Οι σχέσεις ΗΠΑ και Καναδά περνούν μια από τις πιο φορτισμένες φάσεις των τελευταίων δεκαετιών, με τις εμπορικές τριβές να μετατρέπονται πλέον σε ανοιχτή πολιτική σύγκρουση. Η απειλή αποχώρησης των ΗΠΑ από τη συμφωνία USMCA, οι διαδοχικές μάχες για τους δασμούς στο Κογκρέσο και οι δημόσιες αιχμές για στρατηγικές επιλογές της Οτάβα συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, νέα ζητήματα – από μεγάλα διασυνοριακά έργα υποδομής έως τις κινήσεις προσέγγισης του Καναδά με την Κίνα – προστίθενται σε μια ήδη εύθραυστη ισορροπία, ενισχύοντας την αβεβαιότητα για το μέλλον της σημαντικότερης εμπορικής σχέσης στη Βόρεια Αμερική.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να εξετάζει το ενδεχόμενο αποχώρησης από τη βορειοαμερικανική εμπορική συμφωνία ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικού (USMCA), απόφαση που θα επιδείνωνε ακόμη περισσότερο τις εμπορικές εντάσεις στη Βόρεια Αμερική. Περίπου το 80% των αγαθών που εισάγονται από τον Καναδά πληρούν τα κριτήρια της USMCA και εξαιρούνται από δασμούς.
Η συμφωνία USMCA και η σημασία της
Ο Τραμπ έχει ρωτήσει συνεργάτες του γιατί να μη αποσυρθεί από την USMCA, την οποία υπέγραψε στην πρώτη του θητεία, χωρίς ωστόσο να έχει δηλώσει ρητά ότι θα το πράξει, σύμφωνα με το Bloomberg επικαλούμενο πηγές, εξέλιξη που πυροδοτεί περαιτέρω αβεβαιότητα για το μέλλον της συμφωνίας στις κρίσιμες επαναδιαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικού.
Αξιωματούχος του γραφείου του Αμερικανού Εκπροσώπου σε θέματα Εμπορίου, Τζέιμισον Γκριρ, δήλωσε ότι μια άκριτη ανανέωση των όρων του 2019 δεν εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον. Ο Γκριρ δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα πραγματοποιήσει ξεχωριστές συνομιλίες με το Μεξικό και τον Καναδά, υποστηρίζοντας ότι οι εμπορικές σχέσεις με τον Καναδά είναι πιο τεταμένες.
Η USMCA πρόκειται να υποβληθεί σε υποχρεωτική επανεξέταση πριν από πιθανή παράταση την 1η Ιουλίου, μια διαδικασία που κάποτε θεωρούνταν τυπική, αλλά έχει μετατραπεί σε αμφιλεγόμενη διαπραγμάτευση. Ο Τραμπ έχει απαιτήσει πρόσθετες εμπορικές παραχωρήσεις από την Οτάβα και την Πόλη του Μεξικού και τους έχει πιέσει να αντιμετωπίσουν και άσχετα ζητήματα, όπως η μετανάστευση, η διακίνηση ναρκωτικών και η άμυνα.
Ο Γκριρ θα εισηγηθεί ανανέωση εφόσον επιτευχθεί λύση που θα ενσωματώνει τις απόψεις των ενδιαφερόμενων κλάδων, σημειώνοντας ως πιθανούς τομείς ανησυχίας αυστηρότερους κανόνες προέλευσης για βασικά βιομηχανικά αγαθά, ενισχυμένη συνεργασία σε κρίσιμα ορυκτά, προστασία εργαζομένων και ζητήματα ντάμπινγκ.
Εάν οι χώρες συμφωνήσουν στην ανανέωση, η συμφωνία θα παραμείνει σε ισχύ για άλλα 16 χρόνια. Εάν όχι, θα μπορούσαν να ενεργοποιηθεί ετήσια διαδικασία επανεξέτασης για μία δεκαετία έως τη λήξη της το 2036. Οποιαδήποτε χώρα μπορεί να ανακοινώσει πρόθεση αποχώρησης με προειδοποίηση έξι μηνών.
Ωστόσο, μία τέτοια κίνηση θα κλόνιζε τα θεμέλια μιας από τις μεγαλύτερες εμπορικές σχέσεις παγκοσμίως - καλύπτει εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών αξίας 2 τρισ. δολαρίων - και ακόμη και η απειλή αποχώρησης των ΗΠΑ θα ενίσχυε την αβεβαιότητα για επενδυτές. Η προοπτική υψηλότερων δασμών θα μπορούσε επίσης να επιδεινώσει τις ανησυχίες για το κόστος ζωής εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Πλήγμα στις δασμολογικές πολιτικές Τραμπ
Οι δασμολογικές πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ υπέστησαν το ισχυρότερο πολιτικό πλήγμα μέχρι σήμερα, καθώς η ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ ενέκρινε νομοθεσία που αποσκοπεί στον τερματισμό των δασμών του προέδρου στις εισαγωγές από τον Καναδά.
Η ψηφοφορία συνιστά αύξηση της πολιτικής πίεσης για αλλαγή πορείας στην εμπορική πολιτική του Τραμπ, μόλις λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, αναγκάζοντας παράλληλα Ρεπουμπλικανούς από αμφίρροπες περιφέρειες που επηρεάζονται από τους δασμούς να σταθμίσουν αν και πότε θα έρθουν σε ρήξη με τον πρόεδρο, ψηφίζοντας κατά της ατζέντας του.
Η ψηφοφορία σηματοδοτεί επίσης αυξανόμενη ανησυχία για την οικονομική ατζέντα του Λευκού Οίκου ενόψει εκλογών που αναμένεται να επικεντρωθούν έντονα στο ζήτημα του κόστους ζωής. Οι Δημοκρατικοί έσπευσαν να επιτεθούν στους Ρεπουμπλικανούς που ψήφισαν υπέρ της διατήρησης των δασμών, κατηγορώντας τους ότι προστατεύουν πολιτικές που αυξάνουν το κόστος ζωής των ψηφοφόρων τους.
Αν και ο Τραμπ είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ασκήσει βέτο σε οποιοδήποτε νομοσχέδιο προβλέπει την κατάργηση της δασμολογικής του ατζέντας - γεγονός που καθιστά απίθανο το μέτρο να καταστεί ποτέ νόμος - η αποστασία έξι Ρεπουμπλικανών, μαζί με την αντίθεση σχεδόν όλων των Δημοκρατικών, υπογραμμίζει την ολοένα και πιο εύθραυστη κυριαρχία του στη στενή πλειοψηφία της Βουλής.
Οι Ρεπουμπλικανοί δίνουν μάχη για να διατηρήσουν τον έλεγχο τόσο της Βουλής όσο και της Γερουσίας τον Νοέμβριο, έργο που καθίσταται δυσκολότερο από τη μείωση της αποδοχής του προέδρου στις δημοσκοπήσεις σχετικά με την οικονομία και τη μετανάστευση.
Ο Τραμπ έχει προσωπικό συμφέρον στη διατήρηση των ρεπουμπλικανικών πλειοψηφιών στο Κογκρέσο, καθώς διευκολύνει την ψήφιση της νομοθεσίας που προτιμά και θα προστάτευε την κυβέρνησή του από κοινοβουλευτικές έρευνες.
Οι Δημοκρατικοί έχουν ξεπεράσει τις προσδοκίες σε μια σειρά εκλογών τους τελευταίους μήνες, συμπεριλαμβανομένων των δημαρχιακών εκλογών στο Μαϊάμι και των εκλογών για κυβερνήτη στο Νιου Τζέρσεϊ και στη Βιρτζίνια. Τις τελευταίες εβδομάδες, μια σταθερά ρεπουμπλικανική έδρα στη Γερουσία της Πολιτείας του Τέξας πέρασε στους Δημοκρατικούς, με μεταστροφή 31 ποσοστιαίων μονάδων.
Απειλή προκριματικών εκλογών
Πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου θα προηγηθούν μια σειρά από προκριματικές εκλογές για τη Βουλή και τη Γερουσία, στις οποίες οι ψηφοφόροι επιλέγουν ποιοι υποψήφιοι θα εκπροσωπήσουν τα κόμματά τους. Ο Τραμπ, του οποίου οι προκριματικές στηρίξεις έχουν μεγάλη βαρύτητα, κατέστησε σαφές, ακόμη και ενώ διεξαγόταν η ψηφοφορία το βράδυ της Τετάρτης, ότι θα υπάρξουν πολιτικές συνέπειες για οποιονδήποτε Ρεπουμπλικανό τον αμφισβητήσει στο ζήτημα.
Οι Ρεπουμπλικανοί Τόμας Μάσι (Κεντάκι), Ντον Μπέικον (Νεμπράσκα), Κέβιν Κάιλι (Καλιφόρνια), Τζεφ Χερντ (Κολοράντο), Νταν Νιούχαουζ (Πολιτεία Ουάσιγκτον) και Μπράιαν Φιτζπάτρικ (Πενσιλβάνια) διαφοροποιήθηκαν από το κόμμα τους και ενώθηκαν με τους Δημοκρατικούς για την ψήφιση του νομοσχεδίου.
Η ψηφοφορία της Τετάρτης συνιστά πλήγμα και για τον πρόεδρο της Βουλής Μάικ Τζόνσον, στενό σύμμαχο του Τραμπ, ο οποίος για μήνες είχε πρωτοστατήσει στον αποκλεισμό της εισαγωγής νομοσχεδίων σχετικών με τους δασμούς στην ημερήσια διάταξη. Αυτό έληξε την Τρίτη, όταν τρεις Ρεπουμπλικανοί ενώθηκαν με τους Δημοκρατικούς για να απορρίψουν νέα παράταση του αποκλεισμού.
Ο πρόεδρος της Βουλής είχε υποστηρίξει ότι το σώμα θα έπρεπε να διατηρήσει την απαγόρευση μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί για το αν οι παγκόσμιοι δασμοί του Τραμπ, που επιβλήθηκαν επικαλούμενος κατάσταση έκτακτης ανάγκης, είναι νόμιμοι. Η απόφαση θα μπορούσε να εκδοθεί ακόμη και στις 20 Φεβρουαρίου.
Ο Τραμπ υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι οι δασμοί δεν αποτελούν μόνο εργαλείο από μόνοι τους, αλλά ενισχύουν και τη διαπραγματευτική του θέση έναντι άλλων χωρών κατά τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών.
Η ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς Γερουσία έχει επίσης ψηφίσει υπέρ της κατάργησης των δασμών του Τραμπ στη Βραζιλία και των παγκόσμιων δασμών έκτακτης ανάγκης, πέραν των δασμών στον Καναδά.
Η γέφυρα, νέο σημείο αιχμής
Και όλα αυτά, την ώρα που ο Τραμπ έχει ανεβάσει ξανά τους τόνους απέναντι στον Καναδά, με αφορμή την κατασκευή γέφυρας, πάνω από τον ποταμό Ντιτρόιτ, η οποία θα συνδέει την επαρχία Οντάριο του νότιου Καναδά και την πολιτεία Μίσιγκαν των ΗΠΑ.
Επικρίνοντας τους όρους κατασκευής της γέφυρας ως ασύμφορους για τις ΗΠΑ, ο Τραμπ υποστήριξε ότι αυτή δεν θα λειτουργήσει «μέχρι οι ΗΠΑ να αποζημιωθούν πλήρως για όλα όσα έχουν δώσει στους Καναδούς», κρίνοντας πως θα πρέπει να ανήκει στη χώρα του «τουλάχιστον η μισή» υποδομή.
Επανερχόμενος στην «πολύ άδικη, εδώ και δεκαετίες» αντιμετώπιση των ΗΠΑ από τον Καναδά, υποστήριξε ότι «τώρα τα πράγματα αλλάζουν για τις ΗΠΑ, και γρήγορα», ενώ αναδεικνύοντας την αυξανόμενη ανησυχία για διαύλους συνεργασίας που ξεδιπλώνονται μεταξύ Καναδά και Κίνας, τόνισε πως ο πρωθυπουργός Κάρνεϊ θέλει να κάνει μια συμφωνία με την Κίνα - η οποία θα φάει τον Καναδά ζωντανό και οι ΗΠΑ θα πάρουν μόνο τα αποφάγια».
Από τη μεριά του ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ δήλωσε την Τετάρτη ότι είχε μια σχετική «ειλικρινή» συζήτηση με τον Τραμπ και ότι «το θέμα θα διευθετηθεί». Σημειώνεται ότι Κίνα - Καναδάς έκλεισαν πριν έναν μήνα εμπορική συμφωνία η οποία ωστόσο δεν είναι δεσμευτική.