Η συζήτηση γύρω από τη Federal Reserve έχει επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά στο εάν θα υπάρξει ακόμη μία αύξηση επιτοκίων μέχρι το τέλος του έτους.
Μολονότι η αγορά δεν έχει καταλήξει σε οριστικό συμπέρασμα, μολαταύτα το βασικό σενάριο παραμένει η διατήρηση των επιτοκίων στα τρέχοντα επίπεδα.
Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική πιθανότητα μιας ακόμη κίνησης εφόσον ο πληθωρισμός αποδειχθεί πιο επίμονος από τις σημερινές εκτιμήσεις.
Τα δεδομένα, άλλωστε, δικαιολογούν αυτή την επιφυλακτικότητα: Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται αισθητά υψηλότερα από τον στόχο του 2%, ενώ η ίδια η Fed έχει αναθεωρήσει ανοδικά τις προβλέψεις της για την πορεία των τιμών.
Παράλληλα, αρκετά μέλη της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής εξακολουθούν να θεωρούν ότι δεν μπορεί ακόμη να αποκλειστεί νέα αύξηση επιτοκίων, γεγονός που επιβεβαιώνει τον έντονο διχασμό που καταγράφηκε στα τελευταία πρακτικά.
Παρ' όλα αυτά, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος. Η νομισματική πολιτική δεν ασκείται μόνο μέσω του βασικού επιτοκίου της κεντρικής τράπεζας.
Ενδεικτικά, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων, τα στεγαστικά επιτόκια και οι συνολικές χρηματοδοτικές συνθήκες επηρεάζουν την οικονομία με εξίσου σημαντικό τρόπο.
Σήμερα, όλοι αυτοί οι δείκτες βρίσκονται ήδη σε επίπεδα που περιορίζουν αισθητά την οικονομική δραστηριότητα.
Ταυτόχρονα, η αγορά εργασίας παραμένει ισχυρή, αλλά εμφανίζει τα πρώτα σημάδια αδυναμίας. Η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, χωρίς όμως να παρουσιάζει την έντονη υπερθέρμανση που χαρακτήριζε την προηγούμενη διετία. Αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις επιτοκίων που προηγήθηκαν αρχίζουν σταδιακά να παράγουν τα αποτελέσματά τους, κάτι που παραδοσιακά συμβαίνει με σημαντική χρονική υστέρηση.
Επομένως, η μεγαλύτερη πρόκληση για τη Fed δεν είναι πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό, αλλά να αποφύγει το ενδεχόμενο υπερβολικής σύσφιξης της πολιτικής της.
Εάν συνεχίσει να αυξάνει τα επιτόκια ενώ οι προηγούμενες αποφάσεις δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στην πραγματική οικονομία, υπάρχει ο κίνδυνος να προκαλέσει μεγαλύτερη επιβράδυνση από αυτήν που επιδιώκει.
Για τον λόγο αυτό, η στάση αναμονής αποτελεί σήμερα την πιο συνετή επιλογή, διότι η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή και η οικονομία βρίσκεται σε μεταβατική φάση. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η υπομονή μπορεί να αποδειχθεί πιο αποτελεσματική από μία ακόμη προληπτική αύξηση επιτοκίων.
Για τους επενδυτές, το συμπέρασμα είναι εξίσου σημαντικό. Αν η Fed τελικά επιλέξει να διατηρήσει αμετάβλητη τη νομισματική της πολιτική, θα μειωθεί η αβεβαιότητα που συνοδεύει τις αγορές τους τελευταίους μήνες.
Προσέτι, ένα σταθερό περιβάλλον επιτοκίων θα μπορούσε να ευνοήσει τόσο τα κρατικά ομόλογα, μέσω σταδιακής αποκλιμάκωσης των αποδόσεων, όσο και τις ποιοτικές μετοχές, καθώς οι επιχειρήσεις θα αποκτήσουν μεγαλύτερη ορατότητα για το κόστος χρηματοδότησής τους.
Το εάν αυτή η εκτίμηση θα επιβεβαιωθεί θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τα επόμενα στοιχεία για τον πληθωρισμό και την αγορά εργασίας. Μέχρι τότε, το πιθανότερο είναι ότι η ίδια η Fed θα συνεχίσει να κάνει αυτό που έχει δηλώσει επανειλημμένα: να ακολουθεί τα δεδομένα και όχι τις προσδοκίες της αγοράς.



