Την ώρα που κυβερνήσεις και αγορές αναζητούν νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και τεχνολογικές καινοτομίες για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, μια νέα διεθνής έκθεση αναδεικνύει ένα διαφορετικό —και λιγότερο προβεβλημένο— κενό.
- Διαβάστε ακόμα - Η Πράσινη Οικονομία των 5 τρισ. δολαρίων: Το νέο οικονομικό στοίχημα που αλλάζει τον κόσμο
Σύμφωνα με ανάλυση της World Benchmarking Alliance (WBA), έως και 1,3 τρισ. δολάρια θα μπορούσαν να κατευθυνθούν άμεσα στην πράσινη ενέργεια και στις καθαρές τεχνολογίες, χωρίς νέες λύσεις ή πρόσθετη χρηματοδότηση, αλλά μέσω της ανακατανομής των υφιστάμενων επενδύσεων των μεγαλύτερων επιχειρήσεων παγκοσμίως.
Το βασικό εμπόδιο, όπως επισημαίνεται, δεν είναι τεχνολογικό αλλά επενδυτικό και αφορά τις στρατηγικές επιλογές κεφαλαίου των ίδιων των εταιρειών.
Η ανάλυση της WBA δείχνει πως οι 2 000 πιο επιδραστικές εταιρείες του κόσμου θα μπορούσαν να διοχετεύσουν τουλάχιστον 1,3 τρισ. δολάρια σε επενδύσεις χαμηλών εκπομπών, χρησιμοποιώντας λύσεις που ήδη υπάρχουν ένα ποσό που αντιστοιχεί στο 30 % των ετήσιων επενδύσεων που απαιτούνται για την επίτευξη των κλιματικών στόχων.
Σύμφωνα με την έκθεση του οργανισμού, οι εταιρείες αυτές, οι οποίες ευθύνονται για πάνω από το 50% των παγκόσμιων εκπομπών και έχουν συνολικά έσοδα που φτάνουν τα 48–53 τρισ. δολάρια ξοδεύουν σήμερα μόλις ένα μικρό μέρος του συνολικού τους κεφαλαίου σε επενδύσεις φιλικές προς το κλίμα. Η μεσαία αναλογία επενδύσεων χαμηλών εκπομπών στο σύνολο του κεφαλαίου (CapEx) κυμαίνεται γύρω στο 7%.
Ωστόσο, ένα σημαντικό τμήμα — περίπου το 25 % αυτών των εταιρειών — έχει ήδη αυξήσει το μερίδιο αυτό σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, με μερικές να αφιερώνουν έως και 30 % του CapEx σε λύσεις που συμβάλλουν στη μείωση των εκπομπών.
Αν αυτή η πρακτική γενικευθεί, αυτές οι «δεσμευμένες» επενδύσεις θα μπορούσαν να απελευθερώσουν επενδυτικά κεφάλαια για την ενίσχυση υπαρχόντων τεχνολογιών όπως: ηλεκτροκίνηση, πράσινο αμμωνία και λιπάσματα, παραγωγή μπαταριών, αναγεννητική γεωργία, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και υλικά κατασκευής χαμηλού άνθρακα.
«Υπάρχει διαθέσιμος κεφαλαϊκός χώρος - αλλά δεν αξιοποιείται»
Σε δήλωσή του, ο διευθυντής της WBA, Gerbrand Haverkamp, σημείωσε ότι «η έρευνά μας δείχνει μια εντυπωσιακή ποικιλία απόδοσης: μερικές εταιρείες καταγράφουν σημαντική πρόοδο, αλλά πολλές άλλες μένουν πίσω». Η WBA επισημαίνει πως το κρίσιμο σημείο δεν είναι η έλλειψη τεχνολογιών, αλλά η έλλειψη δέσμευσης στην ανακατεύθυνση των υπαρχόντων κεφαλαίων από συμβατικές δραστηριότητες υψηλών εκπομπών προς κλιματικές λύσεις.
Παρά την αυξανόμενη ανάγκη για επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες — με διεθνείς οργανισμούς όπως η IEA να υπολογίζουν ότι απαιτούνται πάνω από 4 τρισ. δολάρια ετησίως έως το 2030 για να διατηρηθεί η πορεία προς τον στόχο του 1,5 °C — οι εταιρείες που αξιολογήθηκαν δείχνουν ότι μόνο ένα μικρό μέρος των επενδυτικών τους δαπανών στοχεύει σήμερα στο ενεργειακό «ξεκλείδωμα» που χρειάζεται ο κόσμος.
Ευκαιρία ή καθυστέρηση;
Η αναφορά της WBA προειδοποιεί ότι η αναβολή της δράσης σήμερα σημαίνει ότι αργότερα οι απαιτούμενες μειώσεις εκπομπών θα είναι πολύ πιο δύσκολες και ακριβές λόγω της συσσωρευμένης επίδρασης των εκπομπών του παρελθόντος. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η αύξηση των επενδύσεων σε λύσεις που ήδη λειτουργούν αποτελεί ρεαλιστική προσέγγιση που πολλές εταιρείες έχουν ήδη αποδείξει πως μπορούν να ακολουθήσουν.
Για την Ελλάδα, τα συμπεράσματα της ανάλυσης αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Σύμφωνα με το επικαιροποιημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), η χώρα καλείται να κινητοποιήσει επενδύσεις άνω των 100 δισ. ευρώ έως το 2030 για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δίκτυα, αποθήκευση και εξηλεκτρισμό, προκειμένου να επιτύχει τον στόχο συμμετοχής των ΑΠΕ σε ποσοστό περίπου 80% στην ηλεκτροπαραγωγή.
Παρότι σημαντικό μέρος αυτών των κεφαλαίων προέρχεται από ευρωπαϊκούς πόρους —με το Ταμείο Ανάκαμψης να κατευθύνει πάνω από 30% των κονδυλίων του στην πράσινη μετάβαση, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας— η κρίσιμη παράμετρος παραμένει η στάση των μεγάλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά. Η δυνατότητα επανακατεύθυνσης μέρους του υφιστάμενου επενδυτικού τους προγράμματος προς δραστηριότητες χαμηλών εκπομπών, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας, των υποδομών, της βιομηχανίας και των μεταφορών, αναδεικνύεται σε καθοριστικό δείκτη επιτυχίας.