Όταν συζητάμε για τον αντίκτυπο της πολεμικής σύγκρουσης στο Ιράν και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, η προσοχή μας στρέφεται σχεδόν αντανακλαστικά στην αντλία του πετρελαίου και στο σακί του λιπάσματος. Υπάρχει, όμως, μια δεύτερη, εξίσου καταστροφική όψη στο ίδιο νόμισμα: το «έμφραγμα» στις εξαγωγές μας.
Η ελληνική αγροτική οικονομία έχει επενδύσει τεράστια κεφάλαια στο αφήγημα της εξωστρέφειας. Και τα αποτελέσματα ήταν ορατά: το 2024, οι εξαγωγές φρούτων και λαχανικών έφτασαν τα 1,85 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 7,9% σε σχέση με το 2023, με εξαγόμενο όγκο 1,79 εκατ. τόνους. Κορυφαία επίδοση είχαν τα ακτινίδια, αφού η εμπορική περίοδος 2023/2024 έκλεισε στα 305 εκατ. ευρώ (ρεκόρ σε αξία), με την Ελλάδα να κατατάσσεται πλέον στις τέσσερις μεγαλύτερες εξαγωγικές χώρες ακτινιδίων παγκοσμίως, δίπλα στη Νέα Ζηλανδία, την Ιταλία και τη Χιλή.
Τα τελευταία χρόνια, συνεταιρισμοί και εταιρείες agribusiness άνοιξαν με κόπο, τις δύσκολες αλλά υψηλής προστιθέμενης αξίας αγορές, της Ασίας, της Ινδίας και των αραβικών κρατών, αντικαθιστώντας σε πολλές περιπτώσεις Τούρκους προμηθευτές που είχαν κυριαρχήσει για χρόνια. Σήμερα, στα μέσα Μαρτίου 2026, αυτή η προσπάθεια κινδυνεύει να ακυρωθεί και θα εξαρτηθεί έντονα από τη διάρκεια των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή.
Δύο χτυπήματα, δύο θάλασσες
Για να κατανοηθεί το πρόβλημα, χρειάζεται πρώτα η γεωγραφία. Η κρίση στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς έχει δύο εστίες, που λειτουργούν ανεξάρτητα αλλά ενισχύουν η μία την άλλη.
Η πρώτη είναι η Ερυθρά Θάλασσα και το Σουέζ: Από τον Οκτώβριο 2023, οι Χούθι της Υεμένης, υποστηριζόμενοι από το Ιράν, άρχισαν να πλήττουν εμπορικά πλοία στη Θάλασσα, αναγκάζοντας τις ναυτιλιακές να εγκαταλείψουν τη Διώρυγα του Σουέζ. Αυτή είναι η αρτηρία του εμπορίου Ευρώπη–Ασία, η οποία διακινεί υπό κανονικές συνθήκες περίπου το 15% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου. Παρότι οι Χούθι ανέστειλαν τις επιθέσεις τους το Νοέμβριο 2025 μετά την εκεχειρία στη Γάζα, στις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε απάντηση του πολέμου κατά του Ιράν, οι Χούθι απείλησαν να κλιμακώσουν την κρίση και να επαναλάβουν τις επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η δεύτερη εστία είναι τα Στενά του Ορμούζ: Η είσοδος του Περσικού Κόλπου, μέσω της οποίας εξάγεται το πετρέλαιο της Σαουδικής Αραβίας, των ΗΑΕ και του Κουβέιτ, αλλά διακινείται επίσης το εμπόριο με τις χώρες του Κόλπου. Μετά τις αμερικανοισραηλινές επιθέσεις στο Ιράν, η UKMTO (βρετανική ναυτιλιακή αρχή) εξέδωσε προειδοποίηση για αυξημένο κίνδυνο στον Περσικό Κόλπο, τον Κόλπο του Ομάν και τα Στενά του Ορμούζ.
Για τον Έλληνα εξαγωγέα, αυτά τα δύο σημεία λειτουργούν ως διπλή παγίδα: αποκόπτουν ταυτόχρονα τόσο τη διαδρομή προς τις ασιατικές αγορές, όσο και την πρόσβαση στις αγορές του Κόλπου. Με τον Σουέζ εκτός λειτουργίας, ένα κοντέινερ με ελληνικά αγροτικά προϊόντα που κατευθύνεται στις αγορές της Ασίας αναγκάζεται να κάνει τον περίπλου της Αφρικής προσθέτοντας 10 έως 14 επιπλέον ημέρες ταξιδιού. Τα δεδομένα είναι αδυσώπητα: έως τον Μάιο 2025, ο διαμετακομιστικός τόνος διά του Σουέζ βρισκόταν ακόμη 70% κάτω από τα επίπεδα του 2023.
Στο εμπόριο φρέσκων φρούτων, όπου η διάρκεια ζωής στο ράφι μετριέται με τις ώρες, αυτές οι δύο εβδομάδες είναι καταδικαστικές. Όταν το ελληνικό ακτινίδιο φτάνει στην Ινδία ή την Κίνα καθυστερημένο, η εμπορική του αξία υποβαθμίζεται ή, στη χειρότερη, το φορτίο απορρίπτεται ως ακατάλληλο.
Η αλλαγή πορείας δεν κοστίζει μόνο σε χρόνο. Η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά μετά τις πρόσφατες επιθέσεις στο Ιράν: τα φορτία που αναχωρούν από ελληνικά λιμάνια με προορισμό τη Μέση Ανατολή επιβαρύνονται με επίναυλο ακόμη και πενταπλάσιο των κανονικών ναύλων. Αυτό το κόστος μετακυλίεται αναπόφευκτα στην τελική τιμή. Και εδώ γεννάται το τεράστιο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας: ενώ το ελληνικό φρούτο φτάνει στην Ασία πανάκριβα και καθυστερημένο, οι ανταγωνιστές μας από το Νότιο Ημισφαίριο (Χιλή και Νέα Ζηλανδία) συνεχίζουν να τροφοδοτούν τις ίδιες αγορές χωρίς να διασχίζουν εμπόλεμες ζώνες. Η Νέα Ζηλανδία ελέγχει ήδη περισσότερο από το 50% της παγκόσμιας εξαγωγικής αξίας ακτινιδίων και κερδίζει αμαχητί τα μερίδια αγοράς που χτίσαμε με κόπο.
Το μέγεθος της απειλής γίνεται κατανοητό όταν δούμε τους αριθμούς: Οι συνολικές ελληνικές εξαγωγές προς τις χώρες της Μέσης Ανατολής ξεπερνούν τα 3 δισ. ευρώ, αποτελώντας έναν από τους τρεις στρατηγικούς εξαγωγικούς στόχους που είχαν θέσει τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές επιχειρήσεις. Ακόμη και αν αυτές οι αγορές φαίνονται «μικρές» κρύβουν μεγάλο βάρος. Η αξία των ελληνικών εξαγωγών προς το Ιράν το 2024 ανερχόταν πάνω από 18 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων περισσότερα από 6,5 εκατ. ευρώ ήταν κομπόστες ροδάκινου, σήμα κατατεθέν του θεσσαλικού και μακεδονικού κάμπου. Πρόκειται για αγορές στις οποίες η ελληνική πλευρά είχε καταφέρει να εκτοπίσει Τούρκους ανταγωνιστές, μια επιτυχία που τώρα κινδυνεύει να χαθεί.
Ο πόλεμος στο Ιράν λειτουργεί ως μια διπλή μέγγενη για τον Έλληνα παραγωγό: τον «πνίγει» με πανάκριβα εφόδια στην αρχή της χρονιάς και του «κόβει» αγορές που κέρδισε με κόπο, μέσω δύο διαφορετικών αλλά αλληλένδετων πληγμάτων στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς.
Απαιτείται άμεσα ένα εθνικό σχέδιο στήριξης των logistics για τα εξαγώγιμα αγροτικά προϊόντα, ίσως μια επιδότηση του μεταφορικού ισοδύναμου για τις διεθνείς αποστολές που πλήττονται από τη γεωπολιτική κρίση, ή με διπλωματικές πρωτοβουλίες ανοίγματος εναλλακτικών εμπορικών διαδρόμων. Διαφορετικά, το 2026 θα δούμε γεμάτα ψυγεία στην Ελλάδα, αλλά άδεια ταμεία για τους παραγωγούς.