Η Ελλάδα ετοιμάζεται να επιστρέψει στις ερευνητικές γεωτρήσεις υδρογονανθράκων μετά από σχεδόν μισό αιώνα, με σαφή πλέον στόχο τις αρχές του 2027. Η εξέλιξη αυτή δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα μιας σταδιακής επανεκκίνησης του ενδιαφέροντος για το upstream τα τελευταία χρόνια, η οποία αποκτά πλέον πιο συγκεκριμένη μορφή.
Καθοριστικό βήμα σε αυτή την κατεύθυνση αποτέλεσε η πρόσφατη κύρωση των τεσσάρων νέων συμβάσεων για έρευνες υδρογονανθράκων, που ανοίγουν έναν νέο κύκλο δραστηριότητας στη χώρα. Πρόκειται για τα οικόπεδα «Α2», «Νότια της Πελοποννήσου», «Νότια της Κρήτης 1» και «Νότια της Κρήτης 2», τα οποία καλύπτουν συνολικά περίπου 47.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα σε βαθιά νερά και έχουν ανατεθεί στην κοινοπραξία της Chevron με τη συμμετοχή της HELLENiQ Energy.
Μέσα σε αυτό το ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο κινητικότητας, οι πρόσφατες επαφές στο Χιούστον και ειδικά οι συζητήσεις της ελληνικής πλευράς με τη ExxonMobil έρχονται να δώσουν πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο στο επόμενο βήμα σε μια πιο ώριμη περιοχή: την πρώτη ερευνητική γεώτρηση στο Ιόνιο. Έναν στόχο που έχει ήδη θέσει ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, και ο οποίος πλέον αποκτά σαφέστερο χρονοδιάγραμμα.
Το λεγόμενο «μπλοκ 2» στο ΒΔ Ιόνιο δεν είναι ένα νέο project. Αντιθέτως, αποτελεί μια προσπάθεια που ξεκίνησε το 2017, όταν το οικόπεδο παραχωρήθηκε σε κοινοπραξία με operator την TotalEnergies και εταίρους την Edison και τη HELLENiQ Energy. Στα επόμενα χρόνια πραγματοποιήθηκαν σεισμικές έρευνες και αξιολόγηση δεδομένων, χωρίς όμως να ληφθεί απόφαση για γεώτρηση.
Η πορεία αυτή διακόπηκε την περίοδο 2020–2022, όταν η αποχώρηση της TotalEnergies και της Edison άφησε το project χωρίς operator, οδηγώντας το σε αδράνεια. Η επανεκκίνηση ήρθε όταν η Energean ανέλαβε τον ρόλο του operator, επαναφέροντας το block στον ενεργό σχεδιασμό, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή της ExxonMobil.
Σε αυτό το πλαίσιο, το project περνά πλέον για πρώτη φορά σε καθαρά επιχειρησιακή φάση. Η κοινοπραξία ExxonMobil–Energean–HELLENiQ Energy έχει ήδη προχωρήσει σε προκαταρτική συμφωνία για την εξασφάλιση γεωτρύπανου, με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας να αναφέρει ότι εντός Απριλίου αναμένονται οι τελικές υπογραφές για το «Stena DrillMax». Η ερευνητική γεώτρηση τοποθετείται στο πρώτο τρίμηνο του 2027, ενώ παράλληλα έχουν ήδη ξεκινήσει οι διαδικασίες για τη βασική περιβαλλοντική μελέτη, που αποτελεί κρίσιμο ορόσημο για την υλοποίηση του έργου.
Σε αντίθεση με το Ιόνιο, τα νέα οικόπεδα σε Κρήτη και Πελοπόννησο βρίσκονται σε πιο πρώιμο στάδιο, με τις σεισμικές και γεωφυσικές έρευνες να προηγούνται χρονικά. Ωστόσο, η ταυτόχρονη εξέλιξη αυτών των περιοχών δημιουργεί για πρώτη φορά ένα ευρύτερο χαρτοφυλάκιο ερευνών, που ξεφεύγει από τη λογική μεμονωμένων projects και αποκτά χαρακτηριστικά συνολικής στρατηγικής.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, παραμένει πιο σύνθετη. Σήμερα, η Ελλάδα δεν διαθέτει ουσιαστική παραγωγή υδρογονανθράκων, με τον Πρίνο να αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση και να βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη γεωγραφική της θέση και τον ρόλο της ως ενεργειακού διαδρόμου - μέσω LNG, αγωγών και υποδομών - η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται πλήρως από εισαγωγές για την κάλυψη των αναγκών της.
Η ενεργειακή ασφάλεια και το Brent που "πάτησε" τα 100 δολάρια
Το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο όπου η αστάθεια στη Μέση Ανατολή επηρεάζει άμεσα τις ροές πετρελαίου και LNG, αυξάνοντας τα ασφάλιστρα κινδύνου, το κόστος μεταφοράς και τη μεταβλητότητα των τιμών. Πλέον η δυνατότητα έστω και μερικής εγχώριας παραγωγής αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα. Δεν πρόκειται για αυτάρκεια αλλά για ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων.
Παράλληλα, τέτοιες επενδύσεις αποκτούν και διαφορετική οικονομική λογική σε συνθήκες υψηλών διεθνών τιμών. Με το Brent να κινείται κοντά ή και πάνω από τα 100 -110 δολάρια ανά βαρέλι, projects που σε άλλες περιόδους θεωρούνταν οριακά ή υψηλού ρίσκου καθίστανται πιο ελκυστικά. Σε αυτά τα επίπεδα τιμών, το περιθώριο για να καλυφθεί το υψηλό κόστος υπεράκτιων γεωτρήσεων και να υπάρξει απόδοση για τους επενδυτές αυξάνεται σημαντικά, γεγονός που εξηγεί και την επανενεργοποίηση ενδιαφέροντος σε περιοχές όπως η ελληνική ΑΟΖ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η γεώτρηση στο Ιόνιο δεν είναι απλώς ένα ακόμη project. Είναι η πρώτη πραγματική δοκιμή μετά από δεκαετίες για το αν η Ελλάδα μπορεί να περάσει από τις εκτιμήσεις και τα γεωλογικά μοντέλα σε απτά δεδομένα από το υπέδαφος σε μια συγκυρία όπου η ανάγκη για διαφοροποίηση πηγών ενέργειας και ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού δεν είναι θεωρητική, αλλά αποτυπώνεται καθημερινά στις αγορές.