Η παγκόσμια οικονομία μπαίνει σε μια νέα φάση πίεσης από έναν λιγότερο ορατό αλλά δομικό παράγοντα: τα απορρίμματα. Διεθνείς μελέτες προειδοποιούν ότι ο όγκος των αστικών αποβλήτων μπορεί να αυξηθεί πάνω από 80% έως το 2050, μετατρέποντας τη διαχείριση πόρων και απορριμμάτων σε ζήτημα οικονομίας, υποδομών και κλίματος.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η εξάρτηση από ταφή παραμένει υψηλή και οι ευρωπαϊκοί στόχοι γίνονται αυστηρότεροι.
Η παγκόσμια τάση: Περισσότερα απορρίμματα, υψηλότερο κόστος
Οι διεθνείς οργανισμοί συγκλίνουν σε μια κοινή εικόνα για τη δυναμική των απορριμμάτων τις επόμενες δεκαετίες. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα (έκθεση What a Waste 2.0) και το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον, τα αστικά στερεά απόβλητα προβλέπεται να φtάσουν τους περίπου 3,4-3,8 δισ. τόνους ετησίως έως το 2050, από περίπου 2 - 2,2 δισ. τόνους σήμερα, γεγονός που αντιστοιχεί σε αύξηση από 70% έως άνω του 80% σε παγκόσμιο επίπεδο μέσα σε τρεις δεκαετίες, δηλαδή περίπου +1,5 δισ. τόνοι απορριμμάτων σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα.
Η αύξηση αυτή είναι ταχύτερη από τον ρυθμό αύξησης του πληθυσμού, στοιχείο που - σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) – αντανακλά τη δομική ενίσχυση της κατανάλωσης υλικών και την αστικοποίηση των οικονομιών.
Οι ίδιοι οργανισμοί εκτιμούν ότι το οικονομικό βάρος της διαχείρισης αποβλήτων αυξάνεται σημαντικά. Το παγκόσμιο κόστος διαχείρισης απορριμμάτων μπορεί να φτάσει περίπου 600-640 δισ. δολάρια ετησίως έως το 2050, σχεδόν διπλάσιο από τα σημερινά επίπεδα, εάν δεν υπάρξει συστημική μετάβαση σε πρόληψη αποβλήτων και ανάκτηση υλικών.
Ταυτόχρονα, η ανεπαρκής διαχείριση απορριμμάτων συνδέεται με εκτεταμένες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις, όπως ρύπανση εδάφους και υδάτων, απώλεια βιοποικιλότητας, κλιματικές εκπομπές και σημαντικό κόστος για τα συστήματα υγείας.
Η αύξηση δεν είναι γεωγραφικά ομοιόμορφη. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα και το UNEP, η μεγαλύτερη άνοδος απορριμμάτων έως το 2050 προβλέπεται σε Αφρική και Νότια Ασία, όπου ο όγκος αποβλήτων μπορεί να διπλασιαστεί ή και να τριπλασιαστεί λόγω αστικοποίησης, πληθυσμιακής αύξησης και αύξησης εισοδημάτων.
Αντίθετα, οι ανεπτυγμένες οικονομίες, αν και διαθέτουν μικρότερο πληθυσμό, παράγουν ήδη πάνω από το ένα τρίτο των παγκόσμιων απορριμμάτων, γεγονός που αναδεικνύει τη στενή σύνδεση αποβλήτων με το μοντέλο κατανάλωσης και παραγωγής πόρων.
Η κρίση απορριμμάτων έχει ισχυρή σύνδεση με την κλιματική και οικονομική σταθερότητα. Η διαχείριση αποβλήτων ευθύνεται για περίπου 5% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενώ τα πλαστικά αυξάνονται ταχύτερα από τα συστήματα διαχείρισης επιβαρύνοντας θάλασσες και οικοσυστήματα.
Παράλληλα, διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν ότι το συνολικό κόστος της μη διαχείρισης αποβλήτων - περιβαλλοντικό, οικονομικό και κοινωνικό - είναι υψηλότερο από το κόστος ενός αποτελεσματικού συστήματος πρόληψης, ανακύκλωσης και κυκλικής οικονομίας.
Ελλάδα: Υψηλή ταφή, χαμηλή ανακύκλωση και πίεση από τους στόχους της ΕΕ
Τα στοιχεία από την Eurostat, τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος και τους εθνικούς φορείς δείχνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Περίπου 79% των απορριμμάτων εξακολουθεί να οδηγείται σε ταφή, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη.
Η ανακύκλωση αστικών αποβλήτων κυμαίνεται περίπου 17-19%, έναντι περίπου 49% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ στα πλαστικά η Ελλάδα φθάνει 32,7% έναντι 42,1% της ΕΕ. Στα απόβλητα συσκευασιών η χώρα παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και κινδυνεύει να μη φθάσει τους στόχους ανακύκλωσης.
Η χρήση δευτερογενών υλικών στην οικονομία ανέρχεται μόλις σε 5,2%, πολύ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Παράλληλα, η Ελλάδα χρηματοδοτεί νέες μονάδες ανακύκλωσης και ανάκτησης με έως 600 εκατ. ευρώ από το ΕΣΠΑ, με υψηλή κοινοτική συμμετοχή.
Τι σημαίνει η παγκόσμια αύξηση απορριμμάτων για την Ελλάδα
Η διεθνής τάση ενισχύει τις πιέσεις στη χώρα μας σε πολλαπλά επίπεδα. Η αύξηση απορριμμάτων σημαίνει υψηλότερο κόστος διαχείρισης, ανάγκη νέων μονάδων και πίεση στα τέλη καθαριότητας και στους προϋπολογισμούς δήμων.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτεί έως το 2035 ταφή κάτω από 10% και σημαντική αύξηση ανακύκλωσης, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια ταχεία μετάβαση από το σημερινό επίπεδο ταφής κοντά στο 80%. Η διαχείριση απορριμμάτων επηρεάζει άμεσα ακτές, θάλασσες και εικόνα προορισμού, στοιχείο κρίσιμο για μια οικονομία που βασίζεται στον τουρισμό.
Ταυτόχρονα, η αύξηση απορριμμάτων σημαίνει ανάγκη για μεγαλύτερη ανάκτηση υλικών, ενεργειακή αξιοποίηση και καλύτερη διαχείριση οργανικών αποβλήτων.
Δήμοι, τέλος ταφής και επενδύσεις: Ο λογαριασμός της μετάβασης
Η μετάβαση από την ταφή σε ένα σύστημα ανάκτησης και ανακύκλωσης συνεπάγεται σημαντικό αλλά αναπόφευκτο οικονομικό κόστος για την Ελλάδα, το οποίο αποτυπώνεται πλέον σε συγκεκριμένα μεγέθη. Η λειτουργία μονάδων επεξεργασίας, η συλλογή και μεταφορά αποβλήτων και η διαχείριση οργανικών αποβλήτων αυξάνουν τις δαπάνες δήμων και περιφερειών, ενώ ο βασικός οικονομικός μοχλός πίεσης είναι το τέλος ταφής, το οποίο εφαρμόζεται από το 2022 και αυξάνεται σταδιακά.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, το τέλος διαμορφώθηκε περίπου στα 20 ευρώ/τόνο το 2022 και αυξάνεται ετησίως, με στόχο να φτάσει 45 ευρώ/τόνο το 2026 και 55 ευρώ/τόνο από το 2027, προκειμένου να περιοριστεί η ταφή και να χρηματοδοτηθούν δράσεις πρόληψης και ανακύκλωσης.
Η επιβάρυνση για την τοπική αυτοδιοίκηση είναι ήδη σημαντική. Υπολογίζεται ότι οι δήμοι επιβαρύνθηκαν με περίπου 240 εκατ. ευρώ για την αναδρομική καταβολή του τέλους ταφής των πρώτων ετών εφαρμογής, ενώ η συνολική οικονομική πίεση διογκώνεται όσο αυξάνεται η τιμή ανά τόνο και παραμένει υψηλό το ποσοστό ταφής.
Παράλληλα, το συνολικό κόστος διάθεσης απορριμμάτων μπορεί να εκτοξευθεί όταν δεν υπάρχει επεξεργασία: εκτιμήσεις δείχνουν ότι από περίπου 30 ευρώ/τόνο σήμερα μπορεί να υπερβεί τα 200-250 ευρώ/τόνο, εάν συνεχιστεί η ταφή χωρίς ανάκτηση και επιβληθούν πλήρως τα οικονομικά αντικίνητρα της ΕΕ.
Η μη συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς στόχους συνεπάγεται επιπλέον δημοσιονομικούς κινδύνους, καθώς η χώρα έχει ήδη καταβάλει σημαντικά πρόστιμα στο παρελθόν για παραβίαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί αποβλήτων, ενώ το τέλος ταφής αποτελεί και ορόσημο χρηματοδότησης από ευρωπαϊκά προγράμματα. Ταυτόχρονα, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η μείωση ταφής μπορεί να περιορίσει μακροπρόθεσμα το συνολικό κόστος μέσω ανάκτησης υλικών και μείωσης του όγκου αποβλήτων. Τεχνικές εκτιμήσεις δείχνουν ότι η βελτιστοποίηση διαχείρισης και η διαλογή στην πηγή μπορούν να μειώσουν το κόστος διαχείρισης ακόμη και κατά δεκάδες ευρώ ανά τόνο σε βάθος χρόνου.
Στο ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο, η ανάπτυξη υποδομών διαχείρισης αποβλήτων απαιτεί σημαντικές κεφαλαιουχικές επενδύσεις, καθώς οι σύγχρονες εγκαταστάσεις επεξεργασίας και ενεργειακής αξιοποίησης έχουν υψηλό κόστος κατασκευής και λειτουργίας, γεγονός που μετατρέπει τη διαχείριση απορριμμάτων σε στρατηγικό επενδυτικό ζήτημα υποδομών. Για την ελληνική οικονομία, το σύστημα αποβλήτων συνδέεται πλέον άμεσα με το κόστος λειτουργίας των δήμων, την αποδοτικότητα των δημόσιων πόρων, την απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των πόλεων.