Η κουβέντα για έναν δημοσιονομικό «κόφτη» τύπου Γερμανίας άνοιξε μετά την πρωθυπουργική πρόταση στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος για «δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων». Οι αναλυτικές προτάσεις θα ανακοινωθούν τον Μάρτιο, αλλά η λογική είναι απλή: να μην ψηφίζονται προϋπολογισμοί και να μην λαμβάνονται αποφάσεις που θα εκτρέπουν τα δημόσια οικονομικά. Κάτι σαν τον κόφτη χρέους που έχει η Γερμανία και βάζει όριο στην ανώτατη άνοδο δαπανών.
Αν λοιπόν προχωρήσει αυτή η πρόταση (αρχικά εσωτερικά στο κυβερνών κόμμα και εν συνεχεία ευρύτερα) μπορεί και να είναι πολύ απλή η διατύπωσή της: να διασφαλίζει την συνταγματική κατοχύρωση όσων δεσμεύσεων έχει η χώρα με βάση το Σύμφωνο Σταθερότητας της ΕΕ. Βεβαίως να πούμε πως τίποτα δεν είναι απλό στην πράξη. Οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ (που ξεδιπλώνονται γύρω από το ανώτατο όριο καθαρών πρωτογενών δαπανών) ήταν προϊόν συμβιβασμού ανά την ΕΕ και η ίδια η Γερμανία οδεύει προς υπερβολικό έλλειμμα λόγω της προσπάθειάς της να στηρίξει την οικονομία, αυξάνοντας τις δαπάνες της.
Παρ' όλα αυτά η Ελλάδα του υπέρογκου χρέους και του πολύ ζοφερού δημοσιονομικού παρελθόντος δεν έχει καμία άλλη επιλογή. Είναι προφανές πως όρια πρέπει να υπάρχουν. Η διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας είναι μια αναπόδραστη αναγκαιότητα, κανείς λογικός πολίτης/επιχειρηματίας δεν θέλει νέες περιπέτειες.
Να πούμε όμως και ότι η βιώσιμη μείωση του χρέους και η συγκράτηση των ελλειμμάτων δεν είναι μία μονοδιάστατη υπόθεση. Αφού τώρα λοιπόν ανοίγει ένας διάλογος για το τι μπορεί να γίνει και σε αυτό το πεδίο, είναι χρήσιμο ίσως να γίνει και μία ενδοσκόπηση. Να δούμε τι πρέπει να κάνουμε γενικότερα για να κλείσουν όλες οι «χαραμάδες» που παράγουν ελλείμματα. Όλα όσα δεν διασφαλίζουν πως μειώνεται η σπατάλη και πως δημιουργούνται οι μέγιστοι δυνατοί «κουμπαράδες» για την άσκηση κοινωνικής και επενδυτικής πολιτικής. Όλα όσα εμποδίζουν την αύξηση χρήσιμων δαπανών αλλά και τη μείωση φόρων και εισφορών.
Γιατί, τα περιθώρια μείωσης της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής περιορίζονται όλο και πιο πολύ λόγω της προόδου που γίνεται από πλευράς εισπρακτικών μηχανισμών. Αντιθέτως, στα 130 δισ. ευρώ (!) δαπανών του 2026 το ίδιο το κράτος παραδέχεται πως υπάρχουν κενά, παρά την προσπάθεια που είναι σε εξέλιξη σε «κεντρικό» επίπεδο (Προϋπολογισμός Επιδόσεων, Επισκοπήσεις Δαπανών και Εσόδων, Λειτουργική Ταξινόμηση κλπ).
Να θυμίσουμε πως σε συνοδευτικά έγγραφα του φετινού Προϋπολογισμού για τους τακτικούς ελέγχους την περίοδο 1/7/2024- 30/06/2025 σε 45 Δήμους, 14 ΝΠΔΔ Δήμων, 30 Νοσοκομεία, 7 ΝΠΙΔ Δήμων, 16 ΝΠΔΔ Κεντρικής Κυβέρνησης, 9 ΝΠΙΔ Κεντρικής Κυβέρνησης, 1 ΔΕΚΟ, 3 Περιφέρειες, 3 Πανεπιστήμια, 6 ΕΛΚΕ Πανεπιστημίων, 2 ΟΚΑ και 1 Αποκεντρωμένη Διοίκηση η αρμόδια διεύθυνση του ΓΛΚ αποφάνθηκε πως «ένας σημαντικός αριθμός ελεγχόμενων φορέων παρουσίασε ουσιαστικές λειτουργικές αδυναμίες, κυρίως στην οικονομική διαχείριση, γεγονός που αναδεικνύει προβλήματα στην δημοσιονομική τους διαχείριση». Κανένας φορέας δεν λειτουργούσε «τέλεια», ικανοποιητικά λειτουργούσε το 29,66%, στην 3η κατηγορία λειτουργίας με ανάγκη βελτιώσεων ήταν το 52,54% και στην κατηγορία «Λειτουργεί μερικώς - Απαιτούνται ουσιαστικές βελτιώσεις» το 17,80%.
Άρα κενά υπάρχουν ειδικά στο «ευρύ» δημόσιο. Αφού λοιπόν ανοίγει η συζήτηση για την επόμενη ημέρα καλό είναι να τα δούμε. Γιατί όταν αναζητούνται μετά βίας 700 - 800 εκατ. ευρώ ετησίως για μέτρα στήριξης, κάθε πηγή σπατάλης που μπορεί να στερέψει έχει σημασία.