Η συνθήκη New START λειτούργησε ως ανάχωμα απέναντι σε μια αναζωπύρωση της πυρηνικής κούρσας εξοπλισμών μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας, οι οποίες μαζί κατέχουν σχεδόν το 90% των πυρηνικών κεφαλών παγκοσμίως. Η διμερής αυτή συμφωνία, η οποία αποτελεί τη μοναδική εναπομείνασα συμφωνία ελέγχου εξοπλισμών μεταξύ των δύο χωρών, έληξε σήμερα 5 Φεβρουαρίου καθώς δεν έχουν πραγματοποιηθεί διαπραγματεύσεις για την αντικατάστασή της.
Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες δεν θα υπάρχουν αμοιβαία συμφωνημένοι περιορισμοί στα πυρηνικά οπλοστάσια μεγάλου βεληνεκούς των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Αυτό θα σημάνει το οριστικό τέλος στην πυρηνική αυτοσυγκράτηση μεταξύ των δύο δυνάμεων, ενώ παράλληλα ενέχει τον κίνδυνο να ανοίξει μια νέα εποχή επικίνδυνων ανταγωνισμών και απειλών, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πλανήτης βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ σε ανθρωπογενή καταστροφή, σύμφωνα με το «Ρολόι της Αποκάλυψης» του Bulletin of Atomic Scientists.
Ένα ανησυχητικό προμήνυμα
Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της εξέλιξης είναι το γεγονός ότι ο πυρηνικός αφοπλισμός βρίσκεται πλέον σε τέλμα. Δεν διεξάγονται σήμερα διαπραγματεύσεις για αφοπλισμό ή έστω για τον περιορισμό των πυρηνικών κινδύνων. Ούτε προβλέπεται να ξεκινήσουν.
Το ελάχιστο που θα ανέμενε κανείς είναι, μετά τη λήξη της New START αυτή την εβδομάδα, η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες να συμφωνήσουν να συνεχίσουν να τηρούν τα όριά της έως ότου διαπραγματευτούν περαιτέρω μειώσεις. Όλα αυτά προμηνύουν δυσοίωνες εξελίξεις για τον πυρηνικό αφοπλισμό και, ευρύτερα, για τη μείωση της πιθανότητας ενός πυρηνικού πολέμου.

Τι είναι η συνθήκη New START;
Η συμφωνία New START ή Συνθήκη της Πράγας- επισήμως γνωστή ως Συνθήκη για τη Νέα Μείωση των Στρατηγικών Όπλων - βασίστηκε σε προηγούμενες προσπάθειες περιορισμού των πυρηνικών οπλοστασίων που είχαν συσσωρευτεί κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ο τότε Αμερικανός και Ρώσος πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα και Ντμίτρι Μεντβέντεφ υπέγραψαν τη συμφωνία στις 8 Απριλίου του 2010 στην Πράγα για να αντικαταστήσουν τη συνθήκη START του 1991. Η New START τέθηκε σε ισχύ στις 5 Φεβρουαρίου 2011 με αρχική διάρκεια 10 ετών και παρατάθηκε για ακόμη πέντε χρόνια το 2021.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, οι δύο χώρες δεσμεύτηκαν να μειώσουν τον αριθμό των ανεπτυγμένων «στρατηγικών» πυρηνικών κεφαλών τους - δηλαδή όπλων μεγάλου βεληνεκούς που μπορούν να πλήξουν το έδαφος της άλλης πλευράς - θέτοντας ανώτατο όριο τις 1.550 κεφαλές για καθεμία. Συμφώνησαν επίσης να περιορίσουν τον αριθμό των φορέων μεταφοράς πυρηνικών κεφαλών, όπως οι διηπειρωτικοί βαλλιστικοί πύραυλοι και τα βαρέα βομβαρδιστικά, σε έως 700.
Για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τη συνθήκη, η New START επέτρεπε στις ΗΠΑ και τη Ρωσία να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους με σύντομη προειδοποίηση στις πυρηνικές εγκαταστάσεις η μία της άλλης. Αμφότερες οι χώρες υποχρεούνταν επίσης να ανταλλάσσουν δεδομένα και να αλληλοενημερώνονται για αλλαγές στα οπλικά συστήματα και τις εγκαταστάσεις που καλύπτονταν από τη συμφωνία. Αυτή η διαφάνεια είχε στόχο να παρέχει στις δύο πλευρές αξιόπιστη εικόνα των πυρηνικών δυνατοτήτων της άλλης και να μειώσει τον κίνδυνο να εκληφθεί η συνήθης στρατιωτική δραστηριότητα ως προετοιμασία για πυρηνική επίθεση.
Ήταν αποτελεσματική η συνθήκη New START;
Οι ΗΠΑ και η Ρωσία μείωσαν τα πυρηνικά τους οπλοστάσια στα συμφωνημένα όρια έως την προθεσμία του 2018.
Ωστόσο, η Ρωσία ανέστειλε τη συμμετοχή της στη New START το 2023, εν μέσω αυξανόμενων εντάσεων με τις ΗΠΑ λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Έπαψε να τηρεί τους μηχανισμούς επαλήθευσης συμμόρφωσης, αρνούμενη να επαναλάβει τους ελέγχους μετά την παύση που είχαν συμφωνήσει οι δύο πλευρές κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19.
Παρόλα αυτά, η συμφωνία λειτούργησε ως εργαλείο ελέγχου εξοπλισμών, καθώς η Ρωσία δεν αποχώρησε επίσημα από τη συνθήκη και δεσμεύτηκε να τηρεί τα ποσοτικά όρια. Σε έκθεση προς το Κογκρέσο των ΗΠΑ στις αρχές του περασμένου έτους, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε ότι εκτιμά «με υψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι η Ρωσία δεν προέβη σε καμία μεγάλης κλίμακας δραστηριότητα που να υπερβαίνει τα όρια της Συνθήκης το 2024».
Η New START έχει δεχθεί κριτική επειδή αφορά μόνο τα στρατηγικά πυρηνικά όπλα και όχι τα όπλα μικρότερου βεληνεκούς, τα λεγόμενα τακτικά πυρηνικά. Το τακτικό πυρηνικό οπλοστάσιο της Ρωσίας είναι σημαντικά μεγαλύτερο από εκείνο των ΗΠΑ.

Γιατί δεν μπορεί να παραταθεί ξανά η New START;
Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, η New START μπορεί να παραταθεί μόνο μία φορά και για διάστημα έως πέντε ετών. Αυτή η δυνατότητα ασκήθηκε το 2021. Οι δύο πλευρές είχαν αρχικά περιέλθει σε αδιέξοδο ως προς την παράταση κατά την πρώτη θητεία του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Η τότε κυβέρνηση Τραμπ χαρακτήριζε τη συμφωνία «βαθιά ελαττωματική», εν μέρει επειδή δεν κάλυπτε τα τακτικά πυρηνικά όπλα, και επιδίωκε την επαναδιαπραγμάτευσή της. Ο τότε πρόεδρος Τζο Μπάιντεν συμφώνησε σε άνευ όρων παράταση της New START λίγες μόλις ημέρες πριν από τη λήξη της.
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν πρότεινε τον Σεπτέμβριο του 2025 οι δύο χώρες να συνεχίσουν να τηρούν τα ποσοτικά όρια της συμφωνίας για ακόμη έναν χρόνο, έως τον Φεβρουάριο του 2027, προκειμένου να διατηρηθεί «η υφιστάμενη ισορροπία αποτροπής». Παρότι ο Τραμπ δήλωσε ότι αυτή η προσωρινή λύση «ακούγεται καλή ιδέα», η κυβέρνησή του δεν απάντησε επίσημα στην πρόταση του Πούτιν.
Γιατί έχει σημασία αν λήξει η New START;
Η λήξη της New START θα δημιουργούσε κενό στον έλεγχο πυρηνικών εξοπλισμών σε μια περίοδο αυξημένων διεθνών εντάσεων. Εάν οι ΗΠΑ και η Ρωσία επιλέξουν να αυξήσουν τον αριθμό των ανεπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών τους, υπάρχει κίνδυνος κλιμάκωσης σε μια πλήρους κλίμακας κούρσα εξοπλισμών.
Αυτό σημαίνει ότι οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να αυξήσουν τον αριθμό των ανεπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών τους κατά 60% και 110% αντίστοιχα μέσα σε διάστημα λίγων μηνών.
Αναλυτές του Bloomberg Economics έχουν επισημάνει ότι θα μπορούσε να υπάρξει μετάβαση «από έναν διαχειριζόμενο ανταγωνισμό σε έναν πιο χαλαρό και αντιδραστικό πυρηνικό ανταγωνισμό, με λιγότερα εργαλεία για να αποτραπεί η μετατροπή της λανθασμένης αντίληψης σε κρίση».
Ο Τραμπ εμφανίστηκε αδιάφορος απέναντι στο ενδεχόμενο η New START να λήξει χωρίς να υπάρχει διάδοχη συμφωνία. «Αν λήξει, λήγει», δήλωσε στους New York Times τον Ιανουάριο. «Θα κάνουμε μια καλύτερη συμφωνία».
Ορισμένοι στις ΗΠΑ έχουν υποστηρίξει ότι η χώρα θα πρέπει να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς της New START για να αντιμετωπίσει καλύτερα τόσο τη Ρωσία όσο και την Κίνα, της οποίας οι πυρηνικές δυνατότητες επεκτείνονται. Η Κίνα εκτιμάται ότι διαθέτει συνολικά περίπου 600 ανεπτυγμένες και αποθηκευμένες πυρηνικές κεφαλές, σύμφωνα με τη Federation of American Scientists - πολύ λιγότερες από τις περίπου 3.700 των ΗΠΑ και τις περίπου 4.300 της Ρωσίας. Ωστόσο, έκθεση του Πενταγώνου τον Δεκέμβριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κινεζικό απόθεμα θα μπορούσε να ξεπεράσει τις 1.000 κεφαλές έως το 2030.
Η άρση των περιορισμών για τις ΗΠΑ και τη Ρωσία θα μπορούσε να υπονομεύσει πολυμερείς πρωτοβουλίες μη διάδοσης. Εάν οι δύο χώρες αρχίσουν να επεκτείνουν τα πυρηνικά τους οπλοστάσια, άλλες ενδέχεται να ακολουθήσουν. Συνολικά 191 χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Ρωσίας, είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων, τη θεμελιώδη συμφωνία της πυρηνικής διπλωματίας. Βάσει αυτής, τα κράτη με πυρηνικά όπλα υποχρεούνται να μειώνουν σταδιακά τα οπλοστάσιά τους, ενώ οι υπόλοιποι δεσμεύονται να μην επιδιώκουν πυρηνικά όπλα, με αντάλλαγμα την πρόσβαση σε ειρηνική πυρηνική τεχνολογία, όπως οι αντιδραστήρες για παραγωγή ενέργειας.
Γενικότερα, η λήξη της New START σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής, όχι μόνο των συμφωνιών ελέγχου εξοπλισμών μεταξύ «υπερδυνάμεων» που επικεντρώνονταν αποκλειστικά στη Μόσχα και την Ουάσιγκτον, αλλά και μιας περιόδου κατά την οποία οι ΗΠΑ ήταν διατεθειμένες να αποδεχθούν πυρηνικούς περιορισμούς.
Ποια τα εμπόδια για μια νέα πυρηνική συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας;
Η διαμόρφωση μιας νέας, ολοκληρωμένης συνθήκης θα απαιτούσε πιθανότατα πολύ χρόνο, ιδίως εάν το πεδίο εφαρμογής της υπερβαίνει τη New START και περιλαμβάνει κεφαλές μικρού και μεσαίου βεληνεκούς καθώς και νεότερες τεχνολογίες όπλων που έχουν εμφανιστεί από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Η Ρωσία, για παράδειγμα, έχει αναπτύξει νέους φορείς μεταφοράς, όπως τον πύραυλο κρουζ Burevestnik, τον οποίο ισχυρίζεται ότι μπορεί να διανύσει τουλάχιστον 14.000 χιλιόμετρα και το υποβρύχιο μη επανδρωμένο όχημα–τορπίλη Poseidon.
Πρόσθετη δυσκολία αποτελεί το γεγονός ότι ο Τραμπ έχει δηλώσει πως η Κίνα θα πρέπει να συμμετάσχει σε μια νέα συνθήκη. Το Πεκίνο δεν έχει δείξει προθυμία να ενταχθεί σε τριμερείς συνομιλίες ελέγχου εξοπλισμών όσο το πυρηνικό του οπλοστάσιο παραμένει πολύ μικρότερο από εκείνα των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Είναι απίθανο να υπογράψει μια συμφωνία που θα παγιώνει ασύμμετρες δυνατότητες.