1)  Η υπόθεση περί χρήσεως ή μη του ονόματος ‘Μακεδονία’ από το νοτιότερο μέλος της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας, κατόπιν της διαλύσεως της τελευταίας, στάθηκε δυστυχώς χαμένη για την Αθήνα από την πρώτη ημέρα όπου το ζήτημα ανέκυψε.  Όπως έχει εκτενώς ήδη αναλυθεί, μία σειρά ατυχών συγκυριών, ολιγωρίας και ενίοτε δυσπραγίας επί σειρά δεκαετιών εκ μέρους της ελληνικής πλευράς είχαν προδιαγράψει το αποτέλεσμα.

2) Από το 1991 ο χρόνος κύλησε αποκλειστικά προς όφελος των Σκοπίων.  Πέραν της αρχικής καχυποψίας με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι ελληνικές αντιρρήσεις επί της ονομασίας κατά την δεκαετία του ’90, εφεξής μία ολόκληρη γενεά ανά τον κόσμο ήλθε στα πράγματα συνδέοντας το επίμαχο όνομα με την ΠΓΔΜ.  Για όλους αυτούς οι ελληνικές θέσεις παρέμειναν είτε παντελώς άγνωστες, είτε στην καλλίτερη περίπτωση αντικείμενο απορίας.

3) Διεθνείς οργανισμοί και fora τήρησαν τα στοιχειώδη προσχήματα, αναγράφοντας ‘FYROM’ σε επίσημα έγγραφα κλπ, μεταπίπτοντας εντούτοις με ανεπιτήδευτο αυτοματισμό στην χρήση του συνταγματικού ονόματος της χώρας σε κάθε περαιτέρω προφορική συζήτηση.  Παράλληλα, 135 κράτη είχαν ήδη βεβαίως αναγνωρίσει την οντότητα ως (σκέτο) ‘Μακεδονία΄, μαζί με τους συναγομένους προσδιορισμούς περί ‘μακεδονικής’ γλώσσας και εθνικότητας. 

4) Επί ένα τέταρτο του αιώνος (και σίγουρα προ του 2000, αντιθέτως με όσα ακούστηκαν ευρέως τις προηγούμενες εβδομάδες) όλες οι διαβουλεύσεις απο την πλευρα της Ελλαδος –επίσημες και παρασκηνιακές- συνεχίζονταν επί τη βάσει ενός σύνθετου ονόματος και μόνον.  Ωστόσο, διαπραγματευόμενες από θέσιν ισχύος, οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Σκοπίων παραχωρούσαν μόνον την αποδοχή χρήσεως εκ μέρους της Ελλάδος ενός ενδωνύμου της (μερικής) επιλογής της (κατά τα πρότυπα του Κωνσταντινούπολη / Ισταμπούλ - που χρησιμοποιεί η υπόλοιπη υφήλιος) και όχι ένα όνομα erga omnes.

5) Οι κυβερνήσεις των Αθηνών γνώριζαν ευκρινέστατα την  αρνητική αυτή διεθνή ισορροπία και volens-nolens ουδέποτε διαπραγματεύτηκαν εν τοις πράγμασι μια φόρμουλα που να μην περιέχει τον γεωγραφικό όρο.  Αντιλαμβανόμενες ότι η επίτευξη συμφωνίας επί αυτής της βάσεως θα προκαλούσε εκτεταμένες αντιδράσεις στην Ελλάδα και θα στοιχειοθετούσε πολιτική αυτοχειρία, φρόντιζαν να μην ανακινείται το ζήτημα κατά το δυνατόν!  Το πρόβλημα παρεπέμπετο με ανακούφιση στις καλένδες της επομένης κυβερνήσεως, με την απώτερη φρούδα ελπίδα πως κάποια όλως απρόβλεπτη μέλλουσα γεωπολιτική κρίση θα εδύνατο να ανατρέψει τον εδραιωμένο συσχετισμό.

6) Υπό το πρίσμα της αχανούς διαστάσεως μεταξύ προσδοκιών των πολιτών και της δυσμενούς πραγματικότητας, ουδεμία ελληνική κυβέρνηση θα εδιανοείτο να προκηρύξει δημοψήφισμα για την επικύρωση μιας συμφωνίας περί ονοματοδοσίας της FYROM, είτε αυτή θα ήταν η ανά χείρας των Πρεσπών, είτε κάποια διαφορετική.

7) Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας που περιελάμβανε την έγκριση μεσω δημοψηφίσματος αλλά και την αλλαγή του συντάγματος της ΠΓΔΜ, δεν υπήρξε πλέον ρεαλιστική δυνατότης για την Αθήνα να προβεί σε υπαναχώρηση.  Ναι μεν τυπικά αυτό θα ήταν επιτρεπτό, ωστόσο θα προκαλούσε δυσθεώρατη κατακραυγή διεθνώς (και βεβαίως θα διαιώνιζε περαιτέρω το πρόβλημα…).  Ακόμα και εάν η νυν κυβέρνηση είχε καταρρεύσει τις προηγούμενες εβδομάδες και είχαν ακολουθήσει εκλογές, οποίος κέρδιζε θα ήταν πρακτικά εξαναγκασμένος να συνεχίσει την ίδια πορεία προς αναγνώριση της ‘Βόρειας Μακεδονίας’.

8) Ήταν σημαντικό σφάλμα της κυβερνήσεως να μην προβεί στην πρότερη (απόρρητη) ενημέρωση και διαμόρφωση στοιχειώδους συμπλεύσεως  μεταξύ των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων πριν προχωρήσει στην υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών.

9) Τα φερόμενα περί αλυτρωτικών βλέψεων, μειονοτικών εμπλοκών και πιθανών εδαφικών διεκδικήσεων εκ μέρους των Σκοπίων εις το μέλλον είναι μάλλον σαθρά.  Εν τίνι μέτρω, τα παρεπόμενα αυτά προσετέθησαν εφευρηματικά στην ελληνική επιχειρηματολογία κατά τις απαρχές του νεο-μακεδονικού με στόχο να προσδώσουν μια επίφαση realpolitik στις κατ’ αρχήν εγειρόμενες ενστάσεις, οι οποίες εδραζόμενες κατ’ αρχήν σε θέματα ιστορικών καταπιστευμάτων δεν φαίνονταν να μεταπείθουν την τότε διεθνή κοινότητα.

10) Για την Ελλάδα, μία μικρή χώρα που βασίζει την όποια ήπια ισχύ της διεθνώς στην νομή, προβολή, και ευρύ παγκόσμιο θαυμασμό της πολιτιστικής ακτινοβολίας του παρελθόντος, η απώλεια της αποκλειστικότητας της μακεδονικής κληρονομιάς αποτελεί βαρύτατο πλήγμα, του οποίου οι θλιβερές συνέπειες θα εξακολουθήσουν να προσμετρώνται εις το μέλλον.