Μπορεί οι επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα να είναι δημοφιλείς, όμως η φορολογική τους αντιμετώπιση στην Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται σε αχαρτογράφητα νερά. Το νομοθετικό κενό αφήνει τους φορολογούμενους που επενδύουν στα crypto χωρίς σαφείς κανόνες για το πώς φορολογούνται τα κέρδη τους και εάν μπορούν να τα επικαλεστούν για την κάλυψη τεκμηρίων, με τις συνέπειες να αποτυπώνονται ήδη στις αποφάσεις της φορολογικής διοίκησης.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση φορολογούμενου στον οποίο το ΚΕΦΟΔΕ Αττικής δεν αναγνώρισε ποσό 620.323,34 ευρώ από μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων, ενώ στη συνέχεια η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε την προσφυγή του.
Η υπόθεση αναδεικνύει το νομοθετικό κενό που εξακολουθεί να υπάρχει, την ώρα που το οικονομικό επιτελείο ετοιμάζει το νέο πλαίσιο για τη φορολόγηση των crypto, με συντελεστή 15% στην υπεραξία και αφορολόγητο όριο 500 ευρώ τον χρόνο.
Το ιστορικό
Η απόφαση της ΔΕΔ (2407/2026) αφορά ενδικοφανή προσφυγή φορολογούμενου σχετικά με τη φορολογική δήλωση του φορολογικού έτους 2024. Ο προσφεύγων είχε δηλώσει στον κωδικό 659 του εντύπου Ε1 της φορολογικής δήλωσης ποσό 620.323,34 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι προερχόταν από τη μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων. Το ποσό είχε πιστωθεί στον τραπεζικό του λογαριασμό μέσω δύο εμβασμάτων, ύψους 357.643,64 ευρώ και 262.679,70 ευρώ, στις 23 Ιουλίου 2024 και 2 Σεπτεμβρίου 2024, αντίστοιχα.
Η φορολογική διοίκηση ζήτησε δικαιολογητικά για την τεκμηρίωση της προέλευσης του ποσού. Ο φορολογούμενος προσκόμισε, μεταξύ άλλων, τα ειδοποιητήρια των εισερχόμενων εμβασμάτων και σχετική βεβαίωση εταιρείας. Παρά τα δικαιολογητικά, το ΚΕΦΟΔΕ Αττικής δεν συμπεριέλαβε το ποσό στην εκκαθάριση της δήλωσης. Χωρίς την αποδοχή του στον κωδικό 659, τα 620.323,34 ευρώ δεν μπορούσαν να αξιοποιηθούν μέσω του συγκεκριμένου κωδικού για την κάλυψη τεκμηρίων.
Η ΔΕΔ έκρινε ότι η φορολογική αρχή ορθά δεν αποδέχθηκε το ποσό στον κωδικό 659, καθώς ο συγκεκριμένος κωδικός αφορά εισοδήματα που είτε φορολογούνται με ειδικό τρόπο είτε απαλλάσσονται ρητά από τον φόρο. Διαπίστωσε ότι το ποσό από τη μεταβίβαση bitcoin δεν εντασσόταν σε καμία από αυτές τις κατηγορίες.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της, δεν αποδείχθηκε ότι είχε φορολογηθεί αυτοτελώς και με ειδικό τρόπο ούτε ότι απαλλασσόταν ρητά από τον φόρο και, επομένως, δεν μπορούσε να δηλωθεί στον συγκεκριμένο κωδικό. Με αυτό το σκεπτικό, η ΔΕΔ απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή και επικύρωσε την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου για το φορολογικό έτος 2024.
Φόρος 15% στην υπεραξία
Το νέο πλαίσιο που έχει επεξεργαστεί το οικονομικό επιτελείο προβλέπει την υπαγωγή των κερδών από κρυπτονομίσματα στον φόρο υπεραξίας. Η υπεραξία θα φορολογείται με συντελεστή 15% και θα υπολογίζεται στη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης του κρυπτοστοιχείου. Στον υπολογισμό θα συνυπολογίζονται και οι δαπάνες που συνδέονται άμεσα με την αγορά ή την πώληση.
Για να περιοριστούν η γραφειοκρατία και οι φορολογικές υποχρεώσεις για πολύ μικρά ποσά, προβλέπεται αφορολόγητο όριο υπεραξίας 500 ευρώ τον χρόνο. Εφόσον τα συνολικά ετήσια κέρδη από πωλήσεις κρυπτονομισμάτων δεν ξεπερνούν το συγκεκριμένο όριο, δεν θα επιβάλλεται φόρος.
Επίσης, τα κρυπτοστοιχεία θα αναγνωρίζονται ως περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα μπορούν να δικαιολογούν την προέλευση κεφαλαίων και να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη τεκμηρίων.
Τα έσοδα από νόμιμες πωλήσεις κρυπτονομισμάτων θα μπορούν ακόμη να αξιοποιούνται για την αγορά ακινήτων, τη συμμετοχή σε επιχειρήσεις ή την τοποθέτηση κεφαλαίων σε άλλα επενδυτικά προϊόντα.



