Η ακροδεξιά μπορεί να έχασε έδαφος στη Σουηδία, όμως η μάχη για την πολιτική κατεύθυνση της Ευρώπης κάθε άλλο παρά έχει κριθεί. Από τη Γερμανία και τη Γαλλία μέχρι την Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία, τα παραδοσιακά κόμματα βρίσκονται αντιμέτωπα με μια νέα πραγματικότητα: για να περιορίσουν την εκλογική επιρροή της ακροδεξιάς, αναγκάζονται ολοένα και περισσότερο να υιοθετούν μέρος της ατζέντας της.
Το παράδοξο είναι ότι η ακροδεξιά δεν χρειάζεται πάντοτε να κερδίζει τις εκλογές για να αλλάξει την πολιτική. Αρκεί να ανεβαίνει στις δημοσκοπήσεις, να πιέζει τα κόμματα εξουσίας και να μετακινεί το εκλογικό σώμα. Και αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει σήμερα σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.
Η Σουηδία έκοψε, προς το παρόν, τη φόρα της ακροδεξιάς
Στις βουλευτικές εκλογές της Σουηδίας που διεξήχθησαν την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου, η ευρωπαϊκή τάση ανατράπηκε, καθώς το ακροδεξιό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών (SD) υπέστη τελικά απώλειες και υποχώρησε στην τρίτη θέση, δίνοντας μία ανάσα τόσο στην ίδια τη χώρα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, τουλάχιστον προς το παρόν.
Ενώ υπήρχαν έντονοι φόβοι ότι η ακροδεξιά θα κατέγραφε ιστορική άνοδο και θα έμπαινε για πρώτη φορά επίσημα στην κυβέρνηση, οι κάλπες έδειξαν μια απροσδόκητη κάμψη των ποσοστών της, για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια συνεχούς ανόδου.
Οι Σουηδοί Δημοκράτες εξελίχθηκαν με την πάροδο του χρόνου σε ένα πιο mainstream ακροδεξιό κόμμα υπό την ηγεσία του Τζίμι Ακεσον, ο οποίος κρατά το τιμόνι από το 2005, ακολουθώντας κατά κάποιον τρόπο την πορεία «εξωραϊσμού» που εφάρμοσε στη Γαλλία η Μαρίν Λεπέν με τον Εθνικό Συναγερμό.
Οι Σουηδοί Δημοκράτες δεν συμμετείχαν στην απερχόμενη κυβέρνηση, ωστόσο τη στήριζαν στη Βουλή. Η Guardian αναφέρει ότι οι Σουηδοί Δημοκράτες μπορεί να έπεσαν στην τρίτη θέση ύστερα από δεκαετίες ανόδου, όμως οι σκληροπυρηνικές τους θέσεις έχουν ήδη ανασχηματίσει το πολιτικό τοπίο.

Η σουηδική κάλπη, επομένως, δεν σηματοδοτεί απαραίτητα ανατροπή της ευρωπαϊκής τάσης. Δείχνει, όμως, ότι η εκλογική δυναμική της ακροδεξιάς δεν είναι μονόδρομος και ότι τα παραδοσιακά κόμματα μπορούν ακόμη να ανακόψουν την πορεία της, εφόσον καταφέρουν να απαντήσουν στις κοινωνικές και οικονομικές ανησυχίες που την τροφοδοτούν.
Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίσιμη προεδρική αναμέτρηση την ερχόμενη άνοιξη. Αργότερα μέσα στη χρονιά θα ακολουθήσουν σημαντικές κοινοβουλευτικές αναμετρήσεις και στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία. Τα ακροδεξιά κόμματα καταγράφουν ισχυρές επιδόσεις στις δημοσκοπήσεις σε όλες αυτές τις χώρες και το πολιτικό κέντρο της Ευρώπης φοβάται ένα πανευρωπαϊκό κύμα εθνικισμού.
Η Γερμανία στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ανησυχίας
Θα ήταν συνετό να μην αποδώσουμε υπερβολική σημασία σε ένα εκλογικό αποτέλεσμα σε ένα ιδιαίτερο γερμανικό κρατίδιο. Η Σαξονία-Άνχαλτ, επισημαίνουν οι αναλυτές, έχει μόλις 1,8 εκατομμύρια ψηφοφόρους με το φτωχότερο ΑΕΠ μεταξύ των 16 γερμανικών κρατιδίων και εδώ και καιρό αποτελεί προπύργιο της ακροδεξιάς: στις ομοσπονδιακές και κρατιδιακές εκλογές κατά την τελευταία δεκαετία, η υποστήριξη προς το AfD εκεί ήταν σταθερά διπλάσια από τον εθνικό μέσο όρο.
«Το να κερδίζει ένα ακροδεξιό κόμμα μια περιφερειακή εκλογή στη Γερμανία δεν είναι πιο τρομακτικό από το να κερδίζει ένα ακροδεξιό κόμμα μια περιφερειακή εκλογή στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο ή την Ολλανδία», δήλωσε στη Guardian ο Tαρίκ Αμπου-Χαντί, καθηγητής ευρωπαϊκής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. «Η Σαξονία-Άνχαλτ δεν θα πρέπει να αποτελεί τη βάση για ευρύτερα, γενικευμένα συμπεράσματα σχετικά με την εκλογική κοινωνιολογία του AfD».
Ωστόσο, το AfD προηγείται επίσης εθνικές δημοσκοπήσεις. Προηγείται επίσης – αν και σε μια πολύ πιο αμφίρροπη αναμέτρηση, μαζί με το SPD – στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, όπου οι κρατιδιακές εκλογές πρόκειται να διεξαχθούν αργότερα αυτόν τον μήνα, ενώ καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση ακόμη και στο φιλελεύθερο Βερολίνο. Η άνοδός του αποτελεί μέρος μιας πορείας διάρκειας μιας δεκαετίας, κατά την οποία τα ακροδεξιά κόμματα ενισχύονται σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του γερμανικού προβλήματος: ακόμη και όταν η ακροδεξιά δεν καταφέρνει να μετατρέψει την εκλογική της δύναμη σε κυβερνητική συμμετοχή, έχει ήδη τη δυνατότητα να μετατοπίζει τον δημόσιο διάλογο και να επιβάλλει στα υπόλοιπα κόμματα μια νέα πολιτική ατζέντα.
Σχεδόν ένας στους τέσσερις Ευρωπαίους ψηφίζει ακροδεξιά
Σχεδόν ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους στην Ευρώπη ψηφίζει πλέον ακροδεξιά κόμματα, σύμφωνα με έρευνα υπό την καθοδήγηση του Matthijs Rooduijn, πολιτικού επιστήμονα στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ. Το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί σχεδόν πενταπλάσια από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έχει αυξηθεί ιδιαίτερα απότομα τα τελευταία τρία χρόνια.
Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 150 πολιτικοί επιστήμονες από 31 χώρες, διαπίστωσε ότι το ποσοστό των Ευρωπαίων που ψήφισαν ακροδεξιό κόμμα στις πιο πρόσφατες εθνικές εκλογές της χώρας τους είχε αυξηθεί το 2026 σε πάνω από 23%, από περίπου 10% πριν από μία δεκαετία και περίπου 5% το 1995.
Τα ακροδεξιά λαϊκιστικά κόμματα συμμετέχουν πλέον στην κυβέρνηση ως μέλη κυβερνητικών συνασπισμών σε Κροατία, Τσεχία, Ιταλία και Φινλανδία και προηγούνται στις δημοσκοπήσεις στην Αυστρία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Γερμανία (και, μέχρι πολύ πρόσφατα, στο Ηνωμένο Βασίλειο).
Ωστόσο, έχουν υποστεί και πρόσφατες ήττες, μεταξύ άλλων στην Ολλανδία, όπου το Κόμμα Ελευθερίας (PVV) του Γκερτ Βίλντερς έχασε σχεδόν το ένα τρίτο των εδρών του και τερμάτισε δεύτερο πέρυσι, και στην Ουγγαρία, όπου το Fidesz του Βίκτορ Όρμπαν ηττήθηκε κατά κράτος από τον κεντροδεξιό αντίπαλό του τον Απρίλιο.
Η εικόνα, επομένως, δεν είναι αυτή μιας ασταμάτητης επέλασης. Είναι περισσότερο μια βαθιά μετατόπιση του ευρωπαϊκού εκλογικού σώματος, μέσα στην οποία η ακροδεξιά έχει καταφέρει να καταστήσει τις δικές της θεματικές –μετανάστευση, εγκληματικότητα, κόστος ζωής, εθνική κυριαρχία– κεντρικές στην πολιτική αντιπαράθεση.
Το «ταβάνι» της ακροδεξιάς και το πρόβλημα της διακυβέρνησης
Το κατά πόσο ο ριζοσπαστισμός του AfD θα αποτελέσει επιτυχημένη συνταγή και εκτός των προπυργίων του στην ανατολική Γερμανία παραμένει ανοιχτό ερώτημα, σύμφωνα με το Politico. Ενώ κινητοποιεί το πιο ριζοσπαστικό τμήμα του εκλογικού σώματος, ταυτόχρονα απομακρύνει πολλούς ψηφοφόρους. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αποφέρει σημαντικές νίκες σε τοπικό επίπεδο, αλλά να αποτυγχάνει σε εθνικό επίπεδο, όπου οι υποψήφιοι χρειάζεται να απευθύνονται σε ένα ευρύτερο τμήμα του εκλογικού σώματος.
Επιπλέον, υπάρχει το πρόβλημα της διακυβέρνησης. Παρότι κόμματα της ακροδεξιάς, όπως η Μαρί Λεπέν στη Γαλλία, προσπάθησαν να φανούν πιο συστημικά, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, οι λαϊκιστικές πολιτικές πλατφόρμες έχουν την τάση να προσκρούουν στην πραγματικότητα, είτε αυτή είναι οικονομική είτε θεσμική.
Αυτό, με τη σειρά του, τους εκθέτει στις ίδιες κατηγορίες που οι ίδιοι απηύθυναν επί χρόνια στα κεντρώα κόμματα, ότι αδυνατούν να βελτιώσουν ουσιαστικά τη ζωή των πολιτών τους και ότι θα πρέπει να κάνουν χώρο σε εκείνους που μπορούν να το πετύχουν, σύμφωνα με το Politico.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ουγγαρία, όπου η 16χρονη διακυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν έληξε με συντριπτική εκλογική ήττα νωρίτερα φέτος, αφού ο πιο αυταρχικός ηγέτης της ΕΕ απέτυχε να υλοποιήσει μια σειρά από υποσχέσεις. Στις ΗΠΑ, μια κρίση κόστους ζωής που τροφοδοτείται από τις πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ αφήνει πολλούς Αμερικανούς πίσω και έχει πλήξει τα ποσοστά αποδοχής της κυβέρνησης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν η ακροδεξιά μπορεί να κερδίσει περισσότερες ψήφους. Είναι αν μπορεί να μετατρέψει την εκλογική της επιρροή σε αποτελεσματική διακυβέρνηση. Και ακριβώς αυτή η προοπτική είναι που αναγκάζει τα παραδοσιακά κόμματα να επανεξετάσουν τις δικές τους πολιτικές.
Το δημοκρατικό τόξο μετακινείται προς τα δεξιά
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου προσπαθούν να ανασυνταχθούν για να ανατρέψουν αυτήν την πορεία. Προκειμένου να μην χάσουν, κάνουν στροφή προς τα δεξιότερα, για να ικανοποιήσουν ψηφοφόρους, αναπροσαρμόζοντας τις πολιτικές τους, κάτι ωστόσο που δεν συμβαίνει πάντα με τον σωστό τρόπο.
Η στρατηγική αυτή εμπεριέχει έναν προφανή κίνδυνο: όταν τα δημοκρατικά κόμματα υιοθετούν μέρος της ατζέντας της ακροδεξιάς για να ανακόψουν την άνοδό της, μπορεί να κερδίζουν πρόσκαιρα εκλογικά οφέλη, αλλά ταυτόχρονα να συμβάλλουν στη νομιμοποίηση και στην κανονικοποίηση των θέσεών της, όπως σημειώνουν πολιτικοί αναλυτές.
Η στροφή προς την ακροδεξιά σε όλη την Ευρώπη καθοδηγείται από οικονομική ανασφάλεια, επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης, δυσπιστία στους θεσμούς, πόλωση, αύξηση εγκληματικότητας και την αίσθηση ότι τα κυρίαρχα κόμματα δεν έχουν υλοποιήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Σε πολλές επίσης χώρες η πλειοψηφία των πολιτών πιστεύει ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί αποτελεσματικά.

Τα δημοκρατικά κόμματα πρέπει λοιπόν να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, παρουσιάζοντας ρεαλιστικά και συγκεκριμένα προγράμματα με προώθηση των κατάλληλων μεταρρυθμίσεων, ανεξαρτήτως του πολιτικού κόστους, σύμφωνα με τους της πολιτικούς αναλυτές.
Και πρωτίστως, πρέπει να αντιμετωπιστούν ουσιαστικά οι κοινωνικές ανησυχίες, η έλλειψη προσιτής στέγης, οι οικονομικές και εισοδηματικές ανισότητες, η κλιματική κρίση και η ευρωπαϊκή ενοποίηση, της και τα ζητήματα εγκληματικότητας και μετανάστευσης.
Με άλλα λόγια, η απάντηση στην ακροδεξιά δεν μπορεί να είναι μόνο εκλογική. Δεν αρκεί να επιχειρείται η αναχαίτισή της μέσα από μια δεξιότερη ρητορική. Χρειάζεται μια πολιτική που να αντιμετωπίζει της αιτίες της δυσαρέσκειας, αντί απλώς να διαχειρίζεται τα συμπτώματά της.
Η γερμανική οικονομία ως πολιτικό στοίχημα
Τώρα, ο Φρίντριχ Μερτς σπεύδει να εφαρμόσει ένα εκτεταμένο πακέτο 34 μεταρρυθμίσεων με στόχο την αναζωογόνηση της γερμανικής οικονομίας και την επίτευξη ανάπτυξης άνω του 1% έως το 2027. Η βιασύνη του αυτή εντείνεται λόγω της σοβαρής πολιτικής πίεσης που δέχεται, των ιστορικά χαμηλών ποσοστών δημοτικότητάς του και της πρόσφατης εκλογικής ανόδου της ακροδεξιάς (AfD), γεγονότα που απειλούν τη σταθερότητα του κυβερνητικού του συνασπισμού.
Η οικονομία, επομένως, δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα ζήτημα κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, αλλά και κρίσιμο μέτωπο στη μάχη απέναντι στην ακροδεξιά. Όσο οι πολίτες αισθάνονται ότι το διαθέσιμο εισόδημά τους συρρικνώνεται, ότι η στέγαση γίνεται απρόσιτη και ότι οι κυβερνήσεις αδυνατούν να βελτιώσουν την καθημερινότητά τους, τόσο ευκολότερα η πολιτική δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε ψήφο διαμαρτυρίας.



