Την αποχώρηση από τη Βορειοαμερικανική εμπορική συμφωνία ΗΠΑ - Μεξικού - Καναδά (USMCA), εξετάζει ο Ντόναλντ Τραμπ σύμφωνα με πηγές του Βloomberg, ενισχύοντας περαιτέρω την αβεβαιότητα σχετικά με το μέλλον της συνεργασίας των τριών γειτόνων που καλούνται να εισέλθουν σε νέες κρίσιμες επαναδιαπραγματεύσεις για τις διμερείς τους σχέσεις.
Ο Τραμπ έχει ρωτήσει συνεργάτες του γιατί να μη αποσυρθεί από την USMCA, την οποία υπέγραψε στην πρώτη του θητεία, χωρίς ωστόσο να έχει δηλώσει ρητά ότι θα το πράξει, σύμφωνα με το Bloomberg επικαλούμενο πηγές, εξέλιξη που πυροδοτεί περαιτέρω αβεβαιότητα για το μέλλον της συμφωνίας στις κρίσιμες επαναδιαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικού.
Ένας αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, όταν ρωτήθηκε για τις συζητήσεις, χαρακτήρισε τον Τραμπ ως τον τελικό υπεύθυνο λήψης αποφάσεων, ενώ τον περιέγραψε ως «κάποιον που πάντα επιδιώκει μια καλύτερη συμφωνία για τον αμερικανικό λαό». Αξιωματούχος του γραφείου του Αμερικανού Εκπροσώπου σε θέματα Εμπορίου, Τζέιμισον Γκριρ, δήλωσε ότι μια άκριτη ανανέωση των όρων του 2019 δεν εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον.
Ο Γκριρ τόνισε ότι η κυβέρνηση θα πραγματοποιήσει ξεχωριστές συνομιλίες με την Πόλη του Μεξικού και την Οτάβα, υποστηρίζοντας ότι οι εμπορικές σχέσεις με τον Καναδά είναι πιο τεταμένες. «Γενικά, αυτές οι διαπραγματεύσεις θα προχωρήσουν διμερώς και ξεχωριστά, οι Μεξικανοί είναι αρκετά ρεαλιστές αυτή τη στιγμή. Έχουμε κάνει πολλές συζητήσεις μαζί τους. Με τους Καναδούς, είναι πιο δύσκολο», υπογράμμισε στο Fox Business.
Η πρόεδρος του Μεξικού Κλαούντια Σέινμπαουμ υποβάθμισε την Τετάρτη την πιθανότητα ο Τραμπ να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη συμφωνία. «Δεν το πιστεύουμε και δεν έχει ειπωθεί ποτέ στις τηλεφωνικές κλήσεις, επειδή είναι πολύ σημαντικό για αυτούς», επεσήμανε η Σέινμπαουμ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου όταν ρωτήθηκε για το ρεπορτάζ του Bloomberg.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ είχε μια «θετική» συζήτηση με τον Τραμπ, που περιλάμβανε και την αναθεώρηση της USMCA, αν και δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το περιεχόμενο των επαφών. Εάν οι χώρες συμφωνήσουν στην ανανέωση, η συμφωνία θα παραμείνει σε ισχύ για άλλα 16 χρόνια. Εάν όχι, θα μπορούσαν να ενεργοποιηθεί ετήσια διαδικασία επανεξέτασης για μία δεκαετία έως τη λήξη της το 2036. Οποιαδήποτε χώρα μπορεί να ανακοινώσει πρόθεση αποχώρησης με προειδοποίηση έξι μηνών.