«Μαξιλάρι ασφαλείας» πάνω από τις 700 μονάδες έχει αρχίσει να διαμορφώνεται στο Χρηματιστήριο Αθηνών, λίγο πριν το κλείσιμο της φετινής αρνητικής (-19,64%) χρονιάς. Σε αυτό συμβάλλει ομολογουμένως και το χαρακτηριστικό του υψηλού τζίρου, κάτι που κρίνεται απαραίτητο τόσο για τη διάσπαση της ισχυρής αντίστασης των 740 μονάδων, όσο και για την απορρόφηση των πιέσεων, από χαρτοφυλάκια που αρχίζουν να εισέρχονται στην αγορά, «χτίζοντας» θέσεις.

Ωστόσο, με τα ξένα funds να κλείνουν τα βιβλία τους, έχοντας ολοκληρώσει σε ένα βαθμό τις όποιες ρευστοποιήσεις και αναδιαρθρώσεις των χαρτοφυλακίων τους και με το window dressing να έπεται, ο Νοέμβριος δεν αφήνει πολλά περιθώρια στο Δεκέμβριο για ιδιαίτερες εκπλήξεις, είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω, παρά μόνο ένα «επιτόπιο τροχάδην».

Όπως αναφέρει στο insider.gr ο Δημήτρης Τζάνας, διευθυντής επενδύσεων της Κύκλος Χρηματιστηριακής, «ο Δεκέμβριος ήρθε το Νοέμβριο, καθώς με το κλείσιμο των βιβλιών από τους ξένους, λίγο έως πολύ αυτό θα είναι και το φινάλε του έτους για το Χρηματιστήριο Αθηνών». Παράλληλα, σε ό,τι αφορά το rebalancing της MSCI, με τη διαγραφή της Motor Oil από το βασικό δείκτη ο κ. Τζάνας σχολιάζει πως «θα είναι ένας θόρυβος τζίρου χωρίς να κάνει κάποια ουσιαστική διαφορά», με το ενδιαφέρον να εστιάζεται στο κατά πόσο οι εκροές που θα προκύψουν θα απορροφηθούν, ώστε η μετοχή να μην δεχθεί ισχυρές πιέσεις. Εξάλλου, ευρύτερα η πορεία του ενεργειακού κλάδου παραμένει αχαρτογράφητη ενόψει του 2021, ειδικά ως προς την τιμή του πετρελαίου, που έχει ως αντίπαλο δέος το «πράσινο» αναπτυξιακό μοντέλο, χωρίς να δίνεται για την ώρα μια ισχυρή ψήφος εμπιστοσύνης. Ωστόσο, επιστρέφοντας στο ζήτημα των ξένων δεικτών, ο λογαριασμός για την Ελλάδα είναι μείον, αφού ο MSCI Greece Standard έμεινε με το ελάχιστο όριο των τριών μετοχών που υπάρχει για τις αναδυόμενες αγορές, με άμεση συνέπεια την εξασθένηση του «σήματος» της εγχώριας αγοράς στα ισχυρά επενδυτικά «ραντάρ», κάτι που μπορεί να ανατραπεί με πιθανές αναβαθμίσεις, από τους οίκους αξιολόγησης.

Σε ό,τι αφορά τον τραπεζικό δείκτη (400,86 μονάδες), η βίαιη ανοδική κίνηση από τις 221,87 μονάδες, με την ενδιάμεση διάσπαση της αντίστασης των 347 μονάδων, οδήγησαν στη ζώνη των 385-393 μονάδων, «βλέποντας» σε πρώτο βαθμό τις 400 μονάδες. Παρ'όλα αυτά, θα χρειαστούν ισχυρά «καύσιμα» ώστε οι τράπεζες να κινηθούν προς τη ζώνη αντίστασης των 440-450 μονάδων, με το δρόμο να προμηνύεται ιδιαίτερα δύσβατος, εξαιτίας του τοπίου που διαμορφώνεται στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Όπως σχολιάζει ο κ. Τζάνας, «η ιστορία με το ζήτημα των Cocos της Τράπεζας Πειραιώς ήταν θετική διότι κατοχυρώθηκαν τα ιδία κεφάλαια, με κόστος, την κρατικοποίηση της τράπεζας, που μπορεί να δρομολογήσει μια επιτάχυνση της εξυγίανσης». Επιπλέον, αναμένεται να υπάρξει ένας άμεσος σχεδιασμός για επανιδιωτικοποίηση, που θα ανοίξει το δρόμο σε μελλοντικές αυξήσεις κεφαλαίου στις τράπεζες, ώστε να προκύψουν νέα επενδυτικά stories. Από την άλλη, σε ό,τι αφορά τα NPLs, η επίσπευση της δημιουργίας bad bank από την ΤτΕ συνεπάγεται πως εντοπίζει ένα νέο «τσουνάμι» προβληματικών δανείων τα οποίο θα ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ μετά και το δεύτερο κύμα της πανδημίας, όπως αναφέρει ο κ. Τζάνας, συμπληρώνοντας πως εφόσον η βραδυφλεγής αυτή βόμβα αφορά ολόκληρη την Ευρωζώνη, ίσως ο SSM να μπορέσει να δεχθεί τη δημιουργία αυτών. Έτσι, αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί ως το μεγάλο «αγκάθι» για τη νομισματική πολιτική, είναι πως, ενώ από τη μία παραμένουν ανοιχτοί οι δίαυλοι ρευστότητας με την ΕΚΤ ακόμη και με αρνητικά επιτόκια, από την άλλη η όποια ρευστότητα προσπαθεί να περάσει στην πραγματική οικονομία θα «ξαναγράφεται» και θα επιστρέφει ως NPLs στο τραπεζικό σύστημα.

Τέλος, στο δείκτη υψηλής κεφαλαιοποίησης (1.753,75 μονάδες), με αρκετές εισηγμένες να έχουν βγάλει σημαντικές «άμυνες» τον Οκτώβριο, έχοντας ξεπεράσει το σκόπελο του πρώτου κύματος, καταγράφεται μια ανοδική διόρθωση στις αποτιμήσεις αρκετών τίτλων, με το σήμα αγοράς να παραμένει, έχοντας ως πρώτο στόχο τις 1.750 μονάδες. Ήδη σε αρκετούς τίτλους, όπως είναι αυτός της ΔΕΗ και της Μυτιληναίος έχει δημιουργηθεί το golden cross, δηλαδή η ανοδική διάσπαση του κινητού μέσου όρου των 200 ημερών από αυτόν των 50 ημερών, κάτι που συνεπάγεται μια αλλαγή της μεσοπρόθεσμης τάσης. Αυτό συντελείται και στη μετοχή της Εθνικής Τράπεζας που διαπραγματεύεται στα 1,52 ευρώ, ενώ πάει να γίνει και στη μετοχή της Eurobank που βρίσκεται στα 0,49 ευρώ. Αξίζει να επισημάνουμε πως η JP Morgan, είχε αναφέρει σε έκθεσή της, πως οι ελληνικές μετοχές διαπραγματεύονται με σημαντικό discount, σε σχέση με τους μέσους όρους της αγοράς για τη 10ετία και την 5ετία που αγγίζει το 24,7% και το 32,2% αντίστοιχα. Αυτό λοιπόν, σε συνδυασμό με τον «αέρα» αισιοδοξίας που αποπνέεται από το μέτωπο των εμβολίων, την άρση των lockdown και τα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης που θα «αναθερμάνουν» το επενδυτικό ενδιαφέρον ειδικότερα για τους κλάδους της πράσινης ενέργειας και των κατασκευών μπορούν να αποτελέσουν τους «καταλύτες» εκείνους, ώστε ο δείκτης να αρχίζει να «βλέπει» καλύτερα τη ζώνη των 1.867-1.910 μονάδων.

Ανδρέας Βελισσάριος, [email protected]