Οι οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν έχουν αρχίσει να γίνονται εμφανείς στην Ευρώπη, όπου η υποτονική ανάπτυξη και ο ταχύτερος ρυθμός ανόδου του πληθωρισμού ενδεχομένως να επιδεινώσουν τις βιομηχανικές, οικονομικές και πολιτικές πιέσεις στην περιοχή.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, η στρατιωτική εκστρατεία του Τραμπ της οποίας η έκβαση παραμένει ασαφής όσο την πρώτη μέρα που ξεκίνησαν οι επιθέσεις σχεδόν ένα μήνα πριν, ωθεί τις χώρες να αναθεωρήσουν πτωτικά τις προβλέψεις τους καθώς ετοιμάζονται για άνοδο στις τιμές ενέργειας.
Το αποτέλεσμα για μία ήπειρο που μόλις είχε αρχίσει να ξεπερνά τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία, φαίνεται να είναι μία μερική επιστροφή σε πολιτικές που χρησιμοποιήθηκαν και τότε για την ελάφρυνση των συνεπειών, καθώς προσφέρεται στήριξη σε νοικοκυριά και οι κεντρικές τράπεζες εξετάζουν το ενδεχόμενο να αυξήσουν τα επιτόκια.
Για τις επιχειρήσεις, όπου οι επιπτώσεις ήδη ασκούν πιέσεις σε τομείς που καταναλώνουν πολλούς πόρους συμπεριλαμβανομένων των γερμανικών εταιρειών χημικών, υπάρχει ο αυξανόμενος κίνδυνος εξάπλωσης της κρίσης καθώς τα προσωπικά εισοδήματα μειώνονται.
Όλα αυτά θα απασχολήσουν τους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης που συνέρχονται σήμερα για το Eurogroup, όπου πρόκειται να ενημερωθούν από τον επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Φατίχ Μπιρόλ σχετικά με τον αντίκτυπου του πολέμου και τον καλύτερο τρόπο συντονισμένων δράσεων ανακούφισης.
«Είναι πολύ σαφές ότι οι τομείς με υψηλή ενεργειακή κατανάλωση είναι αυτοί που πλήττονται πρώτα και κύρια», δήλωσε ο Christian Keller, επικεφαλής της οικονομικής έρευνας της Barclays. «Όσο περισσότερο όμως διαρκεί, θα επηρεάσει κάθε τομέα και κάθε τιμή εισροών», πρόσθεσε.
Καθώς οι αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου σημειώνουν άνοδο και οι δείκτες εμπιστοσύνης καταρρέουν, η Γερμανία και η Ιταλία συγκαταλέγονται μεταξύ των χωρών που εξετάζουν το ενδεχόμενο «ψαλιδίσουν» τις επίσημες προβλέψεις τους για την ανάπτυξη, μετά το απαισιόδοξο outlook που παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
«Η τρέχουσα κρίση είναι πιθανώς πέρα από ό,τι μπορούμε να φανταστούμε αυτή τη στιγμή. Αυτό οδηγεί σε μια κάπως καθυστερημένη εκτίμηση του πόσο σοβαρή είναι», δήλωσε η Κριστίν Λαγκάρντ σε ένα podcast του Economist.
Η γερμανική χημική βιομηχανία, η οποία επλήγη σοβαρά από την τελευταία αύξηση του κόστους ενέργειας το 2022, έχει προειδοποιήσει για περικοπές στην παραγωγή, καθώς τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά κλειστά.
Η παραγωγή στο μεγαλύτερο εργοστάσιο αμμωνίας της χώρας, την SKW Piesteritz, έχει περιοριστεί στο τεχνικό ελάχιστο του 85%, ενώ η Evonik Industries, κατασκευάστρια ειδικών χημικών προϊόντων, εξακολουθεί να εκτιμά τις ζημίες που ενδέχεται να υποστεί.
«Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να ποσοτικοποιήσουμε τις ακριβείς συνέπειες. Ωστόσο η Evonik δεν θα μπορέσει να αποφύγει τις έμμεσες συνέπειες των εχθροπραξιών», δήλωσε ο Διευθύνων Σύμβουλος Christian Kullmann.
Η ναυτιλιακή εταιρεία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων Hapag-Lloyd αντιμετωπίζει επιπλέον εβδομαδιαία έξοδα ύψους 40-50 εκατομμυρίων δολαρίων για καύσιμα, ασφάλιση και αποθήκευση. «Η εταιρεία προσπαθεί να ανακτήσει μέρος των εξόδων αυτών μέσω χρεώσεων έκτακτης ανάγκης», δήλωσε ο Διευθύνων Σύμβουλος, Rolf Habben Jansen.
Τέτοια έξοδα απειλούν να εξαπλωθούν σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού, αυξάνοντας το κόστος ζωής για όλους. Οι καταναλωτές το γνωρίζουν καλά καθώς σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία της Γαλλίας, το ποσοστό των νοικοκυριών που αναμένουν ταχύτερη αύξηση των τιμών κατά το επόμενο έτος έχει αυξηθεί «πολύ έντονα».
Από τη μεριά της η Next, η βρετανική εταιρεία μόδας προειδοποίησε ότι ενδέχεται να αυξήσει τις τιμές κατά 1,5% έως 2% εάν ο πόλεμος διαρκέσει περισσότερο από τρεις μήνες.
Η σουηδική Hennes & Mauritz (H&M) ανέφερε ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει δευτερογενείς επιπτώσεις στον τομέα της ενέργειας, οι οποίες ενδέχεται να περιορίσουν την κατανάλωση.
Για τη Ευρωζώνη, το ερώτημα είναι κατά πόσο η σύγκρουση θα λειτουργήσει ως κίνητρο ή ως εμπόδιο για μεταρρυθμίσεις που θα της επιτρέψουν να σταθεί αυτόνομα σε έναν κόσμο με μειούμενη στήριξη από τις ΗΠΑ και εντονότερο ανταγωνισμό από την Κίνα. Η χρηματοδότηση μέτρων οικονομικής στήριξης αποτελεί επίσης ζήτημα για πολλές χώρες, καθώς μόνο η Γερμανία διαθέτει το δημοσιονομικό περιθώριο.