Παρότι από το 2000 και μετά υπήρξε θεαματική βελτίωση στην μείωση της παιδικής θνησιμότητας, ωστόσο μετά το 2015 η πρόοδος αυτή επιβράδυνε σημαντικά, χάνοντας το 60% της δυναμικής της. Σήμερα, 4,9 εκατ. παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών πεθαίνουν ετησίως, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται 2,3 εκατ. νεογέννητα βρέφη. «Τα παιδιά που ζουν σε περιοχές με εξελισσόμενες συγκρούσεις και ανθρωπιστικές κρίσεις έχουν 3πλάσιο κίνδυνο να πεθάνουν πριν κλείσουν τα 5 έτη ζωής» επισημαίνει ο Dr. Τέντρος Άντχανομ Γιεμπρεγιέσους (Tedros Adhanom Ghebreyesus), γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ).
Οι περισσότεροι από αυτούς τους θανάτους θα μπορούσαν να αποφευχθούν με χαμηλού κόστους παρεμβάσεις και καλύτερη πρόσβαση σε ποιοτική περίθαλψη, όπως υπογραμμίζει η επίκουρη καθηγήτρια Λι Λιού (Li Liu), στην Σχολή Δημόσιας Υγείας Bloomberg του Πανεπιστημίου Johns Hopkins στη Βαλτιμόρη.
Ο υποσιτισμός 1η αιτία παιδικού θανάτου
Σύμφωνα με την έρευνα «Επίπεδα και τάσεις στην παιδική θνησιμότητα» που διεξήγαγαν ο ΟΗΕ με τον ΠΟΥ, για πρώτη φορά αναδεικνύονται οι αιτίες των θανάτων στον παιδικό πληθυσμό με τον υποσιτισμό να βρίσκεται στην 1η θέση.
Από οξύ υποσιτισμό έχασαν την ζωή τους περισσότερα από 100.000 βρέφη και νήπια ηλικίας από ενός μήνα μέχρι 59 μηνών, μέσα στο 2024. Ο υποσιτισμός εξασθενεί το ανοσοποιητικό σύστημα των παιδιών και αυξάνει εκθετικά τον κίνδυνο να πεθαίνουν από κοινά λοιμώδη παιδιατρικά νοσήματα. Γενικά στις έρευνες, η επίπτωση του υποσιτισμού στην υγεία είναι υποεκτιμημένη όπως και το έμμεσο φορτίο νοσηρότητας και θνητότητας που τον συνοδεύουν. Τα κράτη με τους περισσότερους θανάτους σε παιδιά κάτω των 5 ετών περιλαμβάνουν το Πακιστάν, τη Σομαλία και το Σουδάν.
Οι θάνατοι των νεογέννητων βρεφών αντιστοιχούν περίπου στο 50% των συνολικών θανάτων στις τρυφερές ηλικίες κάτω των 5 ετών. Οι κύριες αιτίες περιγεννητικού θανάτου περιλαμβάνουν τις επιπλοκές κατά τον πρόωρο τοκετό (36%) και επιπλοκές κατά την γέννηση (21%). Οι λοιμώξεις –συμπεριλαμβανομένης της νεογνικής σήψης- και των συγγενών ανωμαλιών αποτελούν σημαντική αιτία παιδικού θανάτου.
Οι βασικότερες αιτίες θανάτου στα βρέφη και τα νήπια- μετά τις πρώτες 40 ημέρες ζωής -περιλαμβάνουν λοιμώδη νοσήματα όπως η ελονοσία, η διάρροια και η πνευμονία. Σε αυτή την ηλικιακή ομάδα η ελονοσία αποτελεί τον πρωταρχικό «φονιά» (17%), με τους περισσότερους θανάτους να καταγράφονται στην υποσαχάρια Αφρική.
Ο αντίκτυπος της ελονοσίας
Μετά την εντυπωσιακή βελτίωση στην μείωση των θανάτων από ελονοσία έως το 2015, η θνησιμότητα παρουσιάζει ξανά ήπια αύξηση. Οι θάνατοι δεν αφορούν το σύνολο του πλανήτη, αλλά μια ομάδα χωρών όπου η νόσος είναι ενδημική, η οποία περιλαμβάνει το Τσαντ, το Κονγκό, τον Νίγηρα και τη Νιγηρία. Πρόκειται για περιοχές στις οποίες οι συγκρούσεις, οι ακραίες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι μετακινούμενοι πληθυσμοί κουνουπιών και άλλες βιολογικές απειλές μειώνουν την πρόσβαση του τοπικού πληθυσμού στη περίθαλψη.

Το 2024, η υποσαχάρια Αφρική αντιπροσώπευε το 58% των συνολικών θανάτων (διεθνώς) σε ηλικίες κάτω των 5 ετών. Σε αυτή την περιοχή του πλανήτη οι λοιμώδεις ασθένειες ευθύνονται για το 54% των θανάτων σε βρέφη και νήπια.
Στην Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική το ποσοστό της παιδικής θνησιμότητας πέφτει στο 9%, ενώ στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία το ποσοστό πέφτει ακόμα χαμηλότερα στο 6%. Η μεγάλη ψαλίδα μεταξύ των ποσοστών θνησιμότητας αντανακλά τις ανισότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν αναφορικά με την πρόσβαση σε σωτήριες υγειονομικές παρεμβάσεις.
Η Νότια Ασία αντιστοιχεί στο 25% όλων των θανάτων στις ηλικίες κάτω των 5 ετών με κορυφαίες αιτίες τον πρόωρο τοκετό, την ασφυξία κατά την γέννηση, τις συγγενείς ανωμαλίες και τις νεογνικές λοιμώξεις. Οι χώρες με τα πιο ευάλωτα συστήματα υγείας, αυτές που έχουν πληγεί περισσότερο από εμπόλεμες συγκρούσεις εξακολουθούν να κουβαλούν το μεγαλύτερο φορτίο θνησιμότητας.
Αυτοτραυματισμοί και τροχαία στην εφηβεία
Η μελέτη του ΟΗΕ και του ΠΟΥ εκτιμά πως 2,1 εκατ. παιδιά, έφηβοι και νεαροί ενήλικες ηλικίες από 5 ετών έως 24 ετών έχασαν τη ζωή τους το 2024. Οι λοιμώξεις και τα τραύματα αποτελούν τις βασικότερες αιτίες θανάτου σε αυτή την ηλικιακή κατηγορία, με τους μεγαλύτερους κινδύνους στην εφηβεία να διαφοροποιούνται ανά φύλο και να αφορούν τον αυτοτραυματισμό στα κορίτσια ηλικίας 15-19 ετών και τα τροχαία ατυχήματα στα αγόρια ηλικίας 15-19 ετών.
Επένδυση με υψηλή ανταποδοτικότητα
Τα ευρήματα δείχνουν πως η επένδυση στην παιδιατρική περίθαλψη έχει την υψηλότερη ανταποδοτικότητα από όλα τα αναπτυξιακά μέτρα. Αποδεδειγμένες χαμηλού κόστους παρεμβάσεις όπως τα παιδιατρικά εμβόλια, η θεραπεία του υποσιτισμού και η μαιευτική φροντίδα προσφέρουν την υψηλότερη ανταποδοτικότητα στην παγκόσμια υγεία, με κάθε 1$ που επενδύεται στην παιδική επιβίωση να ανταποδίδει 20$ και κοινωνικά και οικονομικά οφέλη. «Κανένα παιδί δεν επιτρέπεται να πεθαίνει από αιτίες που μπορούν να προληφθούν» υπογραμμίζει η Κάθριν Ράσελ (Catherine Russell), εκτελεστική διευθύντρια της UNICEF.
Οι απαιτούμενες δράσεις
Για να αυξηθεί η πρόοδος στην νεογνική και παιδική υγεία, οι κυβερνήσεις, οι ανεξάρτητοι φορείς και οι δωρητές/ευεργέτες πρέπει:
- Να καταστήσουν την επιβίωση κάθε παιδιού που γεννιέται ως πολιτική και οικονομική προτεραιότητα.
- Να επικεντρωθούν στις χώρες με το πιο ευάλωτο υγειονομικό περιβάλλον και τις περιοχές που υπάρχουν εμπόλεμες συγκρούσεις-καθώς αυτοί οι παράγοντες αυξάνουν το φορτίο της παιδικής θνητότητας. Μεγαλύτερη ανάγκη στήριξης έχουν η υποσαχάρια Αφρική και η Νότια Ασία.
- Να δημιουργήσουν καλύτερα συστήματα καταγραφής και να συγκεντρώσουν δεδομένα, που θα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων.
- Να επενδύσουν στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας ώστε να εντοπίσουν τις βασικές αιτίες νεογνικής και παιδικής θνησιμότητας, ώστε να τις διορθώσουν με στοχευμένες δράσεις.
Όπως επισημαίνει η Μονίκ Βλέντερ (Monique Vledder), Γενική Διευθύντρια Τομέα Υγείας στην Παγκόσμια Τράπεζα, ο Όμιλος της Παγκόσμιας Τράπεζας έχει θέσει ως στόχο να εξασφαλίσει καλύτερη πρόσβαση σε ποιοτική φροντίδα υγείας σε 1.5 δισεκατομμύριο ανθρώπους στον πλανήτη που βρίσκονται σε ανάγκη.