Σχεδόν αμέσως μετά τα πρώτα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα στο Ιράν, ένα «καθησυχαστικό» αφήγημα διαχύθηκε μεταξύ αναλυτών και επενδυτών, ότι ο πόλεμος θα μπορούσε, ενδεχομένως, να ολοκληρωθεί μέσα σε λίγες ημέρες. Το επιχείρημα ήταν φαινομενικά λογικό. Βασιζόταν, σε γενικές γραμμές, στη συντριπτική στρατιωτική υπεροπλία των ΗΠΑ και Ισραήλ έναντι του Ιράν, και στην υπόθεση ότι τα εκτεταμένα και χειρουργικής ακρίβειας πλήγματα εναντίον της ηγεσίας του καθεστώτος και των στρατιωτικών υποδομών του Ιράν θα οδηγούσε το καθεστώς σε κατάρρευση και, μάλιστα, υπό την πίεση και εσωτερικών δυνάμεων εντός της ιρανικής κοινωνίας που ήθελαν και θέλουν την ανατροπή του.
Υπήρξαν και κάποιοι που υποστήριζαν ότι, σε αντίθεση με όσα συνέβησαν τον Ιούνιο του 2025 στον «Πόλεμο των 12 Ημερών», το καθεστώς του Ιράν θα αντιδράσει αυτή τη φορά με πολύ διαφορετικό τρόπο, στον βαθμό που αντιλαμβάνεται τη νέα επίθεση ως υπαρξιακό κίνδυνο, και όχι απλώς ως μια ακόμα απόπειρα αποδυνάμωσης του πυρηνικού και βαλλιστικού του προγράμματος.
Η πρώτη διάψευση
Οι αρχικές προσδοκίες των αγορών για μια ολιγοήμερη σύγκρουση, αν ο πόλεμος δεν σταματήσει μέσα στα επόμενα εικοσιτετράωρα, οδεύουν ολοταχώς προς διάψευση. Διανύουμε ήδη την δεύτερη εβδομάδα των συγκρούσεων και όχι μόνο δεν διαφαίνονται σημάδια τερματισμού του πολέμου, αλλά δεν υπάρχουν ούτε αξιόπιστες ενδείξεις αποκλιμάκωσης.
Διαβάστε ακόμα: Σε νέα φάση η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή - Πόσο θα αντέξει το Ιράν;
Αντιθέτως, οι ΗΠΑ κινητοποιούν ακόμα μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις, χώρες που δεν είχαν καμία ανάμιξη σε κανένα στάδιο μέχρι και την έναρξη του πολέμου υποχρεώνονται να τεθούν σε στρατιωτική ετοιμότητα, οι χώρες που γειτνιάζουν με το Ιράν συνεχίζουν να δέχονται αλλεπάλληλα πλήγματα, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν στην πράξη κλειστά, και οι ζημιές σε ενεργειακές υποδομές της περιοχής πολλαπλασιάζονται.
Το νέο αφήγημα
Όταν φάνηκε ότι η αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική υπεροπλία δεν οδηγεί με την αναμενόμενη ταχύτητα προς τους επιθυμητούς (αν και ασαφώς διατυπωμένους) στόχους, εμφανίστηκε ένα νέο καθησυχαστικό αφήγημα. Αυτό ενός Αμερικανού Προέδρου ο οποίος γνωρίζει πώς λειτουργούν οι αγορές και ο οποίος δεν θα αφήσει τη σύγκρουση να επεκταθεί χρονικά, ώστε να μην εκτροχιαστούν τα χρηματιστήρια.
Το βασικό επιχείρημα εδώ, είναι ότι η σύγκρουση ανεβάζει την τιμή του πετρελαίου, η άνοδος του πετρελαίου πιέζει ανοδικά τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ και ο Λευκός Οίκος δεν έχει την πολυτέλεια να συνεχίσει μια στρατιωτική επιχείρηση που ανεβάζει τις τιμές της βενζίνης. Με άλλα λόγια, η υπόθεση είναι ότι η οικονομία θα λειτουργήσει ως μηχανισμός αυτοσυγκράτησης του πολέμου. Το πρόβλημα είναι ότι οι πόλεμοι έχουν τους δικούς τους κανόνες…
Μαθήματα από τον Κλαούζεβιτς και τον Θουκυδίδη
Οι επενδυτές τείνουν να προσεγγίζουν τον πόλεμο περισσότερο ως οικονομικό γεγονός. Ως μια διαταραχή που επηρεάζει τις τιμές της ενέργειας, τον πληθωρισμό ή την ανάπτυξη και/ή ως συγκυρία που γεννά επενδυτικές ευκαιρίες σε συγκεκριμένους κλάδους. Όμως για τις κυβερνήσεις, ο πόλεμος είναι εργαλείο πολιτικής.
Η διάσημη ρήση του Καρλ φον Κλαούζεβιτς ότι «ο πόλεμος είναι απλώς η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα» υποδηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι ένας πόλεμος δεν τελειώνει απλώς λόγω οικονομικού κόστους ή στρατιωτικής φθοράς, αλλά όταν ο στρατηγικός στόχος πάψει να είναι εφικτός ή να αξίζει το κόστος. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, αυτό δεν ισχύει μόνο για τις ΗΠΑ. Ισχύει και για το Ισραήλ, ισχύει όμως και για το Ιράν.
Ιστορικά, έχει αποδειχθεί ότι οι πόλεμοι σπάνια καθορίζονται από το οικονομικό κόστος. Η εξέλιξη μιας σύγκρουσης δεν υπαγορεύεται από την οικονομική ζημιά που προκαλεί, αλλά από το αν οι εμπλεκόμενες πλευρές θεωρούν ότι συνεχίζουν να διακυβεύονται κρίσιμα στρατηγικά συμφέροντα. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος θα συνεχίζεται για όσο διάστημα οι εμπλεκόμενες πλευρές πιστεύουν ότι μπορούν ακόμη να πετύχουν τους στόχους τους. Μόνο όταν αυτή η πεποίθηση καταρρεύσει θα ανοίξει ο δρόμος για πραγματική αποκλιμάκωση.
Στην ανάλυσή του για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο Θουκυδίδης επισημαίνει ότι τα γεγονότα που πυροδοτούν μια σύγκρουση είναι, συνήθως, απλώς μια αφορμή. Η πραγματική αιτία έγκειται στην αλλαγή της ισορροπίας ισχύος και στον φόβο που αυτή προκαλεί. Η δυναμική αυτή είναι γνωστή στη σύγχρονη γεωπολιτική ανάλυση ως «Θουκυδίδεια παγίδα» και περιγράφει την ένταση που δημιουργείται όταν μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί την κυρίαρχη, και η τελευταία επιχειρεί να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία της. Ο πόλεμος στο Ιράν αφορά βεβαίως το ισοζύγιο ισχύος στη Μέση Ανατολή -το οποίο δεν ανετράπη τον Ιούνιο του 2025, γι’ αυτό η κατάσταση οδηγήθηκε εκ νέου σε ένοπλη σύγκρουση- άπτεται όμως και της ευρύτερης στρατηγικής αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.
Η μεγάλη εικόνα
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί μια πιο επιθετική στρατηγική περιορισμού της κινεζικής επιρροής. Όχι μόνο στο οικονομικό ή τεχνολογικό πεδίο, αλλά και στο γεωπολιτικό, ώστε να μειωθεί η παρουσία του Πεκίνου σε κρίσιμες περιοχές του πλανήτη, να αποδυναμωθούν δίκτυα συνεργασίας που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια και να περιοριστεί η πρόσβαση της Κίνας σε περιοχές με μεγάλη στρατηγική σημασία.
Διαβάστε ακόμα - Πόλεμος στο Ιράν: Οι προειδοποιήσεις που αγνόησε ο Τραμπ και τα μαθήματα από το Ιράκ
Από αυτή την οπτική γωνία, και στον βαθμό που η σύγκρουση δεν αφορά μόνο την αποδυνάμωση ενός περιφερειακού αντιπάλου των ΗΠΑ ή του Ισραήλ, μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι καμία από τις εξελίξεις των τελευταίων στο πεδίο δε συνηγορεί στο ότι ο πόλεμος οδεύει σύντομα προς ολοκλήρωση ή ότι έπαψε να έχει στρατηγικό νόημα για τις πλευρές που τον ξεκίνησαν. Όσο κι αν οι αγορές εξακολουθούν να αναζητούν ενδείξεις για έναν σύντομο τερματισμό του πολέμου, για την Ουάσιγκτον, το Τελ Αβίβ αλλά και την Τεχεράνη, η σύγκρουση παραμένει μέρος ενός ευρύτερου στρατηγικού υπολογισμού που ακόμα δεν έχει αλλάξει.