Ενέργεια: Ο «δεύτερος μισθός» που πληρώνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε

Πένη Χαλάτση
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Ενέργεια: Ο «δεύτερος μισθός» που πληρώνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε
Από το ρεύμα και τη θέρμανση μέχρι τη βενζίνη και το «κρυφό» κόστος στα τρόφιμα, η ενέργεια απορροφά ένα σταθερά αυξανόμενο κομμάτι του εισοδήματος.

Οι τιμές της ενέργειας επιστρέφουν δυναμικά στο προσκήνιο, επαναφέροντας ένα γνώριμο αλλά συχνά υποτιμημένο βάρος για τα νοικοκυριά. Το πετρέλαιο κινείται σταθερά πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι διεθνείς αναλυτές δεν αποκλείουν σενάρια για ακόμη υψηλότερα επίπεδα, προς τα 120 ή και τα 150 δολάρια σε περίπτωση παρατεταμένων διαταραχών στην προσφορά. Την ίδια στιγμή, η βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης στην Ελλάδα έχουν ήδη πατήσει τα 2,10 ευρώ ανά λίτρο, επηρεάζοντας άμεσα την καθημερινότητα των καταναλωτών και όλη την εφοδιαστική αλυσίδα, τις μεταφορές και όλους τους άμεσα και έμμεσα εμπλεκόμενους κλάδους.

Το ενεργειακό κόστος διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία, από τη μετακίνηση και τη θέρμανση μέχρι την παραγωγή και τις τιμές των προϊόντων. Το φυσικό αέριο στα τέλη Φεβρουαρίου ήταν γύρω στα 30-32 ευρώ/MWh και μέσα στο Μάρτιο εκτινάχθηκε έως και 70%, επηρεάζοντας άμεσα την τιμή του ρεύματος, καθώς εξακολουθεί να καθορίζει την τελική τιμή στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Και κάπως έτσι, χωρίς να εμφανίζεται ποτέ συγκεντρωτικά, η ενέργεια μετατρέπεται σε μια από τις βασικότερες δαπάνες ενός νοικοκυριού. Όχι ως ένας λογαριασμός, αλλά ως ένα σύνολο επιβαρύνσεων που αθροίζονται.

Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 40 ευρώ που ανακοινώθηκε στις 26 Μαρτίου δεν αρκεί για να αντισταθμίσει πλήρως την πίεση. Το αποτύπωμα γίνεται πιο καθαρό όταν μεταφράζεται σε πραγματικά μεγέθη. Σε έναν εργαζόμενο που ζει μόνος του στην Αθήνα και αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, τα περίπου 770 ευρώ που λαμβάνει καθαρά δύσκολα επαρκούν για να απορροφήσουν αυτό το κόστος χωρίς πίεση. Με κατανάλωση 250 έως 350 κιλοβατώρες τον μήνα και τελική τιμή που κινείται περίπου στα 0,18 έως 0,25 ευρώ ανά κιλοβατώρα, η βασική χρέωση διαμορφώνεται στα 45 έως 85 ευρώ. Όμως εκεί δεν τελειώνει ο λογαριασμός. Στις κιλοβατώρες προστίθενται ρυθμιζόμενες χρεώσεις, δίκτυα, πάγια και λοιπές επιβαρύνσεις, ενώ σε περιόδους υψηλών τιμών ενσωματώνονται και αυξήσεις που προέρχονται από τη χονδρική αγορά.

Στην πράξη, το τελικό ποσό μπορεί εύκολα να είναι αυξημένο κατά 60% έως και 100% σε σχέση με την «καθαρή» κατανάλωση, ειδικά σε μήνες με μεγαλύτερη χρήση ή υψηλότερες τιμές. Έτσι, ο πραγματικός λογαριασμός για ένα μονοπρόσωπο νοικοκυριό συχνά κινείται στα 120 έως 180 ευρώ.

Στο ίδιο πλαίσιο, η θέρμανση, είτε μέσω φυσικού αερίου είτε πετρελαίου, συνεχίζει να αποτελεί μια σταθερή δαπάνη που «γράφει» σε ετήσια βάση, ακόμη κι αν συγκεντρώνεται στους χειμερινούς μήνες. Αν κατανέμεται σε όλο το έτος, προσθέτει άλλα 60 έως 80 ευρώ μηνιαίως, με το ποσό να αυξάνεται αισθητά σε περιόδους έντονης χρήσης.

Από εκεί και πέρα, η επιβάρυνση δεν σταματά στον λογαριασμό του ρεύματος, αλλά επεκτείνεται σε κάθε μορφή καθημερινής κατανάλωσης ενέργειας. Η μετακίνηση δεν περιορίζεται πια σε 50 ή 60 λίτρα τον μήνα, παρά μόνο σε πολύ ήπια χρήση. Για έναν εργαζόμενο που μένει στον Πειραιά και μετακινείται καθημερινά στην Κηφισιά, η οδική απόσταση φτάνει περίπου τα 28 χιλιόμετρα ανά διαδρομή, δηλαδή 56 χιλιόμετρα πήγαινε-έλα. Σε πέντε εργάσιμες την εβδομάδα, αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 280 χιλιόμετρα, που μεταφράζονται σε 85 έως 110 λίτρα καυσίμου τον μήνα μόνο για τη δουλειά. Με τιμές πάνω από τα 2,10 ευρώ το λίτρο, η δαπάνη αυτή φτάνει πλέον περίπου τα 180 έως 230 ευρώ, πριν καν προστεθούν οι υπόλοιπες μετακινήσεις.

Για ζευγάρι με δύο αυτοκίνητα, ειδικά αν και οι δύο δουλεύουν σε αντίστοιχες αποστάσεις, το κόστος μπορεί άνετα να φθάσει τα 300 - 450 ευρώ τον μήνα, και σε πιο βαριά χρήση ακόμη παραπάνω. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο πιεστική όταν στο νοικοκυριό υπάρχουν παιδιά ή περισσότερα μέλη, καθώς η κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται σχεδόν σε κάθε επίπεδο, από το ρεύμα και τη θέρμανση μέχρι τις μετακινήσεις και τις καθημερινές ανάγκες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το ενεργειακό κόστος μπορεί να εκτοξευθεί, μετατρέποντας την ενέργεια σε μία από τις μεγαλύτερες και πιο δύσκολα διαχειρίσιμες δαπάνες του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Σε αυτά έρχεται να προστεθεί και το λιγότερο ορατό κομμάτι: το ενεργειακό κόστος που ενσωματώνεται στις τιμές των προϊόντων. Η παραγωγή, η μεταφορά, η ψύξη και η αποθήκευση των τροφίμων «κουβαλούν» ενέργεια, η οποία τελικά περνά στον καταναλωτή. Συντηρητικά, αυτό μπορεί να αντιστοιχεί σε 40 έως 60 ευρώ τον μήνα.

Το κόστος που δεν φαίνεται: Όταν η ενέργεια αφαιρεί επιλογές

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, λιγότερο ορατή διάσταση. Το υψηλό ενεργειακό κόστος δεν αφαιρεί μόνο εισόδημα αλλά αφαιρεί και επιλογές. Καθώς η ενέργεια αποτελεί βασική συνιστώσα σχεδόν κάθε δραστηριότητας, από τις μεταφορές μέχρι την εστίαση και τον τουρισμό, η άνοδος των τιμών της μεταφράζεται σε ένα γενικευμένο «φρένο» στην κατανάλωση. Όχι απαραίτητα στα απολύτως βασικά, αλλά σε ό,τι μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν εφικτό.

Ένα αεροπορικό ταξίδι που κάποτε μπορούσε να ενταχθεί σε έναν ετήσιο προγραμματισμό γίνεται πλέον πιο δύσκολο, καθώς το κόστος των καυσίμων μεταφέρεται στα εισιτήρια. Το ίδιο ισχύει και για τις ακτοπλοϊκές μετακινήσεις, όπου η επιβάρυνση από τα καύσιμα επηρεάζει άμεσα τις τιμές, περιορίζοντας την πρόσβαση σε νησιωτικούς προορισμούς ή ακόμη και τη χρήση ενός εξοχικού.

Αντίστοιχα, η εστίαση ενσωματώνει αυξημένο ενεργειακό κόστος σε όλα τα στάδια λειτουργίας της, οδηγώντας σε υψηλότερες τιμές και λιγότερες εξόδους. Ακόμη και πιο καθημερινές επιλογές, όπως μια εκδρομή εκτός πόλης, επαναξιολογούνται υπό το βάρος του κόστους μετακίνησης. Έτσι, η ενέργεια δεν λειτουργεί μόνο ως δαπάνη, αλλά και ως φίλτρο κατανάλωσης. Όχι μέσω περιορισμών, αλλά μέσω τιμών.

Και κάπως έτσι, ο «δεύτερος μισθός» γίνεται πραγματικός

Σε αυτό το περιβάλλον, ο όρος «δεύτερος μισθός» δεν είναι λογιστικός. Είναι περιγραφικός. Δεν σημαίνει ότι πληρώνεται ένας ακόμη μισθός, αλλά ότι ένα μεγάλο μέρος του πρώτου απορροφάται πριν καν γίνει αντιληπτό, είτε απευθείας, είτε μέσα από τις τιμές. Και τελικά, όχι μόνο μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα, αλλά περιορίζει και τον τρόπο με τον οποίο αυτό μπορεί να δαπανηθεί. Γιατί, με τις σημερινές τιμές, η ενέργεια δεν αφαιρεί μόνο χρήματα αλλά και τη δυνατότητα επιλογής για το πώς θα ξοδευτούν.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Μέτρα στήριξης: Δύσκολα fuel pass πριν το Πάσχα - Μείωση στο diesel από 1η Απριλίου

Νέο φορολογικό νομοσχέδιο: Τι αλλάζει σε πρόστιμα ΦΠΑ, κρυπτονομίσματα και ακίνητα

Κοινωνική αντιπαροχή: Ξεκινά η δημοπράτηση των πρώτων ακινήτων για κοινωνικές κατοικίες σε Παιανία, Λάρισα, Σέρρες, Πάτρα

Φόρτωση BOLM...
gazzetta
gazzetta reader insider insider