Η εικόνα της γερμανικής οικονομίας αρχίζει να αλλάζει προς το καλύτερο, έπειτα από μια μακρά περίοδο στασιμότητας και απογοητευτικών επιδόσεων. Τα στοιχεία για το ΑΕΠ της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης δείχνουν μεγαλύτερη δυναμική από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί, ενώ ταυτόχρονα οι γερμανικές επιχειρήσεις εμφανίζονται αισθητά πιο αισιόδοξες για τους επόμενους μήνες.
Η ανάκαμψη, πάντως, έχει μια ιδιαιτερότητα, καθώς μέχρι στιγμής στηρίζεται κυρίως στις εξαγωγές και όχι στην εγχώρια ζήτηση ή στις μεγάλες δημόσιες δαπάνες που έχει δρομολογήσει το Βερολίνο. Αυτό αφήνει, σύμφωνα με την Commerzbank, περιθώρια για θετικές εκπλήξεις εφόσον τους επόμενους μήνες αρχίσει να γίνεται περισσότερο αισθητή και η δημοσιονομική ώθηση.
Καταλύτης οι εξαγωγές
Τα νεότερα στοιχεία έδειξαν ότι το γερμανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,3% σε τριμηνιαία βάση στο δεύτερο τρίμηνο, έναντι αρχικής εκτίμησης για ανάπτυξη 0,2%. Παράλληλα, αναθεωρήθηκε ελαφρώς προς τα πάνω και η επίδοση του πρώτου τριμήνου. Ως αποτέλεσμα, η γερμανική οικονομία έχει αναπτυχθεί κατά μέσο όρο κατά 0,35% στα τελευταία τρία τρίμηνα.
Πίσω από αυτή τη βελτίωση βρίσκεται κυρίως η ζήτηση από το εξωτερικό. Σύμφωνα με την Commerzbank, οι πραγματικές εξαγωγές αυξήθηκαν πάνω από 2% τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο τρίμηνο του 2026. Αντίθετα, η εγχώρια ζήτηση αυξήθηκε ελάχιστα συνολικά στο πρώτο εξάμηνο.
Πρόκειται για μια σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με την εικόνα που θα μπορούσε να περιμένει κανείς μετά τη μεγάλη στροφή της γερμανικής δημοσιονομικής πολιτικής. Παρά τα σχέδια για αυξημένες δαπάνες σε άμυνα και υποδομές, η συμβολή των κρατικών επενδύσεων στην ανάκαμψη παραμένει μέχρι στιγμής περιορισμένη.
Επομένως, ένα από τα βασικά εργαλεία στα οποία έχει στηριχθεί η προσδοκία για ισχυρότερη γερμανική ανάπτυξη δεν έχει ακόμη περάσει με όλη του την ισχύ στην πραγματική οικονομία.
Οι επιχειρήσεις βλέπουν «φως»
Την ίδια στιγμή, ένα δεύτερο θετικό μήνυμα έρχεται από τις γερμανικές επιχειρήσεις. Ο δείκτης επιχειρηματικού κλίματος του Ifo αυξήθηκε τον Αύγουστο στις 88,8 μονάδες από 86,7 τον Ιούλιο, καταγράφοντας άνοδο μεγαλύτερη των δύο μονάδων.
Οι επιχειρήσεις αξιολογούν καλύτερα και την τρέχουσα κατάστασή τους, ενώ η αισιοδοξία για τους επόμενους μήνες ενισχύθηκε σημαντικά. Η τάση αφορά όλους τους κλάδους της οικονομίας, με τη μεταποίηση να ξεχωρίζει καθώς καταγράφεται ιδιαίτερα αισθητή βελτίωση στην αποτίμηση της τρέχουσας κατάστασης.
Για την Commerzbank, η εξέλιξη είναι ακόμη πιο ενθαρρυντική επειδή σημειώνεται παρά την άνοδο των τιμών της ενέργειας και τις επιπτώσεις της συνεχιζόμενης ξηρασίας. Οι δύο αυτοί παράγοντες αναμένεται να επιβαρύνουν την οικονομία στο τρίτο τρίμηνο, αλλά η ισχυρότερη επιχειρηματική εμπιστοσύνη υποδηλώνει ότι το πλήγμα μπορεί να είναι μικρότερο από ό,τι εκτιμούσαν προηγουμένως οι αναλυτές.
Ωστόσο, ένα σημαντικό κομμάτι που συνεχίζει να λείπει από τη γερμανική «εξίσωση» της ανάπτυξης είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις. Η Commerzbank δεν βλέπει μέχρι στιγμής καμία ουσιαστική ανάκαμψη σε αυτό το μέτωπο. Για τον λόγο αυτό προειδοποιεί ότι δεν υπάρχουν ακόμη ενδείξεις μιας αυτοτροφοδοτούμενης ανάκαμψης. Τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της γερμανικής οικονομίας εξακολουθούν να είναι εμφανή και η αδυναμία των ιδιωτικών επενδύσεων αποτελεί ίσως την καθαρότερη απόδειξη.
Πάντως η Commerzbank εξακολουθεί να προβλέπει ανάπτυξη 1% για τη γερμανική οικονομία το 2026, εκτίμηση που είχε ήδη αναθεωρήσει προς τα πάνω πριν από περίπου έναν μήνα. Μετά τα νεότερα στοιχεία για το ΑΕΠ και την ισχυρή άνοδο του Ifo, οι οικονομολόγοι της γερμανικής τράπεζας θεωρούν ότι οι υπάρχουν και περιθώρια ανοδικής αναθεώρησης των εκτιμήσεών τους.
Aπρόσμενα «κέρδη» λόγω Ορμούζ
Πίσω από την ανθεκτικότητα της γερμανικής οικονομίας στο πρώτο εξάμηνο βρίσκεται, ωστόσο, και ένας περισσότερο συγκυριακός παράγοντας. Σύμφωνα με ανάλυση της ING, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έπληξε άλλες περιοχές του κόσμου περισσότερο από τη Γερμανία, με αποτέλεσμα ορισμένες γερμανικές επιχειρήσεις να λειτουργήσουν, κατά μία έννοια, ως «ωφελημένες από την κρίση». Αυτό μπορεί να εξηγεί ένα μέρος της καλύτερης του αναμενομένου επίδοσης του β' τριμήνου.
Βέβαια, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή κρατά τις τιμές του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα, ενώ για τους επόμενους μήνες προστίθεται ο κίνδυνος ενός νέου σοκ από τις τιμές του φυσικού αερίου κατά τη χειμερινή περίοδο, αλλά και η πιθανότητα νέων εμπορικών εντάσεων. Επιπλέον, στο εσωτερικό, η χαμηλή στάθμη των υδάτων στις βασικές πλωτές οδούς της Γερμανίας αποτελεί πρόσθετη απειλή για τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τη βιομηχανική παραγωγή. Υπάρχει όμως και εδώ ένα θετικό αντίβαρο. Τα βιβλία παραγγελιών της γερμανικής βιομηχανίας έχουν αρχίσει να ανακάμπτουν τους τελευταίους μήνες, δημιουργώντας προσδοκίες ότι η βελτίωση στη μεταποίηση μπορεί να έχει συνέχεια.
Έτσι, η γερμανική οικονομία βρίσκεται σε μια ιδιόμορφη μεταβατική φάση. Οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι παραμένουν σημαντικοί, αλλά η δημοσιονομική ώθηση από τις επενδύσεις σε άμυνα και υποδομές αναμένεται να λειτουργήσει περισσότερο υποστηρικτικά σε βάθος χρόνου. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν η γερμανική κυβέρνηση θα καταφέρει παράλληλα να μετατρέψει τις εξαγγελθείσες μεταρρυθμίσεις σε πράξεις, βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα, περιορίζοντας το ενεργειακό κόστος και δημιουργώντας ισχυρότερα κίνητρα για επιχειρηματικές επενδύσεις και ιδιωτική κατανάλωση. Σε κάθε περίπτωση, αυτή τη στιγμή το γερμανικό ΑΕΠ βρίσκεται σε τροχιά για την καλύτερή του επίδοση από το 2022.



