Ένα σημαντικό εύρημα για την Ελλάδα περιλαμβάνει το τελευταίο Ευρωβαρόμετρο για την ενεργειακή μετάβαση και τη συμπεριφορά των καταναλωτών: Το 41% των εγχώριων οικιακών καταναλωτών δηλώνει ότι δεν έχει αλλάξει ποτέ πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που διαμορφώνεται στο 25%.
Σε μια αγορά που, τουλάχιστον θεσμικά, έχει απελευθερωθεί εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια, το νούμερο αυτό καταδεικνύει πως τα οφέλη του ανταγωνισμού αφορούν στην πράξη ένα περιορισμένο ποσοστό νοικοκυριών στη χώρα μας.
Η χαμηλή κινητικότητα αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό της εγχώριας αγοράς ενέργειας. Ωστόσο, το γεγονός ότι παραμένει τόσο έντονη ακόμη και μετά την ενεργειακή κρίση, τις αλλεπάλληλες ανατιμήσεις και τις διαδοχικές παρεμβάσεις στήριξης, δείχνει ότι το φαινόμενο είναι παγιωμένο.
Το Ευρωβαρόμετρο φωτίζει τους λόγους πίσω από αυτή τη στάση. Σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες καταναλωτές (45%) δηλώνει ότι δεν πιστεύει πως υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των παρόχων, ώστε να αξίζει να αλλάξει. Το αντίστοιχο ποσοστό στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αισθητά χαμηλότερο, στο (26%). Το στοιχείο αυτό είναι αποκαλυπτικό: Ο ανταγωνισμός, αντί να γίνεται αντιληπτός ως πηγή οφέλους, καλύτερων τιμών ή ποιοτικότερων υπηρεσιών, «χάνεται» μέσα σε μια εικόνα γενικευμένης ομοιομορφίας.
Δυσπιστία στην αγορά
Καθοριστικό ρόλο σε αυτό παίζει η έλλειψη διαφάνειας στους λογαριασμούς ενέργειας. Σχεδόν οι μισοί Έλληνες καταναλωτές (46%) θεωρούν ότι απαιτείται μεγαλύτερη σαφήνεια και καθαρότητα στη δομή και το περιεχόμενό τους. Και πάλι, η ελληνική «επίδοση» υπερβαίνει σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (34%).
Το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί μια δευτερεύουσα τεχνική λεπτομέρεια, αλλά βασικό εμπόδιο στην ανάπτυξη πραγματικού ανταγωνισμού. Κι αυτό γιατί όταν ο καταναλωτής δεν μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς πληρώνει, είναι στην πράξη αδύνατο να συγκρίνει τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά.
Την ίδια στιγμή, η δυσπιστία απέναντι στην αγορά ενέργειας παραμένει έντονη. Ένα περιορισμένο ποσοστό των Ελλήνων (40%) δηλώνει ότι εμπιστεύεται πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό την αγορά για την παροχή δίκαιων τιμών και αξιόπιστης εξυπηρέτησης. Η εικόνα αυτή έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο σε ό,τι ισχύει πανευρωπαϊκά (όπου η εμπιστοσύνη αγγίζει το 63%) αλλά και με τον στόχο της απελευθέρωσης, που ήταν ακριβώς η ενίσχυση της εμπιστοσύνης μέσω του ανταγωνισμού.
Καλύτερη προστασία των ευάλωτων
Αξίζει να σημειωθεί ότι, για όσους Έλληνες καταναλωτές δεν άλλαξαν προμηθευτή τα τελευταία τρία χρόνια, βασικός επίσης λόγος είναι και η ικανοποίησή τους τον τρέχοντα προμηθευτή τους (46%). Ωστόσο, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο υψηλά η ίδια αιτία βρίσκεται ακόμη υψηλότερα (52%), χωρίς το γεγονός αυτό να βάζει «φρένο» στην κινητικότητα στην αγορά.
Ιδιαίτερη επίσης βαρύτητα έχει και το γεγονός ότι, για τους Έλληνες πολίτες, πρώτη προτεραιότητα για τη βελτίωση της αγοράς ενέργειας είναι η καλύτερη προστασία των ευάλωτων καταναλωτών και όσων βρίσκονται σε ενεργειακή φτώχεια. Πάνω από τους μισούς ερωτηθέντες στη χώρα μας (51%) τοποθετούν το ζήτημα αυτό στην κορυφή, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ (38%).
Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών δεν είχε απλώς αυξήσει τους λογαριασμούς, αλλά κλόνισε την αίσθηση ενεργειακής ασφάλειας για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.
Εύκολη η μετακίνηση
Την ίδια στιγμή, και σε αντίθεση με ό,τι ίσως θα περίμενε κανείς, η δυσκολία της διαδικασίας αλλαγής παρόχου δεν εμφανίζεται ως βασικός αποτρεπτικός παράγοντας. Ένα μικρό ποσοστό καταναλωτών θεωρεί ότι η αλλαγή είναι περίπλοκη ή χρονοβόρα (14%), με συνέπεια το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην αντίληψη ότι το όφελος δεν είναι ξεκάθαρο. Με απλά λόγια, πολλοί καταναλωτές δεν βλέπουν λόγο να αλλάξουν, ακόμη κι αν η διαδικασία είναι σχετικά απλή.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές και πολυεπίπεδο. Η ελληνική αγορά ενέργειας δεν πάσχει τόσο από έλλειψη επιλογών, όσο από έλλειψη εμπιστοσύνης, διαφάνειας και σαφών μηνυμάτων προς τον καταναλωτή. Όσο οι καταναλωτές εκτιμούν πως τα τιμολόγια παραμένουν δύσκολα συγκρίσιμα και αισθάνονται απροστάτευτοι απέναντι σε αθέμιτες πρακτικές, η κινητικότητα θα παραμένει χαμηλή.
Εκτός από την ενίσχυση του ανταγωνισμού, η ενίσχυση της εμπιστοσύνης είναι απαραίτητη και για τη συμμετοχή των καταναλωτών στην ενεργειακή μετάβαση. Σε αυτό το πλαίσιο, τα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου έχουν διπλή αξία, δείχνοντας ότι υπάρχει ακόμη αρκετός δρόμος για να διανυθεί.