Παρά την αβεβαιότητα σχετικά με τους αμερικανικούς δασμούς, η έγκριση της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ - ΗΠΑ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αίρει ένα βασικό εμπόδιο στις διατλαντικές σχέσεις.
Ωστόσο, οι Ευρωβουλευτές πρόσθεσαν ρήτρες ασφαλείας προκειμένου να αντιμετωπιστούν αμφιβολίες. Μία διάταξη διασφαλίζει ότι η συμφωνία δεν θα εφαρμοστεί αν οι ΗΠΑ δεν τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους και μία άλλη προβλέπει ότι η συμφωνία θα λήξει τον Μάρτιο του 2028, εκτός εάν και οι δύο πλευρές συμφωνήσουν να την παρατείνουν.
Πολύ περισσότερο, το Βερολίνο εξετάζει σειρά αντιποίνων σε περίπτωση που οι ΗΠΑ παραβιάσουν τη συμφωνία, κάτι που θα έχει πολιτικό κόστος στον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και πιθανότατα να μην αρέσει στην Ουάσιγκτον. Ήδη ο πρέσβης των ΗΠΑ στην ΕΕ είχε προειδοποιήσει να αποφευχθούν τυχόν τροποποιήσεις, χρησιμοποιώντας ως «μοχλό πίεσης» τις πωλήσεις του αμερικανικού LNG στην Ευρώπη.
Η προσπάθεια του Tραμπ να αποκτήσει τη Γροιλανδία από τη Δανία τον Ιανουάριο άλλαξε τη νοοτροπία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Για πολλούς, το επεισόδιο αυτό απέδειξε ότι η εποχή της αμοιβαίας διατλαντικής δέσμευσης έχει πλέον παρέλθει. Παρότι οι ΗΠΑ παραμένουν σημαντικός εταίρος, αποτελούν επίσης και παράγοντα κινδύνου για την ασφάλεια που η Ευρώπη πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει.
Τα «ευαίσθητα» σημεία
Η συμφωνία προβλέπει την κατάργηση των δασμών στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, ενώ θέτει ανώτατο όριο δασμών 15% για τα περισσότερα προϊόντα της ΕΕ.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί πιθανή εκτόνωση μιας αυξανόμενης πηγής έντασης στις διατλαντικές σχέσεις. Οι ΗΠΑ ασκούσαν αυξανόμενη πίεση στην ΕΕ να εφαρμόσει επιτέλους τη συμφωνία, η οποία είχε αρχικά συναφθεί το περασμένο καλοκαίρι. Ωστόσο, οι Ευρωβουλευτές είχαν καθυστερήσει επανειλημμένα την επικύρωση, μετά την απειλή του Τραμπ να καταλάβει τη Γροιλανδία και την ακύρωση των παγκόσμιων δασμών της Ουάσινγκτον από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Οι νομοθέτες θα διαπραγματευτούν τώρα με τα κράτη-μέλη για αυτές τις αλλαγές, προκειμένου να καταλήξουν σε ένα τελικό κείμενο.
Ωστόσο, η ΕΕ αναμένει επίσης κινήσεις από τις ΗΠΑ, επιδιώκοντας να διαπιστώσει πώς μπορεί να αντικατασταθεί ο συντελεστής 15% που είχε συμφωνηθεί αρχικά το περασμένο καλοκαίρι μεταξύ του Tραμπ και της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Οι Ευρωπαίοι επιθυμούν επίσης να διευκρινίσουν οι ΗΠΑ πώς σκοπεύουν να μειώσουν έναν δασμό 50% για εκατοντάδες προϊόντα που περιέχουν χάλυβα και αλουμίνιο, ένα ζήτημα που έχει εξελιχθεί σε σημαντική πηγή δυσαρέσκειας.
Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην ΕΕ, Άντριου Πάζντερ, ενώ χαιρέτισε την έγκριση της συμφωνίας, έχει ήδη προειδοποιήσει, σε δηλώσεις του στους FT, ότι οποιαδήποτε τροποποίηση της εμπορικής συμφωνίας ενδέχεται να έχει άμεσες συνέπειες στην πρόσβαση της Ευρώπης σε υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Όπως ανέφερε, ενδεχόμενη αναθεώρηση επιμέρους σημείων θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων, δημιουργώντας αβεβαιότητα για το μέλλον των ευρωπαϊκών εισαγωγών ενέργειας. Η συμφωνία προβλέπει αγορές αμερικανικής ενέργειας ύψους έως 750 δισ. δολαρίων μέχρι το 2028, καλύπτοντας LNG, πετρέλαιο και τεχνολογίες πυρηνικής ενέργειας για ειρηνική χρήση.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω των εξελίξεων στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Η διακοπή εξαγωγών από το Κατάρ, μετά τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ και τις επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, έχει περιορίσει την προσφορά LNG, εντείνοντας τον διεθνή ανταγωνισμό. Αν και η Ευρώπη δεν εξαρτάται άμεσα σε μεγάλο βαθμό από τις ροές μέσω της συγκεκριμένης οδού, παραμένει ευάλωτη λόγω της συνολικής εξάρτησής της από εισαγωγές φυσικού αερίου.
Τα αντίποινα του Βερολίνου
Εάν οι εμπορικές εντάσεις αναζωπυρωθούν, η Γερμανία εξετάζει ήδη τρόπους άσκησης αντιποίνων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν πολιτικό κόστος στον Τραμπ, σύμφωνα με το Bloomberg. Μεταξύ των επιλογών που συζητούνται είναι η στόχευση αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών με δεσμούς με τον Λευκό Οίκο ή η παρέμβαση στην άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης που τροφοδοτεί την άνοδο της αμερικανικής χρηματιστηριακής αγοράς.
Την επόμενη φορά που ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρήσει να πιέσει τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ να ευθυγραμμιστούν, η γερμανική κυβέρνηση σκοπεύει να είναι καλύτερα προετοιμασμένη.
Αξιωματούχοι στο Βερολίνο έχουν αρχίσει να χαρτογραφούν τις ευπάθειες στις αλυσίδες εφοδιασμού των ΗΠΑ, προκειμένου να εντοπίσουν σημεία στα οποία η Γερμανία και οι εταίροι της στην ΕΕ θα μπορούσαν να ασκήσουν πίεση, σύμφωνα με το Bloomberg, επικαλούμενο πηγές. Στόχος τους είναι να διαμορφωθεί συναίνεση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ για το πώς μπορούν να αξιοποιήσουν τη διαπραγματευτική τους ισχύ, εάν και όταν εμπλακούν σε μια νέα διαμάχη με τον Λευκό Οίκο.
Τα αρχικά ευρήματα υποδεικνύουν τρόπους στόχευσης των μεγάλων αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών που διατηρούν στενούς δεσμούς με το Λευκό Οίκο, ανέφεραν οι αξιωματούχοι. Άλλες επιλογές θα μπορούσαν να στοχεύσουν την έκρηξη επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, η οποία έχει συμβάλει στην άνοδο των αμερικανικών μετοχών σε ιστορικά υψηλά φέτος ή να αυξήσουν τις τιμές των φαρμάκων για τους Αμερικανούς καταναλωτές, ένα ζήτημα στο οποίο ο πρόεδρος έχει ήδη δείξει ευαισθησία.
«Μένοντας ενωμένοι, οι Ευρωπαίοι μπορούν να αποδείξουν στον Ντόναλντ Τραμπ ότι είναι έτοιμοι να τον αντιμετωπίσουν ισότιμα», δήλωσε στο Bloomberg ο Tόμπιας Γκέχρκε Gehrke, ειδικός στην οικονομική γεωπολιτική στο European Council of Foreign Relations. «Αν η Ευρώπη μπορέσει να αποδείξει αξιόπιστα ότι οι τακτικές εκφοβισμού δεν λειτουργούν, αυτό θα μπορούσε με την πάροδο του χρόνου να αποδυναμώσει εκείνες τις δυνάμεις στην Ουάσινγκτον που τον στηρίζουν».
Η γερμανική αυτή άσκηση αποτελεί μέρος μιας επείγουσας ευρωπαϊκής προσπάθειας για τη δημιουργία ενός γεωπολιτικού πλαισίου διαχείρισης της αυξανόμενης εχθρότητας από τις ΗΠΑ και της ενισχυόμενης ισχύος της Κίνας. Ωστόσο, πρόκειται και για μια διαδικασία με σημαντικούς κινδύνους, καθότι σε ολόκληρη την ΕΕ, ανώτεροι αξιωματούχοι γνωρίζουν καλά πόσο εκτεθειμένες θα ήταν οι επιχειρήσεις τους εάν τα αντίποινα με τις ΗΠΑ κλιμακώνονταν ανεξέλεγκτα.
Οι αξιωματούχοι προειδοποίησαν ότι δεν έχουν ληφθεί αποφάσεις για την ενεργοποίηση των σχεδίων και ότι το προτιμώμενο αποτέλεσμα παραμένει η αποκατάσταση των σχέσεων με τον Λευκό Οίκο.
Παράλληλα, στις Βρυξέλλες βρίσκεται σε εξέλιξη αντίστοιχη πρωτοβουλία, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρτογραφεί τις ευπάθειες της ΕΕ ενόψει μιας νέας στρατηγικής ασφάλειας και εξετάζει πώς το μπλοκ θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα «σημεία ασφυξίας» έναντι ανταγωνιστικών δυνάμεων.
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι συζητούν επίσης μηχανισμούς αποζημίωσης για τη στήριξη κρατών-μελών που θα ήταν περισσότερο εκτεθειμένα σε ενδεχόμενα αμερικανικά αντίποινα. Όλοι αναγνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν το πλεονέκτημα.
Πιθανά σημεία πίεσης των ΗΠΑ
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Ευρώπης είναι η αγοραστική δύναμη των 450 εκατομμυρίων εύπορων καταναλωτών της. Ο περιορισμός της πρόσβασης ή η αυστηρότερη ρύθμιση αμερικανικών εταιρειών αποτελεί το ισχυρότερο οικονομικό όπλο της. Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες που συνδέονται με τον Τραμπ και τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στις ευρωπαϊκές ρυθμίσεις για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Νέοι φόροι, πρόστιμα ή λειτουργικοί περιορισμοί σε εταιρείες όπως η Alphabet, η Amazon ή η Meta θα μπορούσαν να πλήξουν σημαντικά την κερδοφορία τους. Μέσω του Digital Services Act και του Digital Markets Act, η ΕΕ διαθέτει ήδη τα νομικά εργαλεία για τέτοιες κινήσεις.
Επιπλέον, η ΕΕ είναι η μεγαλύτερη πηγή άμεσων ξένων επενδύσεων στις ΗΠΑ. Αν και οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να επιβάλουν πού επενδύουν οι εταιρείες, μπορούν να επηρεάσουν τις ροές κεφαλαίων μέσω ρυθμιστικών αλλαγών ή κινήτρων.
Ένα ακόμη σημείο πίεσης αφορά τις αλυσίδες εφοδιασμού της τεχνητής νοημοσύνης. Αμερικανικές εταιρείες, όπως η OpenAI, η Anthropic, μονάδες AI της Microsoft και τα εγχειρήματα του Elon Musk, εξαρτώνται εν μέρει από ευρωπαϊκά βιομηχανικά εξαρτήματα για την ανάπτυξη data centers, συμπεριλαμβανομένου εξειδικευμένου εξοπλισμού από εταιρείες όπως η Siemens.
Επίσης, οι περιορισμοί εξαγωγών θα μπορούσαν να είναι ακόμη πιο επώδυνοι για τις ΗΠΑ. Η Ουάσινγκτον εξαρτάται από ευρωπαϊκές εταιρείες για χημικά που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ημιαγωγών, ενώ η ολλανδική ASML και οι γερμανικοί προμηθευτές Zeiss και Trumpf κατασκευάζουν κρίσιμα μηχανήματα λιθογραφίας.
Ακόμη, οι ευρωπαϊκές εταιρείες προμηθεύουν σχεδόν το 50% των δραστικών ουσιών για επώνυμα φάρμακα στις ΗΠΑ και το 90% της ινσουλίνης, ενώ καλύπτουν πάνω από το ένα τρίτο των εισαγωγών χημικών. Υπάρχουν περίπου 300 κατηγορίες προϊόντων όπου οι ΗΠΑ εξαρτώνται πλήρως από την Ευρώπη και πάνω από 700 όπου η εξάρτηση ξεπερνά το 90%.
Τι θα μείνει ανέγγιχτο
Ευρωπαϊκοί φορείς κατέχουν τεράστια ποσά σε αμερικανικές μετοχές, ομόλογα και τίτλους. Μια μαζική πώληση θα ήταν δύσκολο να συντονιστεί και θα έπληττε και την ίδια την Ευρώπη λόγω της κυριαρχίας των αμερικανικών αγορών και του δολαρίου.
Όσο για τις ευρωπαϊκές βάσεις, είναι κρίσιμες για την παγκόσμια στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ και ταυτόχρονα διασφαλίζουν και την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η ΕΕ θα ρίσκαρε αυτόν τον πυλώνα, ιδιαίτερα εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία.