Ορατό παραμένει το ενδεχόμενο για νέο ανοδικό σερί στις τιμές ενέργειας με τη βασική πηγή ανησυχίας να αποτελεί το φυσικό αέριο ως βασικός συντελεστής για τη διαμόρφωση της χονδρικής ρεύματος στην Ελλάδα.
Ειδικότερα, η διακύμανση του ευρωπαϊκού δείκτη αναφοράς για το φυσικό αέριο (TTF) «διέψευσε» τις αρχικές εκτιμήσεις για μείωση των τιμών στα προ του πολέμου επίπεδα με το «κοντέρ» να συνεχίζει να γράφει υψηλά περί τα 48 με 49 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, ενώ εχθές βρέθηκε σε υψηλό μήνα, φτάνοντας τα 50,9 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Την ίδια στιγμή, η αιολική παραγωγή έχει μειωθεί αφήνοντας μεγαλύτερο περιθώριο στις ακριβότερες συμβατικές μονάδες να καλύπτουν τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας κατά τις βραδινές ώρες όταν το έτερο κρίσιμο μέγεθος της «πράσινης» ηλεκτροπαραγωγής – τα φωτοβολταϊκά – αποσύρονται από το σύστημα.
Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την αύξηση της ζήτησης λόγω τουριστικής κίνησης και υψηλών θερμοκρασιών (+20% τις τελευταίες 4 εβδομάδες) δημιουργούν ένα «δύσκολο μίγμα» που ωστόσο απέχει προς ώρας από το να χαρακτηριστεί «εκρηκτικό» στα πρότυπα όσων έλαβαν χώρα σε προηγούμενες περιόδους κρίσης, όταν οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας είχαν εκτοξευθεί περί τα 150 ευρώ η Μεγαβατώρα στο Χρηματιστήριο Ενέργειας.
Η κατάσταση, όπως επισημαίνουν πηγές του ΥΠΕΝ, χαρακτηρίζεται ανησυχητική με την προσοχή ωστόσο να εστιάζει περισσότερο στην σωστή ανάγνωση και την παρακολούθηση των δεδομένων και λιγότερο στην ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων, όπως επιδοτήσεις, που αυτή την στιγμή δεν βρίσκονται στο τραπέζι.
Άλλωστε, όπως διευκρινίζουν οι ίδιες πηγές, το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς εθνικό, με «δείγματα γραφής» περί υψηλών τιμών και σχετικών πιέσεων να καταγράφονται και σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές σε συνέχεια ανάλογων παραγόντων και εν μέσω φαινομένων καύσωνα. Σε κάθε περίπτωση, η βασική «γραμμή άμυνας», όπως επισημαίνουν πηγές του ΥΠΕΝ, εντοπίζεται στον περιορισμό της συμμετοχής του φυσικού αερίου στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών πράγμα που εξαρτάται από το ποσοστό συμμετοχής των ΑΠΕ.
Πώς το φυσικό αέριο επηρεάζει τις τιμές
Το φυσικό αέριο επηρεάζει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας με δύο βασικούς τρόπους. Ο πρώτος παράγοντας είναι η τιμή του φυσικού αερίου ενώ ο δεύτερος αφορά στη χρήση του. «Έχουμε 4-5 εταιρείες που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια με φυσικό αέριο. Αν υπάρχει χώρος για όλους τότε δεν έχουν λόγο να υποβάλουν πιο ανταγωνιστικές προσφορές για την παραγόμενη ενέργεια.
Αντιθέτως αν η πίτα μικρύνει τότε υπάρχει μεγαλύτερος ανταγωνισμός που με την σειρά του δύναται να καταλήξει σε καλύτερες προσφορές εκ μέρους των μονάδων για την κάλυψη της ενεργειακής ζήτησης. Επομένως χρειαζόμαστε φθηνό φυσικό αέριο και όχι μεγάλη χρήση αυτού», αναφέρουν σχετικά οι ίδιες πηγές.
Το πρόβλημα, όπως προαναφέρθηκε, δεν περιορίζεται στα σύνορα της χώρας παρά απλώνεται ευρύτερα στην ευρωπαϊκή αγορά με την βασική ανησυχία να εστιάζει στην αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, η καμπύλη των προθεσμιακών συμβολαίων δεν δίνει σήμερα κίνητρο για αποθήκευση φυσικού αερίου με το σχετικό ποσοστό να βρίσκεται στο χαμηλό 50% με ορισμένες χώρες όπως Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο να βρίσκονται πολύ πίσω και από αυτό.
Ενδεικτικά, η τιμή του TTF, όπως προαναφέρθηκε, κυμαίνεται σήμερα περί τα 50 ευρώ ανά Μεγαβατώρα όταν η τιμή για τον χειμώνα είναι στα 47 ευρώ και επομένως δεν προκύπτει εύλογο «οικονομικό σήμα» να προχωρήσει η αποθήκευση του καυσίμου. Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αξιολογώντας την πορεία των αποθεμάτων και τις πιθανές επιπτώσεις ενόψει του χειμώνα.
Τέλος, η μείωση της παραγωγής των αιολικών έχει οδηγήσει σε περιορισμό των εξαγωγών της χώρας προς τις γειτονικές αγορές, πράγμα που σε άλλες περιπτώσεις είχε αποδειχθεί ευεργετικό καθώς «φόρτωνε» τις διασυνδετήριες γραμμές με την πλεονάζουσα «πράσινη» ενέργεια, οδηγώντας σε «decoupling» τις αγορές μεταξύ τους, μένοντας η Ελλάδα με την φθηνότερη τιμή.
Αυτή την στιγμή, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, οι εξαγωγές έχουν εξασθενήσει με τις διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας να «εφαρμόζουν» τον κανόνα από την φθηνότερη στην ακριβότερη αγορά, επιφέροντας ακολούθως και τις ανάλογες προσαρμογές στις οικείες αγορές ως το σημείο της σύγκλισης.
Συμπερασματικά η τρέχουσα εικόνα της αγοράς, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, γεννά μια ορισμένη ανησυχία, δεδομένης και της εμπειρίας που υπάρχει όλα τα τελευταία χρόνια, χωρίς ωστόσο, να προεξοφλεί απαραίτητα «επιδείνωση», καθώς παραμένουν αρκετοί «άγνωστοι» που χρήζουν συστηματικής παρακολούθησης για να φανεί ποια τροχιά θα έχουν τα πράγματα στον «ενεργειακό στίβο».



