Η προοπτική νέων ερευνών υδρογονανθράκων στην Ελλάδα επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς η Ανατολική Μεσόγειος θεωρείται από πολλές εταιρείες μια από τις πιο υποσχόμενες περιοχές για νέα κοιτάσματα φυσικού αερίου.
Για δεκαετίες η Ελλάδα δεν είχε αναπτύξει ένα συστηματικό πρόγραμμα ερευνών υδρογονανθράκων, καθώς παράγοντες όπως οι χαμηλές διεθνείς τιμές ενέργειας σε παλαιότερες περιόδους, η περιορισμένη ερευνητική δραστηριότητα και οι πολιτικές και περιβαλλοντικές αντιπαραθέσεις είχαν κρατήσει το θέμα στο περιθώριο της ενεργειακής πολιτικής.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, γεωλογικές μελέτες και συγκρίσεις με αντίστοιχες δομές που έχουν οδηγήσει σε μεγάλες ανακαλύψεις σε Ισραήλ, Κύπρο και Αίγυπτο έχουν αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον για θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι τέσσερις νέες συμβάσεις για έρευνες νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου που εισήχθησαν χθες προς κύρωση στη Βουλή. Οι συμβάσεις αφορούν την κοινοπραξία της Chevron με τη συμμετοχή της HELLENiQ Energy και καλύπτουν συνολικά περίπου 47.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα σε βαθιά νερά της Ανατολικής Μεσογείου.
Τα οικόπεδα – «Α2», «Νότια της Πελοποννήσου», «Νότια Κρήτη 1» και «Νότια Κρήτη 2» – βρίσκονται σε μια περιοχή που συνδυάζει γεωλογικό ενδιαφέρον αλλά και έντονη γεωπολιτική διάσταση, καθώς τα δύο blocks νότια της Κρήτης βρίσκονται κοντά στη γραμμή που προβάλλει η Τουρκία μέσω του λεγόμενου τουρκο-λιβυκού μνημονίου. Πρόκειται για ένα μνημόνιο το οποίο θεωρείται παράνομο τόσο από την Ελλάδα όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά χρησιμεύει ως ρητορικό χαρτί στην Τουρκία για να προβάλει τις αξιώσεις της.
Την ίδια στιγμή, η συμμετοχή ενός διεθνούς ενεργειακού κολοσσού όπως η Chevron προσδίδει και μια πρόσθετη γεωπολιτική διάσταση στις έρευνες. Αν και η παρουσία μιας εταιρείας δεν νομιμοποιεί από μόνη της θαλάσσιες ζώνες, ενισχύει την πρακτική παρουσία της Ελλάδας στην περιοχή, καθώς μια πιθανή αμφισβήτηση δεν θα στρεφόταν μόνο κατά της χώρας αλλά και κατά ενός από τους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους παγκοσμίως.
Οι τέσσερις συμβάσεις ανοίγουν έναν νέο κύκλο ερευνών υδρογονανθράκων στην Ελλάδα και, σύμφωνα με την κυβερνητική προσέγγιση, ενισχύουν τη γεωπολιτική παρουσία της χώρας σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Από την άλλη πλευρά, μέρος της αντιπολίτευσης υποστηρίζει ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε προηγηθεί η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με τη Λιβύη πριν από την προώθηση των συγκεκριμένων παραχωρήσεων, εκτιμώντας ότι διαφορετικά δημιουργείται ένα περιβάλλον μεγαλύτερης αβεβαιότητας.
Στην πράξη, ωστόσο, οι διεθνείς ενεργειακές εταιρείες προσεγγίζουν τέτοιες επενδύσεις με διαφορετικά κριτήρια: αξιολογούν συνολικά το γεωλογικό δυναμικό μιας περιοχής, τις πιθανότητες εντοπισμού αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων και το ευρύτερο επενδυτικό περιβάλλον, σταθμίζοντας παράλληλα τον γεωπολιτικό κίνδυνο. Μέσα από αυτή τη λογική χαρτοφυλακίου, οι εταιρείες συχνά αντισταθμίζουν το ρίσκο επενδύοντας σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου, επιλέγοντας να δραστηριοποιηθούν εκεί όπου εκτιμούν ότι η πιθανή απόδοση δικαιολογεί την επένδυση.
Πώς αξιολογούν οι πετρελαϊκές το ρίσκο και τις επενδύσεις
Η Ελλάδα μπορεί κατά περιόδους να θεωρείται μια περιοχή με αυξημένη γεωπολιτική ευαισθησία στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, για τις μεγάλες ενεργειακές εταιρείες τέτοιοι παράγοντες αποτελούν μέρος της συνολικής αξιολόγησης πριν από μια επένδυση. Στην πράξη οι διεθνείς πετρελαϊκές λειτουργούν με λογική χαρτοφυλακίου: επενδύουν σε πολλές διαφορετικές περιοχές του κόσμου ώστε οι πιθανές επιτυχίες να αντισταθμίζουν έργα που τελικά δεν προχωρούν.
Με αυτή τη λογική, εταιρείες όπως η Chevron και η HELLENiQ Energy αναλαμβάνουν γεωπολιτικό ρίσκο μόνο όταν εκτιμούν ότι το γεωλογικό δυναμικό και οι προοπτικές της επένδυσης το δικαιολογούν. Οι έρευνες υδρογονανθράκων αποτελούν άλλωστε μια μακρόχρονη και σταδιακή διαδικασία, η οποία επιτρέπει στις εταιρείες να επαναξιολογούν τόσο τα γεωλογικά δεδομένα όσο και το επενδυτικό ρίσκο σε κάθε στάδιο.
Στην πρώτη φάση πραγματοποιούνται σεισμικές έρευνες – γεωφυσικές καταγραφές του υπεδάφους που συνήθως διαρκούν δύο έως τρία χρόνια και επιτρέπουν στις εταιρείες να εντοπίσουν πιθανούς γεωλογικούς στόχους. Αν τα δεδομένα είναι θετικά, ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλαδή η ερευνητική γεώτρηση, η οποία πραγματοποιείται αρκετά χρόνια αργότερα για να επιβεβαιωθεί αν υπάρχει πραγματικό κοίτασμα. Μόνο στην τρίτη φάση, και εφόσον επιβεβαιωθεί ότι το κοίτασμα είναι εμπορικά αξιοποιήσιμο, προχωρά η πλήρης ανάπτυξη και παραγωγή, μια διαδικασία που μπορεί να φτάσει συνολικά ακόμη και τα 10-15 χρόνια από την έναρξη των ερευνών.
Με αυτό το μοντέλο οι εταιρείες επενδύουν σταδιακά και μπορούν να επανεκτιμούν το ρίσκο σε κάθε φάση. Στην αρχική περίοδο το οικονομικό ρίσκο είναι σαφώς περιορισμένο, καθώς οι μεγάλες επενδύσεις πραγματοποιούνται μόνο εφόσον επιβεβαιωθεί η ύπαρξη κοιτάσματος, ενώ οι συμβάσεις προβλέπουν και ρήτρες όπως το force majeure, που επιτρέπουν την αναστολή των εργασιών σε περίπτωση απρόβλεπτων γεγονότων ή νομικών εμπλοκών.
Το επίμαχο άρθρο 30 και η αντιπαράθεση για τα θαλάσσια όρια
Ένα από τα πιο «θερμά» σημεία της συζήτησης για τις συγκεκριμένες παραχωρήσεις ήταν η διάταξη του άρθρου 30, η οποία συνδέεται με το ενδεχόμενο μελλοντικής οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών της Ελλάδας με γειτονικά κράτη. Η πρόβλεψη αυτή ορίζει ότι εάν στο μέλλον προκύψει συμφωνία οριοθέτησης και τμήμα ενός οικοπέδου βρεθεί εκτός ελληνικής δικαιοδοσίας, τότε το συγκεκριμένο τμήμα αφαιρείται από την παραχώρηση χωρίς να δημιουργείται δικαίωμα αποζημίωσης για την εταιρεία.
Από κυβερνητικής πλευράς επισημαίνεται ότι η διάταξη λειτουργεί ως «ασφαλιστική δικλείδα» για το ελληνικό Δημόσιο, καθώς επιτρέπει στη χώρα να προχωρήσει σε μελλοντικές συμφωνίες οριοθέτησης χωρίς τον κίνδυνο οικονομικών αξιώσεων από τους αναδόχους. Όπως υποστηρίζεται, η ρύθμιση δεν συνεπάγεται παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων ούτε προεξοφλεί μεταβολή των θαλάσσιων ορίων, αλλά αποσκοπεί στη νομική θωράκιση της χώρας σε συμβάσεις με μεγάλο χρονικό ορίζοντα.
Παράλληλα, κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι τέτοιες προβλέψεις αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου θεσμικού πλαισίου που επιχειρεί να δώσει σαφείς κανόνες στους επενδυτές σε έναν κλάδο με μεγάλο χρονικό και οικονομικό ορίζοντα. Ωστόσο, η διάταξη αποτέλεσε βασικό σημείο αντιπαράθεσης, με κόμματα της αντιπολίτευσης να εκφράζουν έντονες ενστάσεις για τη σκοπιμότητά της.
Οι επικριτές της υποστήριξαν ότι η συγκεκριμένη πρόβλεψη ενδέχεται να δημιουργεί την εντύπωση αναγνώρισης μιας γεωπολιτικής αβεβαιότητας στις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές και ότι θα μπορούσε να ανοίξει περιθώρια για μελλοντικές αξιώσεις από τρίτες χώρες. Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι αντίστοιχοι όροι δεν υπήρχαν ούτε στην αρχική προκήρυξη του διαγωνισμού ούτε σε συμβάσεις που είχαν κυρωθεί τα προηγούμενα χρόνια, ενώ μέλη της αντιπολίτευσης σημείωσαν ότι παρόμοιες ρήτρες δεν συναντώνται σε παραχωρήσεις άλλων χωρών της Ανατολικής Μεσογείου που αντιμετωπίζουν επίσης γεωπολιτικές διεκδικήσεις, όπως η Κύπρος.
Η αντιπαράθεση αυτή αναδεικνύει και μια βασική πτυχή του πώς λειτουργεί ο κλάδος των ερευνών υδρογονανθράκων: οι επενδύσεις πραγματοποιούνται σε περιοχές όπου συχνά συνυπάρχουν γεωλογικές προσδοκίες και γεωπολιτικές ευαισθησίες, γεγονός που καθιστά κρίσιμο το θεσμικό και συμβατικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνται οι εταιρείες.
Όταν οι ίδιες εταιρείες επενδύουν σε Ελλάδα, Λιβύη και Τουρκία
Ένα από τα ερωτήματα που τέθηκαν ήταν κατά πόσο η παρουσία μεγάλων διεθνών ενεργειακών εταιρειών όπως είναι η Chevron σε μια χώρα μπορεί να λειτουργήσει και ως γεωπολιτικός «παράγοντας σταθερότητας». Στην πράξη, ωστόσο, οι πετρελαϊκοί όμιλοι δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε πολλές διαφορετικές αγορές, ακόμη και σε χώρες με αντικρουόμενα συμφέροντα στην ίδια γεωγραφική περιοχή.
Όπως εξήγησε μιλώντας στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ), Κωστής Σταμπολής, η παρουσία των μεγάλων εταιρειών σε διαφορετικές αγορές αποτελεί συνήθη πρακτική στον κλάδο. Όπως ανέφερε, η Λιβύη παράγει πετρέλαιο εδώ και δεκαετίες και μεγάλες εταιρείες δραστηριοποιούνται εκεί από τη δεκαετία του 1950 και του 1960, ενώ και η Τουρκία έχει αναπτύξει εκτεταμένο πρόγραμμα ερευνών και γεωτρήσεων με στόχο την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής υδρογονανθράκων.
Στο πλαίσιο αυτό, σημείωσε ότι οι συγκεκριμένες παραχωρήσεις αποκτούν σημασία κυρίως λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, καθώς με τις ενεργές παραχωρήσεις που εκτείνονται νοτιοδυτικά και νοτιοανατολικά της Κρήτης διαμορφώνεται μια συνεχής ζώνη ερευνών που ενισχύει στην πράξη την παρουσία της Ελλάδας σε μια περιοχή με ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία.
Το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο και η νομική του βάση
Η Τουρκία έχει αντιδράσει στις ελληνικές παραχωρήσεις και έχει αποστείλει επιστολές στον United Nations αμφισβητώντας μέρος των περιοχών αυτών. Η Άγκυρα επικαλείται το λεγόμενο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο του 2019, το οποίο επιχειρεί να χαράξει θαλάσσια όρια μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης αγνοώντας την επήρεια ελληνικών νησιών.
Η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει τη συμφωνία αυτή (ούτε φυσικά την έχει υπογράψει), ενώ και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δηλώσει ότι παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για αυτά. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, μια διμερής συμφωνία δεν μπορεί να δεσμεύει κράτη που δεν συμμετέχουν σε αυτή. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν δύο χώρες συμφωνήσουν μεταξύ τους σε μια οριοθέτηση, αυτή δεν μπορεί να επηρεάσει δικαιώματα άλλου κράτους χωρίς τη δική του συναίνεση.
Επιπλέον, αρκετοί διεθνολόγοι επισημαίνουν ότι η γραμμή οριοθέτησης που προβλέπει το μνημόνιο αγνοεί πλήρως την ύπαρξη και την επήρεια μεγάλων ελληνικών νησιών, όπως η Κρήτη, η Ρόδος και το Καστελλόριζο, τα οποία σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας διαθέτουν κανονικά δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες. Για τον λόγο αυτό το μνημόνιο έχει χαρακτηριστεί από πολλούς νομικούς ως νομικά προβληματικό, καθώς επιχειρεί να δημιουργήσει μια θαλάσσια γραμμή που «παρακάμπτει» τη γεωγραφία της περιοχής.
Στην πράξη, το μνημόνιο δεν έχει αναγνωριστεί από καμία άλλη χώρα ή διεθνή οργανισμό ως έγκυρη οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Για πολλούς αναλυτές λειτουργεί κυρίως ως πολιτικό και διπλωματικό εργαλείο της Τουρκίας για να στηρίζει τις θέσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά ως συμφωνία με πραγματική νομική ισχύ στο διεθνές σύστημα.