνύει ότι όλο και συχνότερα οι καταναλωτές προσέρχονται σε δομές υγείας, έχοντας, ήδη, διαμορφώσει άποψη για το θέμα υγείας που τους απασχολεί, επηρεασμένοι από ψηφιακές πηγές πληροφόρησης. Το 70% των ερωτηθέντων παγκοσμίως, δηλώνουν ότι έχουν ζητήσει ή θα τους ενδιέφερε το ενδεχόμενο να ζητήσουν εξέταση, θεραπεία ή συνταγογράφηση, με βάση πληροφορίες από μηχανές αναζήτησης.
Η τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζει, επίσης, σημαντικά τους καταναλωτές. Το 56% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι έχουν ζητήσει εξέταση, θεραπεία ή συνταγογράφηση, με βάση πληροφορίες που έλαβαν από AI — ποσοστό υψηλότερο από εκείνο όσων επηρεάζονται αντίστοιχα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (45%).
Η ψηφιακή επιρροή μεταβάλλει τον τρόπο πρόσβασης στα φάρμακα GLP-1
Παρότι οι περισσότεροι ερωτηθέντες που χρησιμοποιούν φάρμακα GLP-1 – τα οποία συνδέονται, κυρίως, με τον διαβήτη τύπου 2 και την απώλεια βάρους – έλαβαν τη σχετική συνταγή από κάποιον επαγγελματία υγείας (58%), ένα σημαντικό ποσοστό δηλώνουν, εντούτοις, ότι απέκτησαν πρόσβαση σε αυτά από άλλα κανάλια. Συγκεκριμένα, το 23% αναφέρουν ότι απέκτησαν πρόσβαση μέσα από προγράμματα διαχείρισης βάρους, το 20% από διαδικτυακές πηγές, ενώ 20% αναφέρουν άλλες άτυπες πηγές, όπως οικογένεια ή φίλοι. Μάλιστα, τα μοτίβα πρόσβασης διαφοροποιούνται ανά αγορά.
Οι ερωτηθέντες που λαμβάνουν φάρμακα GLP-1 εμφανίζονται, επίσης, πιο ενεργοί ψηφιακά. Σύμφωνα με την έρευνα, είναι σημαντικά πιθανότερο να βασίζονται στο AI για πληροφορίες υγείας (60%, έναντι 37% όσων δεν χρησιμοποιούν GLP-1), καθώς και να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τέτοιου είδους πληροφόρηση (37%, έναντι 20%).
Σημαντικές είναι και οι διαφοροποιήσεις μεταξύ γενεών. Οι ερωτηθέντες της Gen Z και της Gen Y που χρησιμοποιούν GLP-1, είναι πιθανότερο να αποκτήσουν πρόσβαση σε τέτοια φάρμακα μέσω διαδικτυακών παρόχων, σε σύγκριση με τους ερωτηθέντες της Gen X και τους baby boomers, (27%, έναντι 10%) ή μέσω άτυπων πηγών (26%, έναντι 9%). Παράλληλα, είναι πιθανότερο να αναφέρουν ότι τα λαμβάνουν για λόγους που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής, όπως είναι η εξωτερική εμφάνιση (35%, έναντι 18%) και η ψυχική ευεξία (34%, έναντι 14%).
Ασφάλεια, συνέπεια και η αξία της σχέσης με επαγγελματίες υγείας
Με την άνοδο της ψηφιακής πληροφόρησης για θέματα υγείας και της πρόσβασης σε θεραπείες μέσα από μη παραδοσιακά κανάλια, γίνονται πιο ορατοί οι κίνδυνοι που συνδέονται με την ανεπαρκή καθοδήγηση. Οι ερωτηθέντες που χρησιμοποιούν φάρμακα GLP-1 είναι σχεδόν δύο φορές πιθανότερο να αναφέρουν αρνητικά αποτελέσματα, αφότου ενήργησαν με βάση πληροφορίες υγείας που έλαβαν από AI, σε σχέση με όσους δεν τα χρησιμοποιούν (43%, έναντι 23%).
Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 63% για όσους τούς συνταγογραφήθηκαν φάρμακα GLP-1 από άτυπες πηγές, έναντι 38% μεταξύ όσων τα έλαβαν μέσω επαγγελματία υγείας. Σύμφωνα με την έρευνα, οι ερωτηθέντες που απέκτησαν πρόσβαση σε φάρμακα GLP-1 μέσω επαγγελματία υγείας, ήταν λιγότερο πιθανό να διακόψουν τη χρήση τους (41%), σε σχέση με όσους απέκτησαν πρόσβαση από διαδικτυακούς παρόχους (47%) ή άτυπα κανάλια (49%).
Πού πρέπει να εστιάσουν οι οργανισμοί υγείας
Οι οργανισμοί υγείας μπορούν να ανταποκριθούν στη νέα πραγματικότητα, μεταβαίνοντας από την εκ των υστέρων αντιμετώπιση περιστατικών σε μακροχρόνιες σχέσεις φροντίδας, που βασίζονται στην πρόληψη. Σε αυτή τη μετάβαση, καλούνται να αξιοποιήσουν ψηφιακά εργαλεία, που έχουν σχεδιαστεί με γνώμονα την εμπιστοσύνη, την προστασία της ιδιωτικότητας και την ασφάλεια. Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν τρία πεδία, στα οποία πρέπει να εστιάσουν:
- Παροχή προληπτικής και εξατομικευμένης υποστήριξης, που βοηθά στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων και στη διαχείριση της υγείας σε καθημερινή βάση και όχι μόνο σε περιπτώσεις ασθένειας.
- Προσέγγιση των καταναλωτών εκεί όπου βρίσκονται, μέσα από διασυνδεδεμένα κανάλια, που περιλαμβάνουν τόσο ψηφιακές, όσο και φυσικές επιλογές φροντίδας. Σε αυτή την προσπάθεια, πρέπει να αξιοποιηθούν διαλειτουργικά δεδομένα, φορητές συσκευές αλλά και λύσεις απομακρυσμένης παρακολούθησης.
- Μετάβαση από αποσπασματικές, δραστηριοκεντρικές προσεγγίσεις, σε ολοκληρωμένα μοντέλα φροντίδας, προσανατολισμένα στα αποτελέσματα. Σήμερα, ενώ το 57% των ερωτηθέντων παρακολουθούν δεδομένα υγείας, μόλις το 30% δηλώνουν ότι ο γιατρός τους έχει πρόσβαση και αξιοποιεί ενεργά δεδομένα από φορητές συσκευές.
Με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, σχεδόν τρεις στους τέσσερις ερωτηθέντες δηλώνουν ότι θεωρούν πιθανό, μέσα στα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια, οι άνθρωποι να χρησιμοποιούν συστηματικά την τεχνολογία για να αξιολογούν ζητήματα υγείας πριν απευθυνθούν σε επαγγελματία υγείας. Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο Θάνος Μαύρος, Εταίρος της EY Ελλάδος και Επικεφαλής του Τομέα Καταναλωτικών Προϊόντων και Υπηρεσιών Υγείας, δήλωσε: «Η τεχνητή νοημοσύνη και τα ψηφιακά κανάλια επηρεάζουν, σε μεγάλο βαθμό, τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αναζητούν θεραπεία και αποκτούν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Έτσι, η ευθύνη για τους οργανισμούς υγείας αυξάνεται, αλλά, ταυτόχρονα, δημιουργούνται και νέες δυνατότητες. Επομένως, είναι σημαντικό, η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και η αξιοποίησή τους για θέματα υγείας να συνδυάζεται με αξιόπιστη πληροφόρηση, σαφείς δικλείδες ασφαλείας και προστασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, προληπτική υποστήριξη και ισότιμη πρόσβαση, ώστε οι κίνδυνοι να εξαλείφονται και οι υπηρεσίες να βελτιώνονται προς όφελος, αποκλειστικά, των ανθρώπων και της κοινωνίας».



