Ενώ η γεωπολιτική αναταραχή απειλεί να βυθίσει την Ευρώπη σε έναν νέο κύκλο στασιμοπληθωρισμού, η ελληνική βιομηχανία βρίσκεται στην πιο παραγωγική φάση της τελευταίας δεκαετίας, διεκδικώντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη, σημειώνει η Alpha Bank στο τελευταίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων. Αυτή η θετική τροχιά, ωστόσο, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή στον ενεργειακό τομέα, δοκιμάζοντας την ανθεκτικότητα του κλάδου. Η ανάγκη για παρεμβάσεις που θα διασφαλίσουν ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας είναι σήμερα πιο επιτακτική από ποτέ, ώστε η τρέχουσα ανάπτυξη της βιομηχανίας να λάβει μόνιμα χαρακτηριστικά, επισημαίνουν οι αναλυτές.
Eνα μήνα μετά την έναρξη της σύγκρουσης ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, η έλλειψη σαφών ενδείξεων αποκλιμάκωσης αναδεικνύει τον ενεργειακό παράγοντα ως βασικό καταλύτη των μακροοικονομικών εξελίξεων βραχυπρόθεσμα. Τα εκατέρωθεν πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, σε συνδυασμό με την παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας από τα Στενά του Ορμούζ έχουν εντείνει τις ανησυχίες σχετικά με τον κίνδυνο επιστροφής σε συνθήκες στασιμοπληθωρισμού στις -εξαρτώμενες από τις εισαγωγές ενέργειας- ευρωπαϊκές οικονομίες. Οι εξελίξεις αυτές αντανακλώνται ήδη στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, οι οποίες καταγράφουν άνοδο κατά 49% και 75% από την έναρξη της σύγκρουσης, ενώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αρχική αντίδραση των τιμών είναι αναλογικά οξύτερη (Γράφημα 1). Μολονότι οι εκτιμήσεις για τη διάρκεια και τις μακροοικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης παραμένουν ιδιαίτερα επισφαλείς, εξετάζεται δέσμη παρεμβάσεων, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, με στόχο τον μετριασμό των επιπτώσεων στις επιχειρήσεις από την άνοδο του ενεργειακού κόστους. Σημειώνεται ότι οι πρόσφατες παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν από την Κυβέρνηση αφορούν κυρίως τα φυσικά πρόσωπα και τον πρωτογενή τομέα.

- Διαβάστε επίσης - Έγγραφο Κομισιόν προς Eurogroup: Όχι σε ρήτρα διαφυγής - Κάθε κράτος θα πάρει μέτρα με βάση τις δυνάμεις του
Σε ένα δυσμενές σενάριο παρατεταμένης σύρραξης, η βιομηχανία -ως ενεργοβόρος τομέας- αναμένεται να επηρεαστεί πιο άμεσα συγκριτικά με τον τομέα των υπηρεσιών, όπου η πλειονότητα των κλάδων είναι εντάσεως εργασίας. Πέραν της τρέχουσας συγκυρίας, η ελληνική βιομηχανία αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, με κυριότερη το υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης [Με βάση τον δείκτη της Eurostat: Electricity prices for non-household consumers. Ο εν λόγω δείκτης αποτυπώνει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τους μη οικιακούς καταναλωτές. Η Eurostat ταξινομεί τους μη οικιακούς καταναλωτές σε κατηγορίες ανάλογα με την ετήσια κατανάλωση ενέργειας (consumption bands). Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το πρώτο εξάμηνο του 2025 στους μη οικιακούς καταναλωτές με ετήσια κατανάλωση μεταξύ 20-70 χιλιάδες μεγαβατώρες οι τιμές (εξαιρουμένου του ΦΠΑ και άλλων ανακτήσιμων φόρων και εισφορών) ήταν 0,1614 ευρώ/κιλοβατώρα στην Ελλάδα έναντι 0,1382 ευρώ/κιλοβατώρα στην ΕΕ-27. Αντίστοιχα για κατανάλωση μεταξύ 70-150 χιλιάδες μεγαβατώρες οι τιμές ήταν 0,1533 ευρώ/κιλοβατώρα στην Ελλάδα έναντι 0,1240 ευρώ/κιλοβατώρα στην ΕΕ-27.], γεγονός που πλήττει την ανταγωνιστικότητα. Aκόμη, ωστόσο, και αν ο πόλεμος τερματιζόταν άμεσα, η πλήρης ομαλοποίηση θα απαιτούσε μήνες, καθώς η αποκατάσταση της παραγωγής, των μεταφορών και της διύλισης απαιτεί χρόνο με αποτέλεσμα οι αγορές ενέργειας να παραμείνουν υπο-εφοδιασμένες.
Η νέα γεωπολιτική αναταραχή βρίσκει την ελληνική βιομηχανία με ενισχυμένο ρόλο στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας, η οποία βρίσκεται σε μία περίοδο μετασχηματισμού του παραγωγικού της προτύπου. Συγκεκριμένα, την τελευταία διετία η πραγματική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) της βιομηχανίας αυξήθηκε με σημαντικά υψηλότερους ρυθμούς σε σύγκριση με τη συνολική ΑΠΑ, με αποτέλεσμα το μερίδιο της πρώτης στην τελευταία να έχει αυξηθεί ελαφρώς από 14,8% το 2023 σε 15,2% το 2025, παραμένοντας, ωστόσο, χαμηλότερα έναντι του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (19,2%). Οι αντίστοιχες επιδόσεις της μεταποίησης η οποία αποτελεί περίπου το 70% της ΑΠΑ της βιομηχανίας ήταν εξίσου ισχυρές την τελευταία διετία. Επιπρόσθετα, η ανοδική πορεία της ελληνικής βιομηχανίας και της μεταποίησης πιστοποιείται από μια σειρά από οικονομικούς δείκτες όπως, ενδεικτικά, είναι ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής, ο κύκλος εργασιών, οι εγγραφές νέων επιχειρήσεων, η απασχόληση και η παραγωγικότητα της εργασίας. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, δεδομένου ότι η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας είναι μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία. Συγκεκριμένα, στη βιομηχανία η παραγωγικότητα της εργασίας με βάση τον αριθμό των απασχολουμένων αυξήθηκε σωρευτικά τη διετία 2024-25 κατά περίπου 12% ενώ με βάση τις ώρες εργασίας κατά 13%, με τα αντίστοιχα ποσοστά στη μεταποίηση να διαμορφώνονται σε 10% και 12% [Με βάση τους δείκτες της Eurostat: Real labour productivity per person, Real labour productivity per hour worked. Οι δύο δείκτες δείχνουν την πραγματική εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας σε μία χώρα. H πραγματική παραγωγικότητα της εργασίας ανά άτομο μετρά την οικονομική παραγωγή κάθε απασχολούμενου με βάση την κύρια δραστηριότητά του, ενώ η πραγματική παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα εργασίας περιλαμβάνει τις ώρες που εργάστηκαν οι μισθωτοί και οι αυτοαπασχολούμενοι, είτε στην κύρια είτε στη δευτερεύουσα δραστηριότητά τους.]. Τέλος, οι βιομηχανικές επενδύσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 19% των συνολικών επενδύσεων και οι βιομηχανικές εξαγωγές το 70% των συνολικών εξαγωγών αγαθών [Τα στοιχεία των επενδύσεων και των εξαγωγών αφορούν το 2024.], μετριάζοντας συνδυαστικά με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Επιπρόσθετα, οι προοπτικές για τη βιομηχανία, όπως αντανακλώνται στην εξέλιξη πρόδρομων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας, ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές πριν την έναρξη της σύγκρουσης. Αναλυτικότερα, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία διαμορφώθηκε στις 108,9 μονάδες κατά μέσο όρο το 2025, σημαντικά υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο, ενώ η μέτρηση του Φεβρουαρίου του 2026 ήταν ακόμα υψηλότερη (110,7 μονάδες). Παράλληλα, ο δείκτης PMI στη μεταποίηση ανήλθε στις 54,4 μονάδες τον Φεβρουάριο, η οποία είναι η υψηλότερη μέτρηση μεταξύ των οκτώ κρατών-μελών της Ευρωζώνης που συμμετέχουν στην έρευνα, παραμένοντας για τρία χρόνια πάνω από τις 50 μονάδες, το όριο δηλαδή που υποδηλώνει επέκταση του κλάδου.