Το νέο χωροταξικό για τις ΑΠΕ που τέθηκε την Τετάρτη σε δημόσια διαβούλευση αλλάζει δραστικά τον χάρτη για αιολικά και φωτοβολταϊκά, μετά από χρόνια εκρηκτικής ανάπτυξης έργων, τοπικών αντιδράσεων και συγκρούσεων γύρω από τις περιοχές Natura, τα νησιά, τις κορυφογραμμές και τις τουριστικές περιοχές. Το σχέδιο φέρνει μεγάλες ζώνες αποκλεισμού, νέους «κόφτες» στη χωρική κάλυψη φωτοβολταϊκών και αυστηρότερα φίλτρα για αιολικά, δημιουργώντας νέους κερδισμένους και χαμένους στην αγορά των ΑΠΕ, αλλά και αφήνοντας ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα για το πώς θα εφαρμοστούν στην πράξη οι νέοι κανόνες.
Το ΥΠΕΝ παρουσιάζει το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο ως το τέλος της άναρχης χωροθέτησης και ως ένα εργαλείο που συνδυάζει ενεργειακή ασφάλεια, επενδύσεις και περιβαλλοντική προστασία. Ωστόσο, πίσω από τη μεγάλη εικόνα της «πράσινης μετάβασης», το νέο πλαίσιο ουσιαστικά αναδιανέμει τον διαθέσιμο χώρο για νέες επενδύσεις: προστατεύει ώριμα έργα που έχουν ήδη προχωρήσει αδειοδοτικά, περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες νέων projects σε πολλές περιοχές της χώρας και μεταφέρει πλέον το βάρος σε αυστηρότερα κριτήρια φέρουσας ικανότητας, τουριστικής πίεσης και περιβαλλοντικής συμβατότητας. Την ίδια στιγμή, αρκετές κρίσιμες λεπτομέρειες παραμένουν ανοιχτές και αναμένεται να κριθούν αργότερα μέσα από ειδικές μελέτες, επιμέρους αποφάσεις και πιθανές νέες συγκρούσεις με τοπικές κοινωνίες και επενδυτές.
Ειδικό Χωροταξικό για Τουρισμό: Πότε «κλειδώνει», τα επόμενα βήματα και ποιους αφορά
Ο «κόφτης» στα φωτοβολταϊκά και οι μεγάλες ζώνες αποκλεισμού
Το νέο σχέδιο βάζει οριζόντιες απαγορεύσεις εγκατάστασης νέων φωτοβολταϊκών σε ένα πολύ μεγάλο εύρος περιοχών, κάτι που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς. Συγκεκριμένα, δεν θα επιτρέπονται πλέον φωτοβολταϊκοί σταθμοί σε όλες τις περιοχές του δικτύου Natura 2000, σε δάση και δασικές εκτάσεις, σε υγροτόπους Ραμσάρ και μικρούς νησιωτικούς υγροτόπους, σε εθνικούς δρυμούς, αισθητικά δάση και κηρυγμένα μνημεία της φύσης. Εκτός χωροθέτησης τίθενται επίσης τα Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους, οι αρχαιολογικές ζώνες προστασίας Α, τα μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, οι προστατευόμενες ή εγκαταλελειμμένες αναβαθμίδες, οι περιοχές άνευ δρόμων που θα καθορίζονται από το ΥΠΕΝ, αλλά και οι ακτές κολύμβησης.
Το υπουργείο παρουσιάζει τις ρυθμίσεις αυτές ως «τέλος στην άναρχη χωροθέτηση», ωστόσο η πραγματική εικόνα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πώς θα οριστούν στην πράξη αρκετές από τις κρίσιμες έννοιες του σχεδίου, όπως οι «περιοχές άνευ δρόμων», οι περιοχές υψηλής τουριστικής ανάπτυξης ή ακόμη και οι ειδικές εξαιρέσεις που θα μπορούν να ενεργοποιούνται μέσω επιμέρους μελετών και αποφάσεων.
Παράλληλα, εισάγεται για πρώτη φορά ανώτατο όριο χωρικής κάλυψης από νέα φωτοβολταϊκά, καθώς προβλέπεται ότι το ποσοστό εδαφικής κάλυψης από νέους σταθμούς που δεν έχουν ακόμη περιβαλλοντική αδειοδότηση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1,5% ανά περιφερειακή ενότητα. Το ΥΠΕΝ υποστηρίζει ότι ο περιορισμός στοχεύει στην αποφυγή υπερσυγκέντρωσης έργων, στην προστασία της παραγωγικής γης και στη μείωση της περιβαλλοντικής και οπτικής επιβάρυνσης.
Πρόκειται για μία από τις πιο κρίσιμες διατάξεις του νέου πλαισίου, καθώς ουσιαστικά δημιουργεί έναν νέο γεωγραφικό «κόφτη» για μεγάλα φωτοβολταϊκά projects σε περιοχές όπου ήδη υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση έργων ή έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον. Στην πράξη, το μέτρο αναμένεται να επηρεάσει κυρίως περιοχές με ισχυρή ηλιοφάνεια και υψηλή πίεση αιτήσεων, ενώ μένει να φανεί πώς θα λειτουργήσει σε περιφερειακές ενότητες που ήδη βρίσκονται κοντά σε υψηλά ποσοστά κάλυψης.
Ειδικές μελέτες θέασης και νέοι περιορισμοί κοντά σε μνημεία
Το νέο ΕΧΠ επιχειρεί να ενισχύσει σημαντικά και το κομμάτι της πολιτιστικής προστασίας. Για φωτοβολταϊκά κοντά σε μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, αρχαιολογικούς χώρους και ιστορικούς τόπους προβλέπεται πλέον ειδική μελέτη θέασης, η οποία θα εξετάζει την οπτική ένταξη του έργου στο τοπίο και την επίδρασή του στην εικόνα μνημείων και πολιτιστικών τόπων.
Η υποχρέωση αυτή ενεργοποιείται για έργα που χωροθετούνται σε απόσταση έως 1.500 μέτρων από μνημεία εγγεγραμμένα στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς και άλλα μνημεία μείζονος σημασίας, αλλά και έως 1.000 μέτρων από ζώνες απόλυτης προστασίας αρχαιολογικών χώρων, ιστορικών τόπων και παραδοσιακών οικισμών.
Χωρίς νέα αιολικά Αττική, Θεσσαλονίκη και νησιά κάτω των 300 τ.χλμ.
Ακόμη πιο εκτεταμένοι είναι οι νέοι περιορισμοί για τα αιολικά πάρκα. Το σχέδιο προβλέπει ότι νέα αιολικά δεν θα επιτρέπονται πλέον στην Αττική και στη Μητροπολιτική Περιοχή Θεσσαλονίκης, ενώ εκτός χωροθέτησης τίθενται και όλες οι περιοχές με υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων.
Απαγόρευση προβλέπεται επίσης για υγροτόπους Ραμσάρ, μικρούς νησιωτικούς υγροτόπους, πυρήνες εθνικών δρυμών, Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους και ζώνες απολύτου προστασίας της φύσης. Τα αιολικά βγαίνουν εκτός και για τα νησιά με έκταση μικρότερη από 300 τετραγωνικά χιλιόμετρα, εκτός αν τα έργα εξυπηρετούν ανάγκες δημοσίου συμφέροντος του ίδιου του νησιού, όπως εγκαταστάσεις αφαλάτωσης.
Το νέο χωροταξικό συνδέει επίσης άμεσα τα αιολικά με τον τουριστικό σχεδιασμό. Δεν επιτρέπεται εγκατάσταση αιολικών σε περιοχές υψηλής τουριστικής ανάπτυξης, όπως αυτές θα καθορίζονται από το νέο Ειδικό Χωροταξικό για τον Τουρισμό, ούτε σε εκτός σχεδίου περιοχές όπου προβλέπεται ανάπτυξη χρήσεων τουρισμού και αναψυχής.
Πρόκειται για μία από τις πιο ευαίσθητες πτυχές του νέου σχεδίου, καθώς ανοίγει πλέον πιο καθαρά η συζήτηση για τις συγκρούσεις μεταξύ τουρισμού και ΑΠΕ, ιδιαίτερα σε νησιωτικές και παραθαλάσσιες περιοχές όπου τα τελευταία χρόνια υπήρξαν ισχυρές αντιδράσεις απέναντι σε μεγάλα αιολικά projects.
Το αυστηρό καθεστώς στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) για την ορνιθοπανίδα, όπου αιολικά θα επιτρέπονται μόνο κατ’ εξαίρεση και μόνο εφόσον συντρέχουν ταυτόχρονα δύο προϋποθέσεις: να προβλέπεται ρητά από εγκεκριμένη Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη και το αιολικό δυναμικό της περιοχής να ξεπερνά τα 7,5 m/s, σύμφωνα με τον αιολικό χάρτη της ΡΑΑΕΥ.
Το στοιχείο αυτό θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς οι ΖΕΠ αποτελούν έναν από τους βασικούς πυρήνες συγκρούσεων γύρω από την ανάπτυξη αιολικών έργων τα τελευταία χρόνια. Το νέο πλαίσιο εμφανίζεται αισθητά αυστηρότερο σε σχέση με το παρελθόν, ωστόσο αφήνει ανοικτό παράθυρο εξαιρέσεων μέσω των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών και της τεκμηρίωσης υψηλού αιολικού δυναμικού.
Παράλληλα, το σχέδιο προβλέπει ότι αιολικοί σταθμοί θα μπορούν να εγκαθίστανται μόνο σε «Περιοχές Καταλληλότητας», δηλαδή σε δημοτικές ενότητες με αιολικό δυναμικό άνω των 4 m/s και μόνο εφόσον δεν ισχύει κάποιος από τους ειδικότερους περιορισμούς.
Για τα νησιά εισάγεται επίσης όριο φέρουσας ικανότητας, καθώς το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης εδάφους από αιολικούς σταθμούς δεν μπορεί να υπερβαίνει το 4% της έκτασης κάθε Δημοτικής Ενότητας στον νησιωτικό χώρο.
Το μήνυμα προς την αγορά και οι εξαιρέσεις για τα ώριμα έργα
Παρά τους αυστηρότερους περιορισμούς, το ΥΠΕΝ φροντίζει ταυτόχρονα να στείλει μήνυμα ασφάλειας προς την αγορά και τους επενδυτές. Το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ δεν επηρεάζει έργα που ήδη λειτουργούν, ούτε όσα έχουν ολοκληρώσει την περιβαλλοντική αδειοδότηση ή έχουν λάβει έγκριση τυπικής πληρότητας φακέλου πριν από την έναρξη της διαβούλευσης.
Εκτός πλαισίου μένουν επίσης οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί σε στέγες, οι σταθμοί αντλησιοταμίευσης, τα μεγάλα υδροηλεκτρικά άνω των 15 MW, καθώς και ορισμένες κατηγορίες μικρών έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης που εξαιρούνται από αδειοδοτικές διαδικασίες.
Η πρόβλεψη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την αγορά, καθώς αποφεύγεται το ενδεχόμενο να τιναχθούν στον αέρα ώριμα projects ή επενδύσεις που έχουν ήδη προχωρήσει σημαντικά αδειοδοτικά και χρηματοδοτικά. Την ίδια στιγμή όμως, το νέο πλαίσιο αναμένεται να αλλάξει αισθητά τους κανόνες για τα νέα έργα που θα επιχειρήσουν να εισέλθουν στην αγορά τα επόμενα χρόνια.
Οι χαμένοι και οι κερδισμένοι
Σε επίπεδο αγοράς, το νέο χωροταξικό φαίνεται ότι ωφελεί κυρίως μεγάλους και ήδη ώριμους επενδυτές που έχουν προλάβει να περάσουν κρίσιμα στάδια αδειοδότησης πριν από τη δημόσια διαβούλευση, καθώς τα έργα που έχουν ήδη περιβαλλοντική αδειοδότηση ή έγκριση τυπικής πληρότητας εξαιρούνται από το νέο καθεστώς. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι σημαντικό μέρος του υφιστάμενου «κορμού» διασώζεται, αποφεύγοντας ανατροπές σε χρηματοδοτήσεις και επιχειρηματικά σχέδια. Ταυτόχρονα, ενισχύεται η θέση έργων που συνδέονται με αποθήκευση, διασυνδέσεις και πιο οργανωμένη χωροθέτηση, καθώς το ΥΠΕΝ επιχειρεί να δείξει ότι περνά σε φάση «ωρίμανσης» της αγοράς και όχι ανεξέλεγκτης επέκτασης.
Από την άλλη πλευρά, οι νέοι περιορισμοί φαίνεται ότι δυσκολεύουν αισθητά την ανάπτυξη νέων μεγάλων projects σε περιοχές που μέχρι σήμερα συγκέντρωναν έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα σε νησιά, τουριστικές ζώνες, κορυφογραμμές, Natura και περιοχές υψηλού αιολικού ή ηλιακού δυναμικού. Ουσιαστικά, μικρότεροι developers ή νέοι επενδυτές που δεν έχουν ήδη κατοχυρωμένες αδειοδοτήσεις ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με πολύ πιο περιορισμένο διαθέσιμο χώρο, μεγαλύτερο ανταγωνισμό για «καθαρές» περιοχές και αυξημένο ρίσκο καθυστερήσεων από νέες μελέτες, περιορισμούς και χωρικά όρια. Ταυτόχρονα, ενισχύεται σαφώς η θέση περιοχών με ισχυρό τουριστικό αποτύπωμα και υψηλή περιβαλλοντική ή πολιτιστική αξία, καθώς το νέο πλαίσιο επιχειρεί να μετατοπίσει το βάρος από την ταχεία εξάπλωση των έργων προς μια πιο ελεγχόμενη ανάπτυξη.
Τα ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά
Παρά τις μεγάλες αλλαγές, το νέο ΕΧΠ αφήνει και αρκετές κρίσιμες εκκρεμότητες που πιθανότατα θα συνεχίσουν να προκαλούν συγκρούσεις και αβεβαιότητα. Το ΥΠΕΝ μιλά για «σαφείς κανόνες», όμως αρκετές βασικές παράμετροι θα καθοριστούν αργότερα μέσα από επιμέρους αποφάσεις, Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες και εξειδικεύσεις, κάτι που σημαίνει ότι σημαντικό μέρος του πραγματικού χωρικού χάρτη των ΑΠΕ παραμένει ακόμη ανοιχτό. Δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως πώς θα υπολογίζεται στην πράξη η φέρουσα ικανότητα ανά περιοχή, πώς θα λειτουργήσει το όριο του 1,5% για τα φωτοβολταϊκά σε περιφερειακές ενότητες με ήδη μεγάλη συγκέντρωση έργων ή πώς θα αντιμετωπιστούν περιοχές όπου συγκρούονται τουρισμός, τοπικές αντιδράσεις και επενδυτικά σχέδια.
Παράλληλα, το γεγονός ότι εξαιρούνται ώριμα έργα σημαίνει ότι σε αρκετές περιοχές η ήδη υφιστάμενη πίεση πιθανόν να παραμείνει, ακόμη κι αν για τα νέα projects μπαίνουν αυστηρότερα φίλτρα. Ανοιχτό μένει επίσης το κατά πόσο οι νέοι περιορισμοί θα οδηγήσουν σε νέες δικαστικές προσφυγές είτε από επενδυτές είτε από τοπικές κοινωνίες, ειδικά σε περιπτώσεις όπου οι εξαιρέσεις ή οι ειδικές μελέτες αφήνουν «παράθυρα» για έργα μέσα ή κοντά σε ευαίσθητες περιοχές.
Το νέο πλαίσιο δείχνει να αυστηροποιεί σημαντικά τους κανόνες, αλλά δεν κλείνει οριστικά τη συζήτηση για το ποιο μοντέλο ανάπτυξης ΑΠΕ μπορεί τελικά να θεωρηθεί κοινωνικά και περιβαλλοντικά αποδεκτό στην Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας.